Στις 12 Φεβρουαρίου 2026, σε συνέντευξη τύπου στο πλαίσιο της Berlinale 2026, ο Γερμανός δημοσιογράφος Tilo Jung απευθυνόμενος στην κριτική επιτροπή τη ρώτησε σχετικά με την επιλεκτική υποστήριξη του φεστιβάλ στα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς παλαιότερα έχει πάρει θέση υπέρ του Ιράν ή της Ουκρανίας, αλλά ποτέ υπέρ της Παλαιστίνης. Επίσης, αναφέρθηκε στον ρόλο της γερμανικής κυβέρνησης ως υποστηρίκτρια της γενοκτονίας στη Γάζα, αλλά και ως κεντρικός χρηματοδότης του φεστιβάλ. Αξίζει να σημειωθεί πως αν και όλη η συνέντευξη τύπου αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο κανάλι της Berlinale στο YouTube, κατά τη διάρκεια της ερώτησης του δημοσιογράφου σχετικά με την Παλαιστίνη το livestream αντιμετώπισε «τεχνικές δυσκολίες».
Η Ewa Puszczyńska και ο Wim Wenders ήταν αυτοί που απάντησαν στον δημοσιογράφο και μέσα από πάρα πολλά λόγια και υπεκφυγές, συμφώνησαν και οι δύο πως εκεί είναι για να μιλήσουν για ταινίες και όχι για πολιτική -ασχέτως αν πριν από λίγο είχαν πει πως όλες οι ταινίες έχουν πολιτικό πρόσημο-, πως δεν είναι δουλειά τους να μιλάνε για πολιτική, πως είναι άδικο να τους κάνει κάποιος τέτοιες ερωτήσεις, πως άλλο εννοούσαν εκείνοι, όταν είπαν πως οι ταινίες έχουν πολιτικό πρόσημο και άλλο κατάλαβε ο δημοσιογράφος· μίλησαν για ενσυναίσθηση, μίλησαν για κατανόηση, και γενικά έλεγαν, έλεγαν, κι έλεγαν, και τίποτα δεν είπαν εκτός από κοινοτοπίες. Το να είσαι πολιτικοποιημένος όταν σε βολεύει και απολιτίκ όταν ζορίζεσαι είναι επίσης μια πολιτική στάση. Ξέρω ότι ο Wim Wenders συμφωνεί μαζί μου, διότι μετά από τις δηλώσεις του επανεμφανίστηκε ένα παλαιότερο σχόλιό του σχετικά με την πολιτική στον κινηματογράφο.
«Κάθε ταινία είναι πολιτική. Οι πιο πολιτικές είναι αυτές που προσποιούνται πως δεν είναι. Οι ταινίες που στοχεύουν μόνο να “διασκεδάζουν” Είναι πιο πολιτικές γιατί απορρίπτουν την πιθανότητα της αλλαγής. Σε κάθε καρέ σού λένε πως όλα είναι καλά όπως είναι αυτή τη στιγμή. Είναι μια μόνιμη διαφήμιση».
Οπότε, το να προσποιείται ότι η ερώτηση είναι περίπλοκη και ότι εκεί βρίσκεται μόνο για να μιλήσει για ταινίες είναι μια πολιτική κίνηση. Η μόνη δυσκολία που αντιμετωπίζω στο να καταδικάσεις μια γενοκτονία στην παρούσα φάση είναι αν μετά τις δηλώσεις ο εργοδότης σε απολύσει και δεν σου βάλει τα λεφτά στην τράπεζα. Τέλος, για να ξεχειλίσει το ποτήρι, είπε να προσθέσει πως, «οι ταινίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά όχι την πολιτική». Τι είναι η πολιτική; Ήταν εδώ και μας περίμενε; Τη βρήκαμε έτοιμη; Αν μπορείς να αφυπνιστείς και να ευαισθητοποιηθείς από ένα έργο, τότε, αν ενωθούν πολλών ανθρώπων οι φωνές, η πολιτική μπορεί να αλλάξει. Ίσως να μην φαίνεται, ίσως να αλλάζει αργά, αλλά αλλάζει.
