Ποια είναι η συμπεριφορά μας απέναντι στους καλλιτέχνες; Τους αντιμετωπίζουμε σαν σκληρά εργαζόμενα άτομα που με τη δουλειά τους μπορούν να μας φέρουν σε επικοινωνία με τον συναισθηματικό μας κόσμο, ή σαν τους γελωτοποιούς στην αυλή του βασιλιά; Έχει σημασία η δουλειά τους, αξίζει να αμείβονται γι’ αυτήν, ή πιστεύουμε πως αν τους πετάξουμε ένα ξεροκόμματο είναι αρκετό; «Αφού τους αρέσει αυτό που κάνουν», «θα πληρώνονται για να ζωγραφίζουν και να τραγουδάνε;», είναι τα γνωστά επιχειρήματα. Είναι ο κινηματογράφος κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που βλέπουμε στην οθόνη μας, ή απλά μια δικαιολογία για να καταβροχθίσουμε φθηνό φαγητό και να χάσουμε δύο ώρες σε μια σκοτεινή αίθουσα;

Ομολογώ πως δεν περίμενα την απήχηση που είχε ο θάνατος του Ντέιβιντ Λιντς από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το περίμενα από τις σελίδες και τους ανθρώπους που ασχολούνται με την τέχνη του, αλλά η είδηση του θανάτου έσκασε σαν βόμβα και ταυτόχρονα εμφανίστηκαν άνθρωποι που θρηνούσαν τον θάνατό του σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Λιντς ήταν ένας ιδιόρρυθμος καλλιτέχνης που οι ταινίες του δεν είχαν την απήχηση του box office που ζητούν οι εταιρείες παραγωγής, αλλά ξαφνικά εμφανίστηκαν εκατομμύρια άνθρωποι που έγραφαν πώς τους επηρέασε η δουλειά του και σε ποιο σημείο της ζωής τους συναντήθηκαν με τα έργα του.

Συνήθως, όταν πεθαίνει ένας λατρεμένος καλλιτέχνης η είδηση του θανάτου του καταλήγει να γίνεται τσίρκο από τα media, αλλά όχι του Λιντς. Στην περίπτωσή του υπήρχε σεβασμός. Όχι, δεν ήταν θρήνος, αλλά μια μικρή γιορτή που έστησε το διαδίκτυο για να γιορτάσει τη ζωή και το έργο αυτού του ανθρώπου. Δεν είδα χαζά σχόλια· μόνο αποφθέγματα, καρέ από τις ταινίες του και αποσπάσματα του ίδιου να μιλάει. Δεν μπορώ να φανταστώ πιο όμορφη ανταμοιβή για έναν καλλιτέχνη.

Πώς ταιριάζει το Φάντασμα του Παραδείσου, λοιπόν; Μαζί με όλο τον υπόλοιπο κόσμο, τα σέβη τους υπέβαλλαν και μεγάλοι παραγωγοί του Χόλιγουντ, όπως ο Μπομπ Άιγκερ, τωρινός CEO της Disney και πρώην πρόεδρος του ABC, και ο Τεντ Σαράντος, CEO του Netflix. Αλλά προτού προχωρήσουμε με τον Ντέιβιντ Λιντς, καλό είναι να δούμε την ιστορία του Γουίνσλοου Λιτς και πώς έγινε ένα… φάντασμα.

Το Φάντασμα του Παραδείσου

Carrie, Scarface, The Untouchables, Carlito’Way, Mission: Impossible· το όνομα του Μπράιαν Ντε Πάλμα συνδέεται με μερικές από τις πλέον πιο κλασσικές και καταξιωμένες ταινίες στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά. Όμως, πριν από πενήντα χρόνια, το 1974 σκηνοθέτησε το Φάντασμα του Παραδείσου (Phantom of the Paradise), μια ταινία που κανενός το μυαλό δεν πηγαίνει όταν ακούει το όνομα του σκηνοθέτη, αλλά θα έπρεπε, γιατί είναι το ίδιο λατρεμένη και σημαντική με τις υπόλοιπες ταινίες της φιλμογραφίας του. Ίσως και λίγο σημαντικότερη, μιας και τότε ο Ντε Πάλμα έκανε αυτό που κάνουν πολλοί νέοι σκηνοθέτες· προσπάθησε να αποδείξει τις ικανότητές του στοχεύοντας ψηλά.

Το Φάντασμα του Παραδείσου είναι μια ροκ όπερα · ένα αμάλγαμα μυθιστορημάτων όπως, το Φάουστ, το Φάντασμα της Όπερας, το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι, καθώς επίσης και ένα μείγμα διαφόρων κινηματογραφικών ειδών, όπως κωμωδία και τρόμος, ενώ όλη η μουσική της ταινίας είναι σε σύνθεση και εκτέλεση του Πολ Γουίλιαμς – ο οποίος έχει και έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Σκοπός της είναι να σατιρίσει καλλιτέχνες, κοινό και παραγωγούς, που θυσιάζουν την τέχνη για αναγνωσιμότητα, δόξα και χρήμα.

