Ο όρος “every frame a painting” χρησιμοποιείται φιλοφρονητικά για να περιγράψει ένα έργο του οποίου η διεύθυνση φωτογραφίας είναι τόσο καλή που κάθε καρέ του είναι ισάξιο ενός πίνακα. Υπάρχουν όμως δύο περιπτώσεις στις οποίες η φράση αυτή χρησιμοποιήθηκε κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά.

Το 2017 κυκλοφόρησε το Loving Vincent από τους σκηνοθέτες Ντορότα Κομπιέλα και Χιου Γουέλτσμαν, μια ταινία κινουμένων σχεδίων για τη ζωή του Βίνσεντ βαν Γκογκ της οποίας κάθε καρέ είναι ζωγραφισμένο όπως ένας πίνακας ελαιογραφίας στο στυλ του βαν Γκογκ και από ζωγράφους τους οποίους εκπαίδευσαν στην τέχνη του animation και όχι από επαγγελματίες animators όπως συνηθίζεται. Το 2017 είναι μόνο εννέα χρόνια πριν και τότε δεν επικρατούσε η ψύχωση με το AI που επικρατεί στις μέρες μας, αλλά ακόμα και τότε το Loving Vincent ήταν μια όαση στον μουντό και ψηφιακό υπερκαταναλωτισμό που επικρατούσε στο Χόλυγουντ με τα remakes, τα reboots και τα sequels. Έκανε πολλά κεφάλια να γυρίσουν, κατάφερε ακόμα και να πάρει υποψηφιότητα για Όσκαρ καλύτερης ταινίας κινουμένων σχεδίων και όλοι αναρωτιόμασταν τι μπορούν να δημιουργήσουν μετά που να είναι ισάξιό του;

Το Peasants (Οι Χωρικοί) είναι η φυσική εξέλιξη του Loving Vincent. Είναι πιο τολμηρό τόσο στη θεματολογία του όσο και στις κινηματογραφικές τεχνικές του. Αν στο πρώτο μάθαιναν να περπατούν και δειλά δοκίμασαν να τρέξουν, τώρα ξεκινάνε τρέχοντας και δεν σταματάνε μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους. Το Peasants είναι η βροντερή φωνή καλλιτεχνών που αρνούνται να κουρνιάσουν στη φωλιά της ψηφιακής ευκολίας, αρνούνται να αγκαλιάσουν την τεμπελιά της τεχνητής νοημοσύνης και με θράσος διαλέγουν το πιο δύσκολο μονοπάτι. Αυτό που για μια δίωρη ταινία χρειάζεται να φτιάξουν 12 καρέ το δευτερόλεπτο, δηλαδή δώδεκα ολοκληρωμένους πίνακες στους οποίους καταφέρνεις να ξεχωρίζεις τα αποτυπώματα των ζωγράφων γιατί βλέπεις τις διαφορετικές πινελιές να αλλάζουν γρήγορα στο παρασκήνιο. Κάτι που κάποιοι άλλοι ίσως το θεωρούσαν ατέλεια και κάτι που θα έφτιαχναν στο μοντάζ, εδώ μένει σαν υπογραφή για να υπενθυμίσει την πειθαρχία και το πείσμα που χρειάζεται για να δημιουργείς νέα όρια στην τέχνη.