Μια απ’ αυτές τις ταινίες που «μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά όχι την πολιτική» είναι και το The Devils του Ken Russell που κυκλοφόρησε το 1971 και αμέσως μετά κατακρεουργήθηκε, απαγορεύτηκε σε κάμποσες χώρες, θάφτηκε και ξεχάστηκε μέχρι την επανεμφάνισή του. Πώς όμως επανεμφανίστηκε; Όχι μαγικά πάντως. Απλά, όπως και με όλα τα μεγάλα έργα τέχνης, οι άνθρωποι στους οποίους μίλησε η ταινία δεν σταμάτησαν και οι ίδιοι να μιλάνε γι’ αυτήν και ας έλεγαν κριτικοί της εποχής πως είναι μια ταινία για «σαδιστές και ανώμαλους».
![]()
Το The Devils είναι μια ταινία για τη θρησκεία, τη σεξουαλική καταπίεση, τη μαζική υστερία και τις πολιτικές σκευωρίες που αποσκοπούν στην υποδούλωση των ανθρώπων. Ξεκάθαρα απολιτίκ ταινία (παύση για ειρωνεία). Απ’ αυτές τις ταινίες που τις βλέπεις και μετά δεν θες να κάνεις παραπάνω συζητήσεις για τη θεματολογία της και τον τρόπο που η θρησκεία επηρεάζει την πολιτική. Όταν ξεκινάει με τον καρδινάλιο να θέλει να βοηθήσει τον βασιλιά να δημιουργήσουν μια νέα Γαλλία, όπου κράτος και εκκλησία είναι ένα, δεν είναι κάποιο πολιτικό σχόλιο, αλλά ένα τυχαίο γεγονός.
Βασισμένο στο ιστορικό βιβλίο The Devils of Loudun του Aldous Huxley και με υλικό από το θεατρικό έργο The Devils του John Whiting, το έργο του Ken Russell είναι η διαχρονική ιστορία για την αχόρταγη όρεξη ενός κράτους για περισσότερο έλεγχο και το κόστος του φανατισμού.
Στο Loudun, όπου καθολικοί και προτεστάντες ζουν σε αρμονία, ο κυβερνήτης της πόλης πέθανε και τώρα τον έλεγχο τον έχει ο Urbain Grandier, ένας ανήθικος, περήφανος και διάσημος ιερέας, ο οποίος έχει ερωτικές σχέσεις με μια γυναίκα, τις οποίες, όμως, και διακόπτει όταν μαθαίνει πως εκείνη είναι έγκυος και καταλήγει να παντρεύεται κρυφά κάποιαν άλλη. Εν αγνοία του, μια καλόγρια, η Jeanne des Anges, έχει εμμονή μαζί του -καθώς ο Grandier έχει celebrity status στο Loudun- και, όπως είναι σεξουαλικά καταπιεσμένη, υποφέρει από οράματα, στα οποία ο Grandier, σαν άλλος Ιησούς, κάνει έρωτα μαζί της όπως αποκαθηλώνεται από τον σταυρό. Όταν η Jeanne μαθαίνει για τον γάμο του ισχυρίζεται πως την αποπλάνησε με μαύρη μαγεία και πως ήρθε στον ύπνο της και έκλεψε το κορμί της από τον Χριστό.

Όσοι θέλουν να βγάλουν τον Grandier από τη μέση γιατί τους χαλάει τα σχέδια που έχουν καταστρώσει για την πόλη, εκμεταλλεύονται την κατάσταση και σπέρνουν τον πανικό που οδηγεί σε μαζική υστερία. Σύντομα, περισσότερες καλόγριες ομολογούν πως έπεσαν θύμα της μαγείας του και σκίζουν τα ρούχα τους και τρέχουν γυμνές μέσα στην εκκλησία, όπου και ενδίδουν σε όλες τις καταπιεσμένες σαρκικές τους ανάγκες. Στις κομμένες σκηνές βλέπουμε και την πιο τολμηρή σκηνή της ταινίας, όπου οι καλόγριες λαμβάνουν μέρος σε ένα όργιο που διαδραματίζεται γύρω από ένα ξύλινο άγαλμα του Χριστού πάνω στον σταυρό.
