Το Καραμπάς είναι μια μικρή πόλη στα βάθη της Ρωσίας. Μικρή και άγνωστη. Κι ο μόνος λόγος για τον οποίο είναι σε κάποιους γνωστή, ο μόνος λόγος για τον οποίο ξεχωρίζει, είναι εντελώς αρνητικός: τα υψηλά επίπεδα μόλυνσης και τα υψηλά ποσοστά της εξαιτίας της θνησιμότητας. Ένα εργοστάσιο χαλκού εκεί δίνει δουλειές στους ντόπιους, αλλά με ακριβό τίμημα. 

Ένας τόπος όμως δεν είναι μόνο οι στατιστικές του, όσο ζοφερές κι αν είναι, όποια αντικειμενική πραγματικότητα κι αν περιγράφουν. Ένας τόπος δεν είναι μόνο όσα τον καθιστούν στα μάτια των ξένων σημείο προς αποφυγή. Ένας τόπος είναι και το πώς τον ζεις από μέσα. Ένας τόπος είναι και βιώματα, αναμνήσεις, ζωή. Ένας τόπος είναι ένα ανήκειν, ένα συστατικό στοιχείο του εαυτού σου. Ένας τόπος είναι μια καταγωγή και μια κατάφαση, ένα συνολικό ναι προς την εμπειρία της ύπαρξης. Κι ο τριαντάχρονος Πάσα Ταλάνκιν αγαπά τον τόπο του, αγαπά τις πολικές θερμοκρασίες του χειμώνα, αγαπά τον καθαρό αέρα των Ουραλίων όταν καταφέρνει και διαπερνά τη μόλυνση, αγαπά το σχολείο στο οποίο δουλεύει, αγαπά τους μαθητές του σχολείου, αγαπά την καθημερινότητά του. Κι όταν τα αγαπάς όλα αυτά, αγαπάς τελικά και την πατρίδα σου. 

Eργάζεται στο σχολείο στο οποίο ήταν κι ο ίδιος μαθητής. Ανήκει στο ευρύτερο προσωπικό του, οργανώνει εκδηλώσεις, τις βιντεοσκοπεί, έχει εκεί και ένα γραφείο που μπορούν να μαζεύονται οι μαθητές και να συζητάνε. Και βάσει των δικών του λεγομένων, μέχρι την εισβολή στην Ουκρανία το 2022 δεν εντόπιζε και κάποιο άλλο ιδιαίτερο πρόβλημα. Τότε ήταν που διαπίστωσε μια μεγάλη αλλαγή. Κάτι άλλαξε δραστικά στο σχολείο που αγαπούσε, τα προγράμματα εκπαίδευσης πήραν μια πιο μιλιταριστική, προπαγανδιστική, εθνικιστική κατεύθυνση, προετοιμάζοντας πνευματικά και ψυχικά τους αυριανούς στρατιώτες. 

Ο Πάσα αρχίζει να βιώνει μια εσωτερική σύγκρουση, την οποία επιτείνει το γεγονός ότι υπάρχει πια κρατική ντιρεκτίβα για καταγραφή μαθημάτων και δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την επίσημη κατήχηση υπέρ του πολέμου. Δεν είναι διατεθειμένος να παίξει αυτό τον ρόλο, υποβάλλει παραίτηση. Ταυτόχρονα όμως ψάχνεται για το αν θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο και επικοινωνώντας με το εξωτερικό, έρχεται τελικά σε επαφή με τον σκηνοθέτη Ντέιβιντ Μπόρενσταϊν. Aνακαλεί την παραίτησή του αρχίζοντας πια να βιντεοσκοπεί με άλλο πνεύμα. Πλέον θα λειτουργεί ως διπλός πράκτορας. Το υλικό που βιντεοσκοπεί για σκοπούς κρατικούς, θα το στέλνει έξω για να καταδειχθεί τι συμβαίνει τώρα στη Ρωσία. Ακολουθούν δύο και πλέον χρόνια κρυπτογραφημένων μηνυμάτων και καθημερινής αποστολής υλικού απ’ τον Ταλάνκιν στο Μπόρενσταϊν. Κανείς δεν φαίνεται να τον υποπτεύεται για κάτι, κανείς δεν φαίνεται να ασχολείται ιδιαίτερα με την πάρτη του, μοιάζει ακίνδυνος ακόμα κι όταν στο μυαλό του κάνει φανερές αντιστασιακές πράξεις. Kάπου στα μέσα του 2024 ο Tαλάνκιν φεύγει για το εξωτερικό και για ευνόητους λόγους δεν ξαναγυρνά, το ντοκιμαντέρ πάνω στο υλικό που κατέγραφε ο Ταλάνκιν και το οποίο ξεδιάλεγε, μόνταρε και έφτιαξε μέσω αυτού μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος ο Μπόρενσταϊν ολοκληρώνεται, το «Κος Κανένας Εναντίον Πούτιν» κερδίζει ένα σωρό βραβεία, ανάμεσά τους ΒΑFTA και Όσκαρ ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, σήμερα Μάιο του 2026 ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει μπει στον πέμπτο του χρόνο. 