Βασισμένο στο ομότιτλο και βραβευμένο με Νόμπελ λογοτεχνίας βιβλίο του Πολωνού συγγραφέα Βουαντίσουαφ Ρέιμοντ, το Peasants είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη με κάθε μέρος να αναδεικνύει τη ζωή σε κάθε εποχή του χρόνου στο πολωνικό χωριό στο οποίο τα γεγονότα διαδραματίζονται. Από το πρώτο πεντάλεπτο οι σκηνοθέτες του έργου κάνουν ξεκάθαρη τη θεματολογία και προετοιμάζουν τον θεατή γι’ αυτό που θα ακολουθήσει. Η Γιάγκνα είναι μια δεκαεννιάχρονη κοπέλα με καλλιτεχνικές ευαισθησίες, όνειρα και ένα κρυφό πάθος για έναν παντρεμένο άντρα. Τους βλέπουμε να ανταλλάζουν κλεφτές ματιές κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας στην εκκλησία. Αργότερα, όλοι οι χωρικοί μαζεύονται στο προαύλιο και κουτσομπολεύουν τους γείτονές τους και πέφτει το πρώτο καρφί όταν μια γειτόνισσα προτείνει στη μητέρα της Γιάγκνα να την παντρέψει με ένα πλούσιο χήρο. Εκείνη προσπαθεί να αποφύγει την κουβέντα, αλλά τα πονηρά βλέμματα της γειτόνισσας δεν σταματάνε και στο τέλος η μητέρα προσπαθώντας να αποφύγει την ντροπή ρίχνει τη στάση της Γιάγκνα στο ότι είναι ακόμα νέα και δεν ξέρει ποιο είναι το καλό της. Ο θεατής μένει να κοιτάει το προβληματισμένο βλέμμα της νεαρής κοπέλας και γρήγορα καταλαβαίνουμε ότι τα πανέμορφα χρώματα της ταινίας δεν μπορούν να κρύψουν την ψυχρή πραγματικότητα που όλοι αναγνωρίζουμε. Η μοίρα της είναι προκαθορισμένη. Η εκμετάλλευση των γυναικών είναι νόμος στο χωριό. Οι μάνες, που ήδη πουλήθηκαν σε άντρες από τις δικές τους μάνες, κανονίζουν τις μοίρες των κοριτσιών τους και τα ανταλλάζουν με στρέμματα. «Η αγάπη περνάει, αλλά τα κτήματα μένουν» λέει η μητέρα της Γιάγκνα προκειμένου να την πείσει να παντρευτεί τον πλουσιότερο αγρότη του χωριού και πατέρα του αγαπητικού της.

Η ίδια η Γιάγκνα δεν είναι κάποια αθώα και καθώς συνευρίσκεται με έναν παντρεμένο άντρα, και γιο του συζύγου της, δημιουργεί διαφορετικά προβλήματα και ταλαιπωρίες στην οικογένειά του. Όμως, το σημαντικό είναι ότι στο έργο όλοι είναι θύματα της πατριαρχίας και εγκλωβισμένοι στα κλουβιά και τους ρόλους που έχουν δημιουργήσει για τους εαυτούς του. Η Γιάγκνα είναι απλά το μαύρο πρόβατο, ο αποδιοπομπαίος τράγος, είναι νέα και όμορφη, γεμάτη ζωή, και εύκολα τραβά όλα τα κακά σχόλια και τις κακοπροαίρετες αντιδράσεις από ανθρώπους που λόγω της δικής τους ανασφάλειας κρίνουν πριν σκεφτούν. Στο τέλος, κατηγορείται για μοιχεία, εκπόρνευση, προικοθηρία και λαμβάνει τη συμπεριφορά που λάμβαναν όλες οι γυναίκες που τις κατηγορούσαν ως μάγισσες εκείνη την εποχή. Είναι τραγικό, εξοργιστικό και άδικο, όμως ταυτόχρονα με κάποιο παράξενο τρόπο… λυτρωτικό για τη Γιάγκνα.

Το φινάλε του έργου μου θύμισε εκείνη τη γλυκόπικρη γεύση που μου είχε αφήσει και το Irreversible του Gaspar Noé. Μετά από τόσες ώρες βίας και αδικίας καταφέρνει να τελειώσει με μια δόση ελπίδας για την πρωταγωνίστριά του, η οποία χάνει τα πάντα με κάθε έννοια της λέξης. Και μόλις χάσει τα πάντα γεννιέται ξανά, χάνει την άγκυρα που την κρατά κολλημένη και επιστρέφει στη φύση που όλοι είμαστε κομμάτι της.

Το Peasants είναι μια ταινία εποχής που αφορά τη σύγχρονη ιστορία. Έχει πλούσια λαογραφικά στοιχεία για ένα μικρό πολωνικό χωριό στις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά στον πυρήνα της μελετά την έμφυλη βία που από τα αγκάθια της η ανθρωπότητα υποφέρει ακόμα και σήμερα. Το πάθος και η δουλειά πίσω από κάθε καρέ είναι το αντίδοτο στον παραλογισμό του πρόχειρου περιεχομένου με τον οποίο πολλές εταιρείες παραγωγής δημιουργούν ταινίες και η θεματολογία της είναι το παράθυρο μέσα από το οποίο μπορούμε να δούμε τον δικό μας κόσμο.