Οι δημιουργικοί άνθρωποι είναι ένα πραγματικά καταπληκτικό αντικείμενο μελέτης. Συγκεκριμένα ο τρόπος με τον οποίο διαλέγουν το επόμενό τους πρότζεκτ. Πάθος, τύχη, χρηματική ανάγκη, στο σωστό μέρος τη λάθος στιγμή ή τη λάθος στιγμή στο σωστό μέρος; Υπάρχουν αυτοί οι σκηνοθέτες που καμιά φορά φαίνεται πως ό,τι δημιουργούν είναι στην τύχη, ενώ κατά βάθος, πιθανότατα, υπάρχει μια μέθοδος πίσω από την τρέλα τους.
Για παράδειγμα, ο George Miller είναι ένας από τους πιο πολυμήχανους σκηνοθέτες στον πλανήτη και ο κόσμος που έχει παρουσιάσει μέσω της σειράς Mad Max είναι μοναδικός στο είδος. Αδιαμφισβήτητα έχει συνδυάσει τη δράση με την ποίηση και εκεί που άλλα franchises δεν έχουν καταφέρει να φτάσουν τις δόξες που είχαν πριν από σαράντα χρόνια, το Mad Max όσο μεγαλώνει ο Miller μόνο καλύτερο και πλουσιότερο γίνεται. Ταυτόχρονα, ο ίδιος άνθρωπος, το ίδιο μυαλό, σκηνοθέτησε τα Happy Feet και το Μπέιμπ: Το μικρό γουρουνάκι στη μεγάλη πόλη. Ο Coppola, σκηνοθέτης των Apocalypse Now, The Conversation και The Godfather, επίσης σκηνοθέτησε το Peggy Sue Got Married, το Jack και πιο πρόσφατα το Megalopolis.
Όλα αυτά δεν αναφέρονται για να συγκρίνουν τις ταινίες των καλλιτεχνών μεταξύ τους, αλλά να αναδείξουν τα μονοπάτια που η δημιουργική διαδικασία μπορεί να τους παρασύρει. Θέλω να πω, δεν γίνεται μόνο εγώ να βρίσκω συναρπαστικό ότι ο ίδιος άνθρωπος που έκανε τα Mad Max έκανε και το Μπέιμπ. Αντίστοιχα, από τον Adrian Lyne, σκηνοθέτη του Nine 1/2 Weeks, του Flashdance και του Unfaithful, και τον Bruce Joel Rubin, σεναριογράφο του Ποντικομικρούλη 2, το 1990 κυκλοφόρησε το Jacob’s Ladder, ένα υπαρξιακό και τρομακτικό αριστούργημα που έχει αφήσει μια τεράστια κληρονομιά, καθώς άπειροι καλλιτέχνες έχουν αντλήσει έμπνευση απ’ αυτό. Από το Resident Evil και το Silent Hill, μέχρι το Oppenheimer του Νόλαν, ο Lyne δημιούργησε μια ξεχωριστή αισθητική που όταν την αναγνωρίσεις καταλαβαίνεις αμέσως την πηγή της.
![]()
Πολεμικό δράμα ή ταινία τρόμου;
Ο Τζέικομπ Σίνγκερ είναι ένας βετεράνος του Βιετνάμ με μετατραυματικό στρες που βασανίζεται από εφιάλτες. Είναι χωρισμένος, πατέρας τριών παιδιών, όπου το τρίτο πέθανε σε ένα ατύχημα πριν εκείνος πάει στον πόλεμο. Ζει ταυτόχρονα στο παρελθόν και το παρόν. Λαβώνεται από λόγχη στη ζούγκλα και ξυπνάει στο βαγόνι του μετρό αποπροσανατολισμένος και ανησυχεί μήπως έχασε τη στάση του. Κατεβαίνει από το τρένο και η αποβάθρα είναι βρόμικη και ο σταθμός εγκαταλελειμμένος. Με όλες τις πόρτες κλειδωμένες από τη μεριά του, βλέπει την ταμπέλα εξόδου στην απέναντι αποβάθρα και πηδάει στις ράγες. Τα φώτα του εισερχόμενου τρένου τον παραλύουν και τελευταία στιγμή πηδάει στην άκρη. Μέσα στα βαγόνια παράξενοι άνθρωποι τον προσπερνάνε και ρίχνουν κλεφτές ματιές προς την κατεύθυνσή του. Όλων οι μορφές είναι παραμορφωμένες· δαιμονικές. Για τον Τζέικομπ αυτό είναι απλά ένα τυχαίο περιστατικό, αλλά για τον ανυποψίαστο θεατή αυτή θα μπορούσε να είναι η είσοδος για την κόλαση που διασχίζει ο Δάντης Αλιγκέρι. Και έτσι πρέπει να σκεφτόμαστε τον Τζέικομπ· έναν Δάντη δίχως τον Βιργίλιο για να τον καθοδηγήσει.
