Κάθε φορά που γυρίζεται ένα biopic μουσικού σταρ, υπάρχει ένα προνομιακό έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να πατήσει, υπάρχει ένα στοίχημα κερδισμένο εξαρχής. Θα αναπαρασταθούν σκηνές από συναυλίες ή και η ηχογράφηση των μεγάλων επιτυχιών του στο στούντιο, ενώ θα ακούμε τα τραγούδια είτε με την αυθεντική φωνή είτε με τη φωνή των ηθοποιών που ερμηνεύουν τους αντίστοιχους ρόλους, με αποτέλεσμα ο -πιθανότατα- φαν θεατής να την καταβρίσκει. Ταυτόχρονα όμως, επειδή δεν γίνεται να βλέπουμε μόνο αυτό, θα πρέπει σημαντικό μέρος της ταινίας να μας δείχνει και την υπόλοιπη ζωή του μουσικού ειδώλου. Το οποίο άλλωστε συνιστά υποτίθεται και έναν βασικό λόγο της δημιουργίας της: ο άνθρωπος πίσω από τον σούπερ σταρ, ο άνθρωπος πίσω από τον καλλιτέχνη, η ζωή του πίσω από τα φώτα. 

Συνήθως λοιπόν εδώ υπάρχουν δύο παγίδες. Η πρώτη πιο προφανής, το φλερτ με την αγιογραφία ή έστω με μια απεικόνιση που θα εμπεριέχει πολλές λειάνσεις χαρακτηριστικών ή συμπεριφορών. Η δεύτερη είναι ο άνθρωπος πίσω από τον σταρ να μην είναι και τόσο συναρπαστική περίπτωση, η ζωή του πίσω από τα φώτα να μην έχει τόσο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, να μην υπάρχει κάποια ξεχωριστή ιστορία να ειπωθεί, το συνοδευτικό της αναπαράστασης των τραγουδιών βιωματικό υλικό να προσπαθεί να βγάλει από τη μύγα ξύγκι. Και η μεγάλη ειρωνεία στην περίπτωση του “Μichael” είναι ότι ο Μάικλ Τζάκσον ήταν ένας άνθρωπος τόσο διαφορετικός από τους υπόλοιπους ανθρώπους, που θα μπορούσε να χτιστεί πάνω του ο ήρωας μιας πολύ σημαντικής ταινίας ή και ενός πολύ σημαντικού μυθιστορήματος. Βασικά είναι τόσο πρόσφορος προς εξερεύνηση ο χαρακτήρας του, που θα είχε αυτοτελές ενδιαφέρον να γυριζόταν ακόμα και μια ταινία στην οποία δεν θα ακούγαμε ούτε δυο νότες του και δεν θα βλέπαμε ούτε δυο χορευτικά του βήματα (αν και κάτι τέτοιο θα ήταν όντως αμαρτία απ’ τον Θεό).

Judah Edwards as Young Tito, Jaylen Hunter as Young Marlon, Juliano Krue Valdi as Young MJ, Nathaniel McIntyre as Young Jackie and Jayden Harville as Young Jermaine in Michael. Photo Credit: Courtesy of Lionsgate

Υπάρχει ένα ντοκιμαντέρ τoυ 2003, το “Living with Michael Jackson”. Εκεί η κάμερα μπαίνoντας μέσα στην “Neverland” (στην προσωπική ιδιοκτησία, φάρμα, παιδική χαρά του), καταγράφει διάφορα σοκαριστικά στιγμιότυπα και αποστροφές του λόγου του Τζάκσον. Στιγμιότυπα, όπως αυτό στο οποίο τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του κυκλοφορούν με βενετσιάνικες μάσκες. Αποστροφές, όπως η επιμονή του ότι δεν έχει κάνει τίποτα στο δέρμα του, απλώς ο ίδιος αλλάζει από μόνος του και δεν υπάρχει τίποτα παράξενο σε αυτό, όπως δεν υπάρχει τίποτα παράξενο στο να μοιράζεσαι το κρεβάτι σου με ξένα παιδιά, αφού δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να μοιράζεσαι την αθώα αγάπη σου με το ομορφότερο πράγμα που υπάρχει στον κόσμο – τα παιδιά. Κι αν μια μέρα όλα τα παιδιά εξαφανίζονταν από προσώπου γης, θα πηδούσε από το μπαλκόνι την επόμενη στιγμή· τόσο σημαντικά ήταν για εκείνον.

