Τέσσερις ταινίες: «Κορσές», «Το Μενού», “Wakanda Forever”, «Ο Άγνωστος»

Έχω μια μαύρη λίμνη στο μάτι μου

Θα το πάρουμε λίγο αλλιώς αυτή την εβδομάδα και θα μιλήσουμε για τέσσερις ταινίες, αντί για μία.

Ξεκινάμε με τον «Κορσέ» της Μαρί Κρόιτσερ. Η τριλογία των ταινιών της δεκαετίας του 50 για την Σίσσυ, την Αυτοκράτειρα της Αυστρίας κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, με πρωταγωνίστρια τη Ρόμι Σνάιντερ, προβάλλεται εθιμικά κάθε Χριστούγεννα στην τηλεόραση της Αυστρίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας. Η Κρόιτσερ θα πει σε μια συνέντευξη: «Ζω στη Βιέννη από το 1996 και βλέπω το πρόσωπο εκατό φορές τη μέρα σε κάθε κατάστημα με σουβενίρ. Είναι σίγουρα το κεντρικό τουριστικό αξιοθέατο της πόλης». Παίρνει λοιπόν αυτή την σουβενίρ εικόνα και προσπαθεί να την αντιστρέψει, κοιτάζοντας από την πίσω πλευρά της. Τηρουμένων όλων των υπολοίπων αναλογιών, επιχειρεί κάτι αντίστοιχο με αυτό που έκανε με το “Joker” ο Τοντ Φίλιπς, όταν πήρε ένα ποπ είδωλο για να το επανοικειοποιηθεί και να προσφέρει στο κοινό μια πολύ διαφορετική προσέγγιση.

Η Σίσσυ μεγαλώνει, αγχώνεται με το βάρος της και την εξωτερική της εμφάνιση, είναι πια σαράντα σε μια εποχή που τα σαράντα ήταν το προσδόκιμο ζωής των γυναικών υπηκόων της, ασφυκτιά από το πλαίσιο των υποχρεώσεών της, νιώθει παγιδευμένη στους κανόνες της ζωής της, ψάχνει να βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει διαρκώς. Μολονότι πήγα να δω τον «Κορσέ» προετοιμασμένος για το είδος της ταινίας που θα παρακολουθούσα, για μεγάλο διάστημα δεν μπορούσα να μπω πραγματικά μέσα του. Μάλλον τον έβρισκα υπερβολικά «γυναικείο» για να με αφορά, έχοντας επιπλέον και το ζήτημα που είχα με το “Spencer“: αλήθεια γιατί να χολοσκάσω τόσο για το κλείσιμό της ηρωίδας σε ένα χρυσό κλουβί; Κι αν το ζητούμενο είναι η εστίαση στο φύλο, πρέπει άραγε να το κάνουμε με ηρωίδα μια αυτοκράτειρα; Όσο η ταινία προχωρούσε όμως, και ιδιαίτερα από το δεύτερο μέρος της και ύστερα, άρχισα όλο περισσότερο να συνδέομαι, καθώς άρχισα να βρίσκω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που συγγενεύει με το «Πιάνο» της Τζέιν Κάμπιον και γενικότερα με το σινεμά της Τζέιν Κάμπιον και ότι η Σίσσυ του είναι πολύ πιο κοντά στην Άιντα του «Πιάνου» απ’ ό,τι στη Νταϊάνα του «Σπένσερ».