Η κόλαση του Τζέικομπ είναι αυτή που δημιουργεί το μυαλό του: παραισθήσεις, οράματα, εφιάλτες, η ενοχή για τον χαμό του παιδιού του. Ο παράδεισος αυτός που έχει μπροστά στα μάτια του: η ειδυλλιακή και έντονα σεξουαλική σχέση του με τη σύντροφό του, η σχέση του με τον φυσικοθεραπευτή του που κρύβει μια πατρική και αγγελική υπόσταση, τα άλλα δύο του παιδιά. Όμως, όλα αυτά συγκρούονται και ο Τζέικομπ ποτέ δεν αισθάνεται πραγματικά ασφαλής και το άγχος του φτάνει σε ένα παρανοϊκό στάδιο. Ένα αυτοκίνητο τον κυνηγάει και ένας άγνωστος άνθρωπος τον προειδοποιεί να κάνει στην άκρη. Παιδιά που έπαιζαν με το αυτοκίνητο ή κάποιος προσπαθεί να του κάνει κακό; Επισκέπτεται το νοσοκομείο και προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον γιατρό του και μαθαίνει ότι όχι μόνο δεν υπήρξε ποτέ ασθενής εκεί, αλλά και ότι ο γιατρός του έχει πεθάνει. Ένας στρατιώτης που υπηρέτησαν μαζί επικοινωνεί μαζί του και ομολογεί πως υποφέρει από τα ίδια συμπτώματα, παράνοια και παραισθήσεις, και αμέσως δολοφονείται και ύστερα άγνωστοι απειλούν ευθέως τη ζωή του Τζέικομπ.
Τι είναι αλήθεια, τι ψέμα και τι φαντασίωση; Υπάρχουν φέτες αλήθειας στην τρέλα του πρωταγωνιστή, ή όλα είναι αποκόμματα ενός θρυμματισμένου μυαλού που απεγνωσμένα προσπαθεί να γίνει ολόκληρο; Επηρεασμένο από έργα των H. R. Giger, της Diane Arbus και του Joel-Peter Witkin, το Jacob’s Ladder είναι ένα βίαιο και ψυχολογικό ταξίδι ενός ανθρώπου προς την κατανόηση και αποδοχή της τωρινής του κατάστασης. Τα βίαια στοιχεία του δεν είναι τόσο βίαια και ωμά όσο τα βρίσκουμε στις επιρροές του, προτιμώντας να δημιουργήσει γρήγορες εντυπώσεις παρά να αφήσει τον θεατή να χάσκει στις ίδιες και επαναλαμβανόμενες εικόνες. Οι εικόνες πολλές φορές περνάνε υποσυνείδητα βάζοντας τον θεατή στη θέση του παρανοϊκού πρωταγωνιστή όπου δεν καταλαβαίνει τι βλέπει.

Προς το τέλος βέβαια, όσο η ταινία πλησιάζει στο κρεσέντο, οι βίαιες εικόνες μένουν περισσότερο, είναι πιο συχνές, και αφού έχουμε ανακαλύψει μαζί με τον Τζέικομπ τι είναι πραγματικότητα και τι όχι, κάνουμε το δικό μας προσωπικό ταξίδι στην κορυφή της σκάλας. Καταπληκτικό είναι και το σχόλιο της ταινίας για τον παράδεισο και την κόλαση. Είναι το ίδιο. Όπως το ίδιο είναι οι άγγελοι και οι δαίμονες· το μόνο που αλλάζει είναι ο τρόπος που τους αντιμετωπίζουμε. Ο άνθρωπος που φοβάται να πεθάνει, όταν κρατιέται στη ζωή ενώ έχει έρθει η ώρα του, θα βλέπει δαίμονες να του καταστρέφουν τον κόσμο, αλλά αν αποδεχθεί την κατάσταση, τότε οι δαίμονες γίνονται απελευθερωτές άγγελοι που μας αποδεσμεύουν από τα βάρη μας.
Το έργο έχει επηρεάσει τόσο πολύ την ποπ-κουλτούρα, που δυστυχώς πολλές από τις επιλογές του μπορεί να φαίνονται ακόμα και κλισέ για κάποιον που θα το δει για πρώτη φορά. Αλλά αυτό δεν αλλάζει πως πολλά απ’ αυτά τα κλισέ ξεκίνησαν από ‘δω. Επίσης, μετά την προβολή της ταινίας, είναι σημαντικό ο θεατής να δει τις κομμένες σκηνές, καθώς και το μικρό ντοκιμαντέρ Building Jacob’s Ladder, που και αυτό εμπεριέχει πλάνα που δεν χρησιμοποιήθηκαν στο τελικό cut.
Τελικά, τι είναι το Jacob’s Ladder; Ίσως είναι η προετοιμασία για τον μεγάλο ύπνο που όλοι μας θα αντιμετωπίσουμε.