Ίσως όμως τίποτα δεν είναι τόσο σοκαριστικό, όσο η στιγμή που πάει σε μια πανάκριβη γκαλερί στο Λας Βέγκας και αρχίζει ένα επαναληπτικό “Ι want this and this and this and this” σηκώνοντας σε χρόνο dt όλο το μαγαζί και ξοδεύοντας ένα μυθικό ποσό, σαν να έχει πάθει αμόκ, ένα αμόκ oλοφάνερα άσχετο με τα ίδια τα αντικείμενα που αγοράζει, αλλά απόλυτα σχετικό με την επιθυμία του να μπορεί να κατέχει ό,τι θέλει.

Ο Μάικλ Τζάκσον ήταν ο συνδυασμός μιας παιδικής ηλικίας που ουδέποτε βιώθηκε κανονικά, αφού ο πατέρας του τον έβαλε στην σόου μπιζ από τα πέντε του και δεν του επέτρεψε να ζήσει ως παιδί, με την απεριόριστη αγοραστική δύναμη που απέκτησε όταν έγινε ένας από τους πιο επιτυχημένους τραγουδιστές στην ιστορία. Ήταν μαζί το παιδί που δεν πρόλαβε να είναι παιδί και ο ενήλικος που είχε τη μοναδική οικονομική άνεση να ικανοποιεί κάθε του επιθυμία σαν να ‘ταν παιδί. Αν καταρχάς τα παιδιά γνωρίζουν μόνο τον νόμο των επιθυμιών τους, το ίδιο και ο καταναλωτής μαθαίνει να ζει επιθυμώντας διαρκώς προϊόντα που του παρουσιάζονται μέσω της διαφήμισης ως πόθοι, πόθοι που πληρώνοντας δικαιούται να αποκτήσει.

Jaafar Jackson as Michael Jackson and KeiLyn Durrel Jones as Bill Bray in Michael. Photo Credit: Glen Wilson/Lionsgate

Το θέμα με τον Τζάκσον ήταν ότι όντας τόσο πλούσιος, τίποτα δεν υπήρξε εκτός συναλλαγής για τον ίδιο. Όλα ήταν προς πώληση. Θέλω το αποκλειστικό μου λούνα παρκ – το έχω. Θέλω εντελώς άλλο πρόσωπο – το έχω. Θέλω από μαύρος να γίνω άσπρος – το έχω. Θέλω να έχω αποκλειστικά δικά μου παιδιά – τα έχω (οι μητέρες πληρώνονται κι αποχωρούν, αγόρασα τη μήτρα τους και την κυοφορία τους). Θέλω να αγοράσω την τυχόν ενοχή μου για τα παιδιά που φέρνω να κοιμηθούμε μαζί στο κρεβάτι  – το κάνω με εξωδικαστικό συμβιβασμό. Θέλω – έχω. Κοστίζει, κοστίζει πολύ, κοστίζει τόσο πολύ, που χρεοκοπώ ακόμα κι εγώ – αλλά τελικά τα έχω. Αγόρασε τα παιδιά του, το δέρμα του, την αθωότητά του, τη μεταμόρφωσή του, δεν μπόρεσε να αγοράσει τον θάνατό του, η μουσική του αθανασία όμως ήταν είναι και θα παραμείνει αναμφισβήτητη.

Αλλά το θέμα δεν είναι η καταδίκη ή η αθώωσή του. Ακόμα κι αν δεν αγόρασε το δέρμα του, ακόμα κι αν η μεταβολή του χρώματός του οφειλόταν όπως ισχυριζόταν σε ασθένεια, ακόμα κι αν δεν ακούμπησε ποτέ σεξουαλικά παιδί (που πράγματι είναι πιθανό να μην ακούμπησε ποτέ σεξουαλικά παιδί), το θέμα είναι ότι ο Μάικλ Τζάκσον ήταν οτιδήποτε εκτός από «κανονικός», το θέμα είναι ότι άλλαξε εξωτερικά μην αλλάζοντας εσωτερικά, άλλαξε εκεί που κανονικά οι άνθρωποι δεν αλλάζουν, μην αλλάζοντας εκεί που κανονικά οι άνθρωποι αλλάζουν. Η σχέση του με την παιδικότητα και τον ουδέποτε τερματισμό της, η σχέση του με τη σεξουαλικότητα και την ενδεχόμενη πλήρη έλλειψή της, η σχέση του με την ανθρωπινότητα και τα άγρια ζώα ως κατοικίδια και φίλους, σχεδόν ό,τι καθιστά έναν άνθρωπο «φυσιολογικό», στην περίπτωσή του είχε διακλαδωθεί προς άλλες κατευθύνσεις.

