Όλα τα mainstream κινηματογραφικά είδη έρχονται με κάποιες προκαταλήψεις. Θες ταινία τρόμου; Περιμένεις βιολιά, jumpscares και ανθρώπους να κάνουν τις πιο χαζές επιλογές που στην πραγματικότητα δεν θα έκανε ποτέ κανένας. Θες ταινία με υπερήρωες; Οι δύο πρώτες πράξεις φέρουν όλη τη συναισθηματική βαρύτητα και εξέλιξη των χαρακτήρων και ο θεατής μπορεί να φύγει στην τρίτη γιατί το μόνο που έμεινε είναι οι φάπες που επιβάλλεται να πέσουν με τον κακό -και μην ξεχνάμε και την μπλε ακτίνα στον ουρανό. Θες ρομαντική; Ό,τι γίνεται και στις ταινίες τρόμου δίχως τα βιολιά. Συνήθως το ζευγάρι ξεκινάει την πρώτη πράξη μαζί -γνωρίζονται, αγαπιούνται, όλα μέλι γάλα- και κάπου στη δεύτερη δημιουργείται το σχίσμα που τους χωρίζει, και αντί να συζητήσουν σαν ώριμοι άνθρωποι, περνάνε όλοι την ταινία κάνοντας μουτράκια μέχρι να τα ξαναφτιάξουν στο τέλος.

Γουέστερν, αστυνομικά, ταινίες για αθλήματα, όλα τα είδη έχουν εκείνα τα κλισέ που μόλις το Χόλιγουντ μυριστεί πως λειτουργούν σε μια ταινία αμέσως τα ανακυκλώνει για την επόμενη. Συνήθως, οι ταινίες που ξεχωρίζουν σε αυτά τα είδη δεν ανακυκλώνουν κανένα από τα κλισέ και λένε τη δική τους ιστορία δίχως τις πατερίτσες μιας φόρμουλας. Το είδος είναι απλά μια διεύθυνση για να μην χάνεσαι στους διαδρόμους του βίντεο κλαμπ (αστειάκι γιατί το βίντεο κλαμπ έχει πεθάνει). Βεβαίως, η λέξη κλειδί εδώ πέρα είναι ότι αυτά τα κλισέ «λειτουργούν» και θα ήταν λάθος να τα απορρίψουμε μόνο και μόνο επειδή είναι πετυχημένα. Όλοι έχουμε κάποια υλικά που δεν βαριόμαστε να χρησιμοποιούμε στο φαγητό και τελευταία φορά που κοίταξα τα σουβλατζίδικα είναι ακόμα γεμάτα. Μετά από ένα σημείο μετράει η μέθοδος και η διάθεση του δημιουργού. Όταν η εργοστασιακή γραμμή κατασκευάζει το ίδιο πλαστικό μπέργκερ ξανά και ξανά, σου κόβεται απότομα η όρεξη, αλλά αν ένα άτομο πάρει χρόνο και χρησιμοποιήσει τα ίδια υλικά τότε η γεύση αλλάζει. Όταν ο Σκορσέζε είχε αναφερθεί στις ταινίες της Marvel ως «θεματικά πάρκα», ήξερε πολύ καλά τι έλεγε, και όλο το διαδίκτυο είχε πέσει να τον φάει. Το «θεματικό πάρκο» δεν σημαίνει καλό ή κακό, σημαίνει ότι ξέρεις ακριβώς τι να περιμένεις.

Ένα κινηματογραφικό είδος, το οποίο συνήθως το συναντάμε σε ταινίες τρόμου, είναι το found footage, όπου η κάμερα και το άτομο που τη χειρίζεται είναι χαρακτήρες στην πλοκή του έργου. Συνήθως είναι ταινίες που μπορούν να γυριστούν εύκολα, γρήγορα και φτηνά, και επειδή κοστίζουν πέντε ευρώ και καταλήγουν να βγάζουν δέκα, τότε χτίζεται ένα franchise γύρω απ’ αυτές. Είναι από τα είδη που καταλήγουν να χρησιμοποιούν τα ίδια κόλπα και γρήγορα κούρασαν τους θεατές. Άνθρωποι θα κολλάνε πάνω στο γυαλί της κάμερας με γουρλωμένα μάτια, σιλουέτες θα περπατάνε από πίσω τους, θα τρέχουν κρατώντας την κάμερα με αποτέλεσμα ο θεατής να μην καταλαβαίνει τη βλέπει, και επειδή όπως είπαμε η κάμερα είναι χαρακτήρας, θα υπάρξει η αναπόφευκτη συζήτηση-δικαιολογία για τον λόγο που κάποιος τρέχει μαζί τους και δεν σταματά να κρατάει και να τραβάει με την κάμερα. Συνήθως η απάντηση είναι πως «γυρνάνε ντοκιμαντέρ» ή θέλουν υλικό για «αποδείξεις» -ό,τι και να σημαίνει αυτό στο σενάριο.

Γιατί, λοιπόν, το As Above, So Below ξεχωρίζει ανάμεσα σε μια θάλασσα από παρόμοιες ταινίες; Η Σκάρλετ βρίσκεται σε μια εμμονική αναζήτηση της Φιλοσοφικής Λίθου (ναι, της γνωστής). Όταν τη συναντάμε για πρώτη φορά είναι διατεθειμένη να βάλει τη ζωής της σε κίνδυνο και να εισβάλει σε ένα σπήλαιο στο Ιράν λεπτά πριν το καταστρέψουν οι αρχές. Είναι από εκείνους τους πολυμαθείς, χαρισματικούς, ανθρώπους, που παρασέρνουν και άλλους στο μαγνητικό τους πεδίο και είναι αποφασισμένοι να θυσιάσουν τα πάντα για να πετύχουν τους στόχους τους.