Συντονίστηκα έτσι περισσότερο με την ταινία, όταν βγήκα από τον ιστορικό περίγυρο και τους συγκεκριμένους περιορισμούς, όταν βγήκα γενικότερα από το πλαίσιο της καταπίεσης και της Πατριαρχίας, και μπόρεσα να συναντηθώ με μια ηρωίδα που βρίσκει τον τρόπο να κάνει του κεφαλιού της και να υπακούει μόνο στα εσωτερικά της θέλω, με τον τρόπο που και η Άιντα το έκανε. Συντονίστηκα δηλαδή περισσότερο, όταν ξεκόλλησα από την προσπάθεια να πάρω τα δίκια της και να δικαιολογήσω τη συμπεριφορά της. Απ’ την άλλη, προφανώς και όταν το πλαίσιο σε περιορίζει λόγω του φύλου σου οι λόγοι να κάνεις του κεφαλιού σου είναι πολύ περισσότεροι, η ανάγκη να κάνεις του κεφαλιού σου πολύ εντονότερη, προφανώς και όταν οι κανόνες είναι φτιαγμένοι και ραμμένοι στα ανδρικά μέτρα έχεις ως άνδρας πολύ μεγαλύτερο περιθώριο να κάνεις του κεφαλιού σου.

Ακόμα κι έτσι όμως παραμένει το ερώτημα: η Κρόιτσερ και η Κάμπιον αναγνωρίζουν αυτό το χαρακτηριστικό ως κατεξοχήν γυναικείο, εντοπίζοντας εκεί ένα καίριο μέρος της γυναικείας ταυτότητας; Ή μήπως αντίθετα είναι πάλι το δικό μου ανδρικό βλέμμα που βλέπει στις αντιδράσεις της Σίσσυ και της Άιντα ένα: «Εγώ παιδιά ακούω μόνο το νόμο της καρδιάς μου και τις αντιφάσεις μου και τώρα θέλω αυτό και μετά θέλω κάτι άλλο και ό,τι κι αν θέλω είναι η αλήθεια της συγκεκριμένης στιγμής μου και άρα τελικά και η βαθύτερη αλήθεια μου»; Και στη σημερινή εποχή, σε μια εποχή που από τις γυναίκες απαιτείται να παίζουν όλους τους ρόλους μαζί, σε μια εποχή που τις έχει απελευθερώσει εν μέρει από τα χρυσά ή τσίγκινα κλουβιά τους, ρίχνοντάς τες σε πιο ελεύθερα αλλά και πιο σύνθετα πεδία, σε μια εποχή που μια γυναίκα πρέπει να παίξει όλους τους ρόλους μαζί και να σηκώσει όλα τα βάρη μαζί, το ερώτημα παραμένει αν όντως ο γυναικείος τρόπος, η γυναικεία ιδιοσυστασία είναι αυτή του κάπως αλλοπαρμένου νεραϊδίσιου πλάσματος που βρίσκει τρόπο να πετάξει όλα τα πλαίσια και όλα τα πρέπει στην άκρη, ακολουθώντας εσωτερικούς δρόμους ελευθερίας, ή αν αντίθετα οι δρόμοι προς την εσωτερική ελευθερία και τη γυναικεία ταυτότητα δεν προκύπτουν μέσα από την προσέγγιση αερικού αλλά με πολύ πιο γήινα εργαλεία. Δεν έχω απάντηση, ερωτήσεις θέτω, με βλέμμα ανδρικό, άρα πιθανώς αναρμόδιο. Αλλά ο καθένας μας δεν μπορεί τελικά παρά να έχει την αρμοδιότητα του βλέμματός του.

Η Βίκυ Κριπς μετά την «Αόρατη Κλωστή» δεν δίνει απλά μια ακόμα σημαντική ερμηνεία, αλλά και μια σημαντική ερμηνεία ενός γυναικείου χαρακτήρα που έχουμε λόγο να τον θυμόμαστε. Η Κρόιτσερ σκηνοθετεί την ταινία της με εικαστική δύναμη και σταθερό χέρι. Και αν μεγαλύτερη αξία έχουν οι ταινίες που ξεκινάς να τις παρακολουθείς μάλλον δύσθυμα, αλλά σιγά σιγά σε εντάσσουν μέσα τους, ο «Κορσές» ήταν για μένα μια από αυτές. Αν τον δείτε, μείνετε να δείτε και τα κρέντιτς.