Jaafar Jackson as Michael Jackson in Michael. Photo Credit: Glen Wilson

Διαβάζω ότι αρχικά το “Michael” είχε γραφτεί και γυριστεί αναδεικνύοντας τις εις βάρος του κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου. Προφανώς όχι καταδικαστικά, αναγνωρίζοντας όμως ότι συνέβη κι αυτό στη ζωή του, υπάρχει αυτή η πτυχή που τον στιγμάτισε και τον κατέβαλε. Δεν θα γινόταν αλλιώς. Έπεσαν όμως από πάνω παρεμβάσεις και να που τελικά έγινε αλλιώς. Με αποτέλεσμα μια ταινία που δεν κάνει καν την παραμικρή προσπάθεια να τηρήσει τα προσχήματα. Ότι εντάξει, δεν κάναμε ταινία για τη ζωή κάποιου άλλου, για τη ζωή του Μάικλ Τζάκσον κάναμε (Α ναι, ξέχασα. Για τη ζωή του μέχρι ένα χρονικό σημείο που δεν είχε ακόμη κατηγορηθεί για κάτι, με ανοικτό μάλιστα το ενδεχόμενο για δεύτερη ταινία. Δυσκολεύομαι να τη φανταστώ πάντως αυτή την δεύτερη ταινία).

Μετά από τις παρεμβάσεις στην ιστορία της, το “Michael” νομίζω ότι δεν δικαιούται να αυτοαποκαλείται ταινία, είναι ένα σκέτο εμπορικό προϊόν, είναι μια ακόμα μηχανή παραγωγής χρημάτων. Η οικογένεια Τζάκσον βρήκε μια ακόμα μηχανή να κόβει λεφτά από το μακράν πιο εμπορικό και προικισμένο της τέκνο. Πόσο διαφορετικό άραγε τελικά ήταν αυτό που έκανε ο πατέρας του, ο οποίος είναι και ο κακός της ταινίας;

Colman Domingo as Joe Jackson in Michael. Photo Credit: Glen Wilson

Πριν κλείσω τη συνολική γκρίνια, δυο τελευταίες ειδικότερες.

Όταν ο Μάικλ Τζάκσον ως εντελώς πιτσιρικάς τραγουδιστής των Jackson Five αρχίζει να κάνει αίσθηση και να ξεχωρίζει, ο Mπέρι Γκόρντι της Motown τον ρωτάει πόσων χρονών είναι. Ο Μάικλ απαντάει δέκα, ο Γκόρντι του λέει να δηλώνει οκτώ. Kαι όντως ο Μάικλ ακολουθεί τη συμβουλή του. Κι αυτό μπορεί να είναι μια χαριτωμένη και συμβολική ιστοριούλα για τη διαφορά μεταξύ αλήθειας και ψέματος, πραγματικότητας και εικόνας στη σόου μπίζνες, αλλά η ειρωνεία εδώ είναι ότι στο πρώτο μέρος της ταινίας τον Μάικλ Τζάκσον τον υποδύεται από το 1966 ως το 1971 το ίδιο παιδί, ο (καταπληκτικός) Tζουλιάνο Βάλντι. Λογικό από τη μία γιατί είναι αποκάλυψη έτσι όπως χορεύει, αρκετά ως πολύ περίεργο απ’ την άλλη για να το παραβλέψεις ως θεατής. Εκτός κι αν εκτός όλων των άλλων σωματικών και ψυχολογικών ζητημάτων που είχε ο Μάικλ Τζάκσον, από τα οκτώ ως τα δεκατρία του χρόνια δεν ψήλωνε και καθόλου.

Η δεύτερη γκρίνια δεν αφορά αυτό καθαυτό το “Michael” αλλά μια πάγια απορία μου: Γιατί σε τέτοιου είδους ταινίες να μην υποτιτλίζονται ποτέ οι στίχοι των τραγουδιών; Δεν θεωρώ ότι είναι προσπάθεια αποφυγής κόπου, ούτε προσπάθεια αποφυγής απόδοσης στίχων σε ρίμα. Είναι μάλλον η δύναμη της συνήθειας, κάτι που κάποτε καθιερώθηκε, αλλά καλό θα ήταν κάποια στιγμή να ξεκαθιερωθεί. 

Για επίλογος μη γκρίνια: όταν αρχίζουν να παίζονται το “Beat It” και το “Thriller” και το “Billie Jean” και το “Don’t Stop ‘Til You Get Enough” και το “Bad”, δεν είναι μόνο ο νεαρός Μάικλ Τζάκσον στην ταινία που δεν μπορεί να συγκρατηθεί κουνώντας