Ο Urbain Grandier συλλαμβάνεται μαζί με τη σύζυγό του από τις αρχές, βασανίζεται και τελικά καταδικάζεται να καεί στην πυρά. Κάποιοι, όπως η Jeanne des Anges, είχαν ήδη ομολογήσει την αλήθεια, αλλά αυτό δεν ήταν στα συμφέροντα όσων ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση, οπότε αγνόησαν τις νέες ομολογίες και τελικά πήραν αυτό που ήθελαν και κατέστρεψαν τα τείχη του Loudun και πλέον είναι ελεύθεροι να συνεχίσουν το κυνήγι μαγισσών και αλλού.

Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε πως το The Devils είναι διαβόητη ταινία. Όχι με τον τρόπο που είναι ένα έργο σαν τον Κώδικα Da Vinci, το οποίο καταλήγεις να το βλέπεις/διαβάζεις και από πριν το ολοκληρώσεις συνειδητοποιείς ότι όλη του η φήμη προέρχεται από συντηρητικές φωνές που ο δογματισμός τους έχει τυφλώσει. Το The Devils είναι μια ταινία που δείχνει τα δόντια της γιατί καταλαβαίνει ότι πρέπει να παλέψει, να φωνάξει, και γι’ αυτό δεν καταφέρνει κανείς να τη φιμώσει όση λογοκρισία και να υποστεί. Δεν πολεμήθηκε γιατί «έπαιξε» με θρησκευτικά σύμβολα, αλλά γιατί αποκαλύπτει τα ζωύφια που κρύβονται κάτω από το φρεσκοκομμένο γρασίδι. Δεν προσποιείται πως άλλο πράγμα είναι η θρησκεία και άλλο η πολιτική και επιτίθεται φανερά στον αυταρχισμό και την υποκρισία των στρωμάτων εξουσίας.

Ο Russell ήθελε να αποφύγει τα κλισέ σκηνικά που συντροφεύουν τις ταινίες εποχής και κατέληξε σε αναχρονιστικά σκηνικά, ακόμα και φουτουριστικά, τα οποία το «ξεκολλάνε» από την εποχή του, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία πως αυτά τα παιχνίδια της ελίτ συνεχίζονται ακόμα και σήμερα και δεν είναι κάτι που μπορεί κάποιος να το απορρίψει λέγοντας, «αυτά γινόντουσαν παλιά». «Αυτά» συμβαίνουν ακόμα και σήμερα. Όσοι μπορούν να αγνοούν την καταστροφή που γίνεται γύρω τους έρχονται από προνομιακές θέσεις που τους επιτρέπουν να κρατάνε αυτή τη στάση. Αν αγνοείς τον πόνο των άλλων, γιατί απλά θες να μιλήσεις για ταινίες, τότε, όσο εξαιρετικός σκηνοθέτης και να είσαι, μέσα σου έχεις χάσει τη δύναμη του σινεμά και των εικόνων του. Αν έχεις δυνατή φωνή και αρνείσαι να πάρεις θέση, είσαι απλά ένας υπάλληλος και όχι καλλιτέχνης. Ένας υπάλληλος που προσπαθεί να μειώσει και να αναιρέσει τη δύναμη της δουλειάς του απλά για να βγει από μια δύσκολη θέση. Ποιος όμως έχει πιο δύσκολη θέση; Αυτός που πνίγεται και ανατινάζεται ή αυτός που κάθεται σε μια βολική καρέκλα; Αν μια ταινία μπορεί να σε αλλάξει, τότε ήδη έχει αλλάξει και η πολιτική.
Το The Devils είναι βλάσφημο μόνο για όσους εθελοτυφλούν ή γι’ αυτούς που έχουν άμεσο κέρδος από τη βιομηχανία κράτους και εκκλησίας. Για όλους τους υπόλοιπους είναι μια προειδοποίηση.