Η πλοκή αφορά την αρχετυπική ιστορία ενός ανθρώπου που πουλάει την ψυχή του στον διάβολο, μόνο που σε αυτή την περίπτωση ο διάβολος είναι ένας παραγωγός μουσικής, ο Σουάν (Πολ Γουίλιαμς).  Ο Σουάν σχεδιάζει τα εγκαίνια του νέου του κλαμπ, του Paradise, και ψάχνει τη μουσική που θα εγκαινιάσει τον χώρο. Εκεί, ο Γουίνσλοου Λιτς (Γουίλιαμ Φίνλεϊ) παίζει ένα κομμάτι από το μουσικό του έργο – εμπνευσμένο από τον θρύλο του Φάουστ – και εντυπωσιάζει τον παραγωγό που ευθύς βάζει τους ανθρώπους του να κλέψουν τα τραγούδια του Γουίνσλοου και τον στέλνουν φυλακή.

Αργότερα, ο Γουίνσλοου θα αποδράσει και θα ζητήσει εκδίκηση, μα θα καταλήξει παραμορφωμένος και ανήμπορος να τραγουδήσει. Θα τρυπώσει στο Paradise και υιοθετώντας την ταυτότητα του Φαντάσματος θα αρχίσει να τρομοκρατεί ολόκληρο τον μουσικό θίασο του Σουάν για το κακό που του προξένησε. Όμως, προκειμένου τα τραγούδια του να τα τραγουδήσει η γυναίκα που αγαπάει, ο Γουίνσλοου θα πουλήσει την ψυχή του στον Σουάν για να της δώσει μια ευκαιρία.

Ομολογουμένως, η πλοκή είναι αρκετά βασική, αλλά πιστεύω πως κάποια πράγματα δεν θα έπρεπε να τα βλέπουμε τόσο για την πρωτοτυπία τους όσο για την εκτέλεσή τους. Αυτό που προσφέρει απλόχερα η ταινία είναι οπτική· όχι μόνο αυτή του αδικημένου καλλιτέχνη, αλλά και του αρπακτικού που κλέβει τη δουλειά του και τη χρησιμοποιεί για να χτίσει παλάτια.

Το Φάντασμα του Παραδείσου δεν είναι μια διακριτική ταινία· φοράει τις επιρροές της σαν παράσημα, δεν κρύβεται πίσω από συμβολισμούς και ό,τι λέει το λέει με θράσος. Ο Ντε Πάλμα το κάνει σαφέστατο αυτό όταν ένα από τα πρώτα πλάνα της ταινίας (στο πέμπτο λεπτό περίπου) είναι το POV του παραγωγού που ψάχνει το επόμενο θύμα του, ενώ ο υφιστάμενός του παραπονιέται για μια τραγουδίστρια που παράτησε τη δισκογραφική τους και μέσω του διαλόγου γνωστοποιεί στο κοινό τη διαφθορά που επικρατεί στον κλάδο τους. Ο υφιστάμενος κοιτάει τον Σουάν στα μάτια (δηλαδή το κοινό) και κατευθείαν αισθανόμαστε την υπεροχή που έρχεται μαζί με τη θέση του παραγωγού. Ανάλογες τεχνικές χρησιμοποιεί και αργότερα όταν ο Σουάν προσπαθεί να διαλέξει σε τι «κουτάκι» θα στριμώξει τη μουσική του Γουίνσλοου όπου και γίνεται μια πασαρέλα από καλλιτέχνες που τραγουδούν διαφορετικά μουσικά είδη και καταστρέφουν τη μουσική του.

Το ταλέντο του Σουάν είναι να φτιάχνει τη μόδα της εποχής, όπως φαίνεται και από τη χειραγώγηση της μπάντας Τζούσι Φρουτς, όπου ξεκινάνε τραγουδώντας νοσταλγικά τραγούδια της δεκαετίας του ’50 και καταλήγουν να τραγουδάνε ροκ και να ντύνονται όπως οι Kiss. Η μουσική δεν έχει καμία σημασία για τον Σουάν και οι Τζούσι Φρουτς είναι απλά ένας μηχανισμός που του γεννάει χρήματα. Είναι διατεθειμένοι να αλλάξουν την εμφάνιση και τη μελωδία τους προκειμένου να τον ικανοποιήσουν. Αργότερα, σε μια σκηνή απόδειξη της διαστροφής του Σουάν, βλέπουμε πώς χρησιμοποιεί την τεχνολογία για να επαναφέρει τη φωνή του Γουίνσλοου αφού βρήκε τρόπο να τον χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς του. Η σκηνή θυμίζει πολύ τη γέννηση του τέρατος του Φρανκενστάιν, ή του Darth Vader, όταν ο Γουίνσλοου, δεμένος με καλώδια σε μηχανήματα, πασχίζει να τραγουδήσει και ο Σουάν πατάει κουμπιά στην κονσόλα με σκοπό να βρει τη σωστή συχνότητα της φωνής του. Αφού κατέστρεψε τη ζωή του Γουίνσλοου, τώρα τον ξαναφτιάχνει από την αρχή· ένα δικό του δημιούργημα που πλέον μπορεί να ικανοποιεί κάθε του επιθυμία.