H Iστορία μπορεί να είναι επιστήμη, αλλά τα κρατικά εκπαιδευτικά συστήματα δεν διδάσκουν στα σχολεία την ίδια Ιστορία, όπως ίσως διδάσκουν σε μεγάλο βαθμό τα ίδια Μαθηματικά, την ίδια Βιολογία, την ίδια Φυσική. Και η διαφορά δεν βρίσκεται μόνο στην έμφαση που λογικό είναι να δίνεται στην Ιστορία κάθε χώρας, αλλά και στο περιεχόμενο αυτής της Ιστορίας. Αποσιωπούνται μελανά σημεία, υπερτονίζονται τα κολακευτικά, υπάρχει μεροληψία ως προς τα αμφισβητούμενα. Έτσι έγιναν τα πράγματα στο παρελθόν, αυτή είναι η εθνική μας αφήγηση, εντός των συνόρων του κράτους μας και εντός των σχολείων του τα παιδιά μας πρέπει να χαράξουν σύνορα στον δικό τους τρόπο σκέψης, σφυρηλατώντας την εθνική τους συνείδηση που θα είναι γεμάτη από εθνικά δίκαια.

Αυτό βέβαια σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει μέσα σε αυτή τη γενική εικόνα δεν υπάρχουν κι ένα σωρό διαβαθμίσεις από κράτη σε κράτη ή κι από εποχή σε εποχή κι από καθεστώς σε καθεστώς. Κι αν η Ρωσία του Πούτιν μέχρι το 2022 δεν ήταν ένας παράδεισος ελεύθερης διακίνησης ιδεών, επίσης δεν σημαίνει ότι μετά την εισβολή στην Ουκρανία πράγματα δεν επιδεινώθηκαν. Κάποια από τα ντοκουμέντα της μεταβολής που βλέπουμε στο ντοκιμαντέρ μπορεί να μην μοιάζουν τόσο ανατριχιαστικά, κάποια άλλα όμως, όπως τα σεμινάρια του μισθοφορικού στρατού της Bάγκνερ σε σχολεία ή η διοργάνωση μαθητικών αγώνων ρίψης χειροβομβδίδας, σίγουρα σε ταράζουν.