Αλλαγή κλίματος με το ”Black Panther: Wakanda Forever” του Ράιαν Κούγκλερ. Οι υπερήρωες δεν πεθαίνουν ποτέ, έτσι δεν είναι; Ας πιστώσουμε στο κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel ότι σε προηγούμενα installments του τον ανέτρεψε αυτόν τον κανόνα. Τι γίνεται όμως όταν πεθάνουν οι ηθοποιοί που υποδύονται υπερήρωες oι οποίοι δεν ήταν να πεθάνουν; Tότε μακροχρόνιοι σχεδιασμοί τεραστίων μπάτζετ ανατρέπονται και χρειάζεται να τεθούν σε νέα βάση. Ο τόσο απροσδόκητος και τόσο πρόωρος θάνατος του Tσάντγουικ Μπόουσμαν από καρκίνο έφερε τους δημιουργούς του “Black Panther” ενώπιον ενός πολύ πρακτικού προβλήματος: θα έβαζαν να τον υποδυθεί κάποιος άλλος ηθοποιός σαν να μην έτρεχε τίποτα; Ευτυχώς δεν το έκαναν. Άρα θα έπρεπε να πεθάνει κι αυτός; Ναι. Τι κρίμα και τι ειρωνικό να μην μπορείς να κινηματογραφήσεις θεαματικά τον θάνατο ενός υπερήρωα. Τι κρίμα και τι τραγικό να πεθαίνουν οι αληθινοί άνθρωποι νέοι. Νέοι; Ο Μπόουσμαν πέθανε στα 44. Λίγο πιο πάνω είδαμε ότι το προσδόκιμο ζωής στην εποχή της Αυτοκράτειρας Σίσσυ ήταν 40.

Angela Bassett as Ramonda in Marvel Studios’ Black Panther: Wakanda Forever. Photo courtesy of Marvel Studios. © 2022 MARVEL.

Δεν θέλω να υπεισέλθω εδώ σε λεπτομέρειες για το “Wakanda Forecver” -τo οποίο βρήκα σε γενικές γραμμές αξιοπρεπές για το είδος του και σε αρκετά του σημεία εντυπωσιακό οπτικά- όσο να επαναλάβω μια γενικότερη τοποθέτησή μου για το συγκεκριμένο είδος και το συνολικότερο φαινόμενο: είχα εντονότατα αρνητική προκατάληψη για το υπερηρωικό σινεμά και το σινεμά της Marvel κι όταν άρχισα να βλέπω λίγο πιο συστηματικά ταινίες του με το γιο μου, το έκανα με πολλή συγκατάβαση. Η συγκατάβαση άρχισε να δίνει τη θέση της στη σταδιακή συνειδητοποίηση, ότι το υπερηρωικό σινεμά, ενώ προφανώς και πρώτα απ’ όλα είναι ένα σινεμά που κινείται εντός πάρα πολύ συγκεκριμένων πλαισίων, διατηρεί μέσα στα πλαίσια αυτά αρκετό ως ενίοτε και μεγάλο χώρο για αφηγηματική ελευθερία και δημιουργικές κινηματογραφικές ανάσες. Μάλλον όταν περάσουν λίγα χρόνια ακόμα και κατακάτσει λίγο η σκόνη θα αρχίσει να γίνεται και κάπως πιο εύκολα διακριτό, ποιες ταινίες από το σύμπαν της Marvel ή της DC κατόρθωσαν να χωρέσουν μέσα τους εικόνες και στιγμές που θα ζήλευε και πολύ πιο ενήλικο ή και καλλιτεχνικό σινεμά. Ένα παράδειγμα που μου έρχεται στο νου είναι το περσινό “Τhe Suicide Squad” του Τζέιμς Γκαν, ένα πραγματικά απολαυστικό, αυθάδες και ανατρεπτικό κινηματογραφικό ταξίδι. Κι όλα αυτά χωρίς να παραγνωρίζω την ειδικότερη ταυτοτική διάσταση ταινιών, όπως κατεξοχήν η σειρά του “Βlack Panther”, για τη σχέση του με τους μαύρους στις ΗΠΑ και εκτός των ΗΠΑ, για την μαύρη κουλτούρα, την Αφρική κλπ.