Ο Ντε Πάλμα κάνει σαφή τον διαχωρισμό της τέχνης και του εμπορίου, δείχνει πως η καλή μουσική ακούγεται το ίδιο σε ένα καταγώγιο όπως και στη μεγαλύτερη σκηνή· οι υπόλοιποι απλά κυνηγάνε τους εντυπωσιασμούς για να καλύψουν τα κενά τους. Θίγει τις συμπεριφορές που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν το πάθος των καλλιτεχνών και στο τέλος σε κάνει να αναρωτιέσαι, «αξίζει αυτή η συμπεριφορά στις σύντομες ζωές μας;», κάτι που το υπογραμμίζουν και οι στίχοι του τραγουδιού “The Hell  Of It” στους τίτλους τέλους που απευθύνεται αποκλειστικά σε χαρακτήρες όπως ο Σουάν.

Ο Μπομπ Άιγκερ, όπως και ο Σουάν, προσπάθησε να επέμβει στο έργο του Ντέιβιντ Λιντς, συγκεκριμένα στο Twin Peaks, όπου είναι γνωστό πως τον πίεζε να λύσει το μυστήριο της Λόρα Πάλμερ, κάτι που δεν ήταν στα άμεσα σχέδια των σεναριογράφων. Εν τέλει ο Λιντς έλυσε το μυστήριο και αυτό έκανε την τηλεθέαση να πέσει με αποτέλεσμα την αναπόφευκτη ακύρωση της σειράς.

Επίσης, είναι γνωστό πως για χρόνια το Netflix κωλυσιεργεί στα projects του Λιντς. Όλα αυτά δεν εμπόδισαν τους δύο παραγωγούς να τρέξουν και να δηλώσουν πόσο «ορίτζιναλ» ήταν ο Ντέιβιντ Λιντς στα social media, ούτε και εμπόδισαν τον Σαράντος να πει ψέματα πως εκείνοι περίμεναν τον Λιντς να αναρρώσει ώστε να προχωρήσουν με τις ταινίες του. Πρώτα του στάθηκαν εμπόδιο, τώρα του πλέκουν το εγκώμιο.

Τελικά γουστάρουμε τους καλλιτέχνες;

Η προφανής απάντηση είναι ναι, ειδικά αν κρίνουμε από τη συμπεριφορά του κόσμου στο ίντερνετ, αλλά το σύστημα που έχουμε φτιάξει δεν τους υποστηρίζει. Ένα σύστημα που κοιτάει αποκλειστικά το κέρδος σου αφήνει λίγα περιθώρια για έκφραση, είναι μια μόνιμη μάχη όπου κάποιοι επιμένουν και καταφέρνουν και τρυπώνουν ανάμεσα από τις ρωγμές του συστήματος· οι υπόλοιποι απλά προσπαθούν και προσπαθούν και είτε τα παρατάνε, είτε πεθαίνουν προσπαθώντας.

Υπάρχει η ανόητη ρομαντική άποψη πως οι δυστυχισμένοι δημιουργοί κάνουν τα καλύτερα έργα, αλλά αυτό είναι ψέμα. Ο ίδιος ο Λιντς είχε πει ξανά και ξανά πως ο καλλιτέχνης δεν χρειάζεται να είναι δυστυχισμένος για να δημιουργήσει, απεναντίας, όταν είσαι δυστυχισμένος αυτό σε εμποδίζει να δουλέψεις. Πρέπει να απαιτήσουμε έναν κόσμο όπου η καλλιτεχνική έκφραση δεν είναι πολυτέλεια, έναν κόσμο όπου το να πουλήσεις την ψυχή σου δεν είναι η μοναδική λύση.

“The Hell Of It”

Roll on thunder, shine on lightning
The days are long and the nights are frightenin’
Nothing matters anyway
And that’s the hell of it

Winter comes and the winds blew colder
While some grew wiser, you just grew older
And you never listened anyway
And that’s the hell of it

Good for nothing, bad in bed
Nobody likes you and you’re better off dead
Goodbye, we’ve all come to say goodbye (goodbye)
Goodbye (goodbye)
Born defeated, died in vain
Super-destructive, you were hooked on pain
Though your music lingers on
All of us are glad you’re gone

If I could live my life half as worthlessly as you
I’m convinced that I’d wind up burning too

Love yourself as you loved no other
Be no man’s fool and be no man’s brother
We’re all born to die alone, you know, that’s the hell of it

Life’s a game where they’re bound to beat you
And time’s a trick it can turn to cheat you
And we only waste it anyway
And that’s the hell of it

Good for nothing, bad in bed
Nobody liked you and you’re better off dead
Goodbye, we’ve all come to say goodbye (goodbye)
Goodbye (goodbye)
Born defeated, died in vain
Super-destructive, you were hooked on pain
And though your music lingers on
All of us are glad you’re gone

Ο Λευτέρης Αναγνωστόπουλος ασχολείται με τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία. Από τις εκδόσεις Άνω Τελεία κυκλοφορεί το πρώτο του έργο, ένα δυστοπικό, νεο-νουάρ, μυθιστόρημα με τίτλο «Το Κόκκινο Δεξί Χέρι».