Μαζί με αυτές τις όντως ξεβολευτικές εικόνες, η πιο ενδιαφέρουσα φιγούρα του ντοκιμαντέρ είναι εκείνη ενός δασκάλου, πουτινικότερου του Πούτιν, που το ζει εντελώς το κρατικό, εθνικό και καθεστωτικό αφήγημα. Στα μαθήματα μιλά στους μαθητές για τη διαβρωτική και υπονομευτική δύναμη των αντίθετων απόψεων. Για την ανάγκη εξάλειψής τους. Τίποτα βέβαια πιο ζωτικό σε μια δημοκρατία από τις αντίθετες απόψεις, θεωρητικά τα παιδιά στα σχολεία αυτό θα έπρεπε να χωνεύουν, αλλά ποια δημοκρατία τώρα, πλάκα κάνουμε; Άσε που και στις δημοκρατίες για τις οποίες δεν κάνουμε πλάκα, στα εθνικά θέματα και ακόμα περισσότερο σε εμπόλεμες καταστάσεις, η ομοψυχία προβάλλει ως το ιδανικό. Ο ίδιος δάσκαλος επαναλαμβάνει με δικά του λόγια ένα σύνθημα που θυμόμαστε από ταινίες για τον πόλεμο του Βιετνάμ. Τότε έλεγαν στους Αμερικάνους αντιφρονούντες “Υοu can love it or leave it”: αν δεν αγαπάς την πατρίδα σου, αν δεν σου κάνει ο τρόπος της, φύγε. Ο Ταλάνκιν όμως λέει ότι το να αγαπάς την πατρίδα σου σημαίνει να μπορείς να λες ότι έχουμε πρόβλημα. Αν τα πράγματα στην πατρίδα σου έχουν ξεφύγει, πατριωτικό δεν είναι να σωπαίνεις και να μην μιλάς για το καλό της, αλλά αντίθετα είναι το καλό της που επιτάσσει να μιλήσεις και να επισημάνεις το πρόβλημα.

Στην ευχαριστήρια ομιλία του στην απονομή των Όσκαρ, ο Ντέιβιντ Μπόρενσταϊν λέει ότι το «Κος Κανένας Εναντίον Πούτιν» δείχνει τη διαδικασία με την οποία χάνει κανείς την ίδια του τη χώρα. Δεν την χάνει μεμιάς, αλλά με αμέτρητες μικρές παραχωρήσεις και συνενοχές, που αρχίζουν και εδραιώνουν μια κατάσταση: μια κυβέρνηση δολοφονεί ανθρώπους στους δρόμους των μεγάλων της πόλεων, οι ολιγάρχες παίρνουν τα μίντια στα χέρια τους και ελέγχουν την παραγωγή και την κατανάλωση του περιεχομένου. Κι ο καθένας μας έχει απέναντι σε όλο αυτό μια ηθική επιλογή και ευθύνη. Μιλώντας προφανέστατα για τις αναλογίες ανάμεσα στη Ρωσία του Πούτιν και τις ΗΠΑ του Τραμπ, σε κάνει να σκέφτεσαι ότι το να χωριζόμαστε (και δη άνευ όρων) σε στρατόπεδα τύπου Δύση – υπόλοιπος κόσμος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ανταποκρινόμαστε στη μεγάλη εικόνα. Ότι η μεγαλύτερη, η συνεπέστερη και η μη αντιφατική εικόνα δεν είναι να είσαι είτε με αυτούς είτε με τους άλλους, κάνοντας τα στραβά μάτια στα κακώς κείμενα αυτών ή των άλλων, αλλά αντίθετα να είσαι πάντα και σε κάθε τόπο, με τον αγώνα των ανθρώπων ενάντια στην ασυδοσία της εξουσίας. 

Όταν δηλαδή αντιδράμε στα κακά της δικής μας εθνικής αφήγησης και στα κακά του τρόπου επιβολής της εξουσίας στη δική μας κοινωνία, δεν γίνεται να καταπίνουμε καμήλους ούτε σε εθνικές αφηγήσεις άλλων ούτε στον τρόπο επιβολής της εξουσίας στις δικές τους κοινωνίες. Γιατί τότε την τυφλή και φανατική μονομέρεια της εθνικής αφήγησης την αντικαθιστά η τυφλή και φανατική μονομέρεια της ιδεολογικής (ή μάλλον μιας ιδεολογίας που δεν στηρίζεται αποκλειστικά στα δικά της πιστεύω, αλλά ετεροκαθορίζεται από το ποιος είναι ο εχθρός του εχθρού).

Εν πάση περιπτώσει, το τελικό ερώτημα είναι το εξής: αν το να αγαπάς σήμερα ως Ρώσος τη Ρωσία συνεπάγεται την υποχρέωσή σου να φωνάξεις πως έχουμε πρόβλημα, το να αγαπάς σήμερα ως Έλληνας την Ελλάδα συνεπάγεται άραγε κάτι αντίστοιχο; Ρητορικό ήταν το ερώτημα. Κατά τη γνώμη μου η απάντηση είναι ναι. Έχουμε πρόβλημα.