Αφού ακολουθήσει τα στοιχεία από την έρευνα του νεκρού πατέρα της, θα φτάσει στο Παρίσι και εκεί θα στρατολογήσει μια μικρή ομάδα που θα την βοηθήσει στην αναζήτηση της Φιλοσοφικής Λίθου στις κατακόμβες. Έναν κάμεραμαν, έναν μεταφραστή και μια ομάδα από τοπικούς εξερευνητές, που σύντομα όλοι θα έρθουν αντιμέτωποι με τις ενοχές και τους φόβους τους, όσο πηγαίνουν βαθύτερα στα σκοτεινά τούνελ.

Καταρχάς, το As Above, So Below είναι η πρώτη ταινία στην ιστορία που πήρε άδεια για να γυρίσει πλάνα μέσα στις πραγματικές κατακόμβες του Παρισιού. Αυτό σημαίνει πως οι ηθοποιοί περπατούσαν ανάμεσα σε πραγματικούς σκελετούς, σε πραγματικούς πλημμυρισμένους διαδρόμους, και κάποιες φορές μπουσουλούσαν σαν τα μωρά για ώρες γιατί δεν είχαν χώρο να σηκωθούν. Η ταινία δεν έχει μονάχα μία κάμερα όπως πολλές found footage ταινίες, αλλά πέντε-έξι κολλημένες πάνω στα κράνη των ηθοποιών. Αυτόματα, αυτό σημαίνει πως οι ίδιοι οι ηθοποιοί γύρισαν το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, κάτι που δένει με την πλοκή και βοηθάει περισσότερο στη θόλωση μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας.

Επίσης, απαντά στην ερώτηση, «γιατί να το κάνουν found footage;», γιατί ρεαλιστικά θα ήταν δύσκολο να χωρέσουν περισσότερους ανθρώπους μέσα στις κατακόμβες για να φωτίσουν σωστά τις σκηνές, οι οποίες στην ταινία φωτίζονται από φακούς. Σε οποιοδήποτε άλλο σενάριο, ίσως το να γυρίσουν μια σκηνή μέσα στις κατακόμβες να ήταν ακόμα ένα «ειδικό εφέ», απλά για να καυχιούνται πως το γύρισαν εκεί. Αλλά εδώ, οι κατακόμβες είναι το βασικό σετ της ταινίας και καταλήγει να γίνεται και ο βασικός ανταγωνιστής του έργου.

Όμως δεν σταματάνε εδώ. Ο λόγος που το As Above, So Below έχει αποκτήσει καλτ στάτους την τελευταία δεκαετία είναι γιατί είναι μια ταινία που συνεχώς εξελίσσεται. Έχει πολλά επίπεδα και παίζει μεταξύ των κινηματογραφικών ειδών. Είναι ταινία τρόμου, ταινία μυστηρίου, ιστορικό θρίλερ, σουρεαλιστικό σινεμά, περιπέτεια, και στο τέλος στιγμιαία μετατρέπεται σε ταινία δράσης, ενώ όλη την ώρα καταφέρνει να διατηρεί το σασπένς της.

Πίσω στη συζήτηση για τα «θεματικά πάρκα», το As Above, So Below είναι από τα καλύτερα παραδείγματα τέτοιας ταινίας. Ήταν σαν να μπαίνεις σε ένα στοιχειωμένο σπίτι ή σε ένα τρομακτικό τρενάκι, όπου ξέρεις ακριβώς τι να περιμένεις, αλλά επειδή οι άνθρωποι από πίσω είναι μάστορες, σου δίνουν ακριβώς αυτό που ζητάς και φεύγεις ικανοποιημένος. Έκανα παραγγελιές στην οθόνη και όταν η τρομακτική σκηνή συνέβαινε, με επηρέαζε ασχέτως αν την περίμενα ή όχι.

Βεβαίως, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς με μια σύντομη έρευνα, η ταινία ήταν μια αποτυχία στο box office και λίγοι μιλούσαν θετικά για το καλλιτεχνικό κομμάτι της. Άλλοι ήθελαν περισσότερο τρόμο, άλλοι λιγότερο, πολλοί παραπονιόντουσαν για το found footage στοιχείο, και άλλοι ότι η πλοκή έχει τρύπες, δεν βγάζει νόημα και ότι οι χαρακτήρες είναι αδιάφοροι. Και ναι, κάποια ισχύουν, αλλά επίσης μπορούν να ισχύουν πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Όπως το ότι η ταινία τολμά να κάνει πολλά πράγματα και το θάρρος της είναι μεγαλύτερο από τις πένες των σεναριογράφων της.

Εμένα αυτό το θάρρος με άφησε ικανοποιημένο και εντυπωσιασμένο. Είναι από εκείνες τις ταινίες που τις βλέπεις αργά το βράδυ δίχως να περιμένεις τίποτα και αργότερα αισθάνεσαι καλά με τον εαυτό σου που την είδες. Στην τελική, με μια μανιακή πρωταγωνίστρια που αδιαφορεί για τους κινδύνους, έχει προβλήματα με τον νεκρό μπαμπά της, και τολμά να φτάσει ακόμα και στην κόλαση για να επιτύχει τον σκοπό της, το As Above, So Below είναι η καλύτερη ανεπίσημη μεταφορά του Tomb Raider στον κινηματογράφο.