Lupita Nyong’O as Nakia in Marvel Studios’ Black Panther: Wakanda Forever. Photo courtesy of Marvel Studios. © 2022 MARVEL.
Letitia Wright as Shuri in Marvel Studios’ Black Panther: Wakanda Forever. Photo courtesy of Marvel Studios. © 2022 MARVEL.

Περνάμε στο «Μενού» του Μάρκ Μάιλοντ: φοβερός και τρομερός σεφ διατηρεί εστιατόριο σε ιδιωτική νησίδα, όπου έναντι πανάκριβου τιμήματος προσφέρει το φοβερό και τρομερό μενού του σε μια ντουζίνα εκλεκτούς και ξεχωριστούς καλεσμένους του. Η κατάσταση θα ξεφύγει ή μάλλον θα πάει ακριβώς όπως την είχε εξαρχής σχεδιάσει. 

Όσο κι αν είμαστε αναφανδόν υπέρ των σημαντικών τηλεοπτικών σειρών, και το “Succession” είναι σαφώς μια απ’ αυτές, περιπτώσεις σαν το «Μενού» βοηθούν μάλλον να ξαναβάζουμε στη θέση τους κάποια πράγματα. Οι μεγάλες τηλεοπτικές σειρές είναι κυρίως ζήτημα μεγάλου γραψίματος και σκαψίματος χαρακτήρων. Φυσικά και δεν αναιρείται η σκηνοθετική ματιά, φυσικά και είναι απαραίτητη, αλλά πάντως η έμφαση είναι εκεί: στο σενάριό τους. Και ο Μάρκ Μάιλοντ μπορεί να κάνει εξαιρετική δουλειά στο “Succession” ή και στο παρελθόν αλλού (όπως σε επεισόδια του “Game of Thrones”), αλλά αν είναι να συγκρίνουμε το «Μενού» με το αρκετά συγγενές θεματικά «Τρίγωνο της Θλίψης», βλέπουμε τη διαφορά ανάμεσα σε έναν κινηματογραφικό δημιουργό όπως ο Ρόμπερτ Έστλουντ και σε έναν σκηνοθέτη που κάνει πολύ ικανοποιητικά τη δουλειά του (αλλά ως εκεί).

Υπάρχουν βέβαια και άλλες διαφορές. Καταρχάς ο Έστλουντ έχει γράψει και το σενάριο του «Τριγώνου της Θλίψης», ενώ ο Μάιλοντ σκηνοθετεί το σενάριο άλλων (των Σεθ Ράις και Γουίλ Τρέισι). Το βασικό όμως είναι ότι το «Τρίγωνο της Θλίψης» αποκτά προστιθέμενη αξία όταν σκέφτεσαι τι θέλει να πει σε δεύτερη ανάγνωση, όταν σκέφτεσαι για ποιες καταστάσεις και ζητήματα θέλει να μιλήσει μέσα από την ιστορία του, ενώ αντίθετα το «Μενού» το παρακολουθείς πάρα πολύ πιο συμφιλιωμένα μαζί του, όταν αφήσεις περίπου στην άκρη το αίτημα για μεταφορές και αλληγορίες και επικεντρωθείς (και απολαύσεις) αυτό που βλέπεις σε πρώτο επίπεδο. Το «Μενού» είναι πρώτα και κύρια μια ιστορία. Που μπορεί ως τέτοια να είναι και εντελώς αναληθοφανής, που μπορεί το ελάττωμα της αναληθοφάνειάς της να το ξεπερνούσαμε αν τυχόν εστιάζαμε σε αλληγορίες, αλλά υπάρχει κι ένας πολύ πιο αποτελεσματικός τρόπος να το ξεπεράσουμε: είναι απλά μια ιστορία σε μια ταινία, μπορούμε να αναστείλουμε για μια ακόμα φορά τη δυσπιστία μας και να διασκεδάσουμε με τα μη αληθινά -αλλά και τόσο χαριτωμένα- πράγματα που διαδραματίζονται στην οθόνη.

Anya Taylor-Joy and Nicholas Hoult in the film THE MENU. Photo by Eric Zachanowich. Courtesy of Searchlight Pictures. © 2022 20th Century Studios All Rights Reserved

Αφού αντιδιαστείλαμε το «Μενού» απ’ το «Τρίγωνο της Θλίψης», λίγες ακόμα αντιδιαστολές. Καταρχάς είναι εντυπωσιακό ότι το “Succession” έχει τόσο πλούσιους και με τέτοιο βάθος χαρακτήρες, ενώ το «Μενού» έχει κυρίως καρικατούρες και σύμβολα. Ας το αποδώσουμε εν μέρει στους χρόνους και το πλεονέκτημα που έχουν οι τηλεοπτικές σειρές να φτιάχνουν χαρακτήρες κι ας πάμε παρακάτω. Είδα συμπτωματικά αυτόν τον καιρό την πολύ πρόσφατη και πολύ εθιστική τηλεοπτική σειρά “The Bear”. Το “The Bear” θα μπορούσε να είναι αδελφάκι μιας επίσης πολύ δυνατής ταινίας που προβλήθηκε πριν λίγους μήνες του «Σημείου Βρασμού», ενώ τα δυο μαζί φέρνουν στο νου την υπαρξιακή τσίτα της συνεχούς υπερδιέγερσης και του συνεχούς τρεξίματος του “Uncut Gems“. Ο τρόπος ζωής στις κουζίνες που παρουσιάζουν το “Bear” και το «Σημείο Βρασμού» είναι σαν μια νον στοπ ντόπα, η ντόπα της συνεχούς εργασιακής έντασης, του ασταμάτητου εργασιακού άγχους, οι κουζίνες είναι ένα σημείο που το αμερικάνικο όνειρο τέμνεται με το άγχος της επιβίωσης. To «Mενού» ξεκινά μετά από αυτήν την ένταση, την περιγράφει με λόγια αλλά δεν την εικονοποιεί, αν μιλά για αυτήν μιλά για τις συνέπειές της, για τις συνέπειες και την καταστροφικότητα του να ζεις μέσα σε μια τέτοια καθημερινή κόλαση, η οποία όμως με έναν τρόπο μέχρι τώρα είχε αναγορευτεί μέσα σου σε παράδεισο και νόημα ζωής.

Είδα το «Μενού» με έναν φίλο, που με ρώτησε μετά σχεδόν ενοχλημένος, δηλαδή τι είδαμε τώρα, δηλαδή τι ήθελε να πει ο ποιητής; Ενδεχομένως να ήθελε να πει για την τελειομανία που οδηγεί στην αυτοκαταστροφή, ενδεχομένως να ήθελε να μιλήσει για τον ναρκισσισμό, τη δυνατότητα να παράγεις κάτι εκπληκτικό στον τομέα σου αλλά απανθρωποποιημένα, ενδεχομένως να ήθελε να μιλήσει για την τόση εντρύφηση σε έναν εξειδικευμένο τομέα ώστε να ξεχνάς όλον τον υπόλοιπο κόσμο, ώστε όλη η υπόλοιπη ανθρώπινη εμπειρία να καταντάει υποσημείωση, σε βαθμό ψυχικών τερατογενέσεων. Ενδεχομένως όμως -και το ενδεχόμενο είναι ισχυρό- να ήταν απλά μια ωραία ιδέα που μας παρέδωσε μια καθόλου βαρετή για να την παρακολουθείς ιστορία. Λείπουν πάρα πολλά συστατικά από το «Μενού» για να είναι μια σημαντική ταινία με βάρος. Έχει όμως όσα συστατικά χρειάζεται για να είναι μια αξιόλογη και όχι της σειράς ταινία, μια ταινία αρκετά πρωτότυπη ώστε να πιάσει έναν χώρο στη μνήμη μας για να την θυμόμαστε και να την ανακαλούμε.

Και κλείνουμε με τον «Άγνωστο» του Τόμας Μ. Ράιτ. Ο «Άγνωστος» είναι μια από εκείνες τις περιπτώσεις των ταινιών που σε κάνουν αν είσαι σε μικρότερη ηλικία να ερωτευτείς ανεπανόρθωτα το σινεμά κι αν είσαι σε μεγαλύτερη να ξαναθυμηθείς γιατί το αγαπάς τόσο. Όταν ξαναπαίζεις μετά στο μυαλό σου την ιστορία του, σκέφτεσαι ότι δεν είναι κι ότι συμβαίνει κάτι τρομερό ή μάλλον ότι αυτό που συμβαίνει μπορεί και να το έχεις ξαναδεί σε πάμπολλες θεματικές παραλλαγές του. Αλλά το θέμα μιας ταινίας είναι ένα πράγμα και η ματιά και ο κόσμος της ένα άλλο. Και η ματιά του Τόμας Μ. Ράιτ, ο κόσμος στον οποίο μας βάζει, η ατμόσφαιρα που χτίζει δεν μπορούν να αποδοθούν με λέξεις, ακριβώς γιατί δεν είναι λέξεις αλλά μέσα κινηματογραφικά.

Παρακολουθούμε ένα έργο με σκοτάδια Ντέιβιντ Λιντς (και με τρόπο Ντέιβιντ Λιντς ειδικά στην ηχητική μπάντα) βλέπουμε δύο ήρωες, τον Τζόελ Έγκερτον και ακόμα περισσότερο τον εκπληκτικό Σον Χάρις να καθρεφτίζουν ο ένας τον άλλο. Δυο εντελώς άγνωστοι άνθρωποι που θα μπλεχτούν σε ένα παράνομο κύκλωμα. Τα μυστικά του ενός θα τα μάθουμε γρήγορα, τα μυστικά του άλλου θα παραμείνουν εκκρεμή ως περίπου το τέλος – δεν θα τα πούμε, ούτε θα τα υπαινιχθούμε εδώ, αλλά δεν είναι κι αυτά που έχουν την τόση σημασία. Σημασία έχει το κάθε πλάνο από την αρχή ως το τέλος και όλα ενωμένα μαζί, η φωτογραφία, το μοντάζ, η μουσική, ο χώρος, τα πρόσωπα και οι φιγούρες των ηρώων, τα πρόσωπα και οι φιγούρες των δευτεραγωνιστών, σημασία έχει όχι αυτό που σου δείχνει αλλά ο τρόπος που στο δείχνει.

«Θέλω να σου πω κάτι για αυτό που έγινε το προηγούμενο βράδυ». «Δεν έγινε τίποτα, ξέχνα το».  «Άκουσέ με. Βλέπω πολύ πορνό. Τη βρίσκω με ακρωτηριασμένους. Με ανθρώπους που δεν έχουν χέρια και πόδια. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που βρίσκω επάνω σου, αλλά μου θυμίζεις ακρωτηριασμένο». «Μην λες τέτοια, γιατί θα πιστέψω ότι είσαι για δέσιμο». «Τι είπες;» «Συγγνώμη, δεν ήθελα να …». «Έχω μια μαύρη λίμνη στο μάτι μου». Εδώ το έβαλα με μπολντ. Εδώ το περιέγραψα με λέξεις. Δεν είναι καθόλου το ίδιο. Δεν είναι καθόλου ίδιο να το βλέπεις και να το ακούς στον «Άγνωστο». Παγώνει το βλέμμα σου κι ανοίγει ίσως μια μαύρη λίμνη και στο δικό σου μάτι. «Ο Άγνωστος» είναι μια ταινία για το κακό, για το κακό εκείνο που το κάνεις χωρίς να είσαι σίγουρος γιατί, χωρίς να το έχεις προγραμματίσει, σαν τις λέξεις που βγαίνουν απλώς απ’ το στόμα σου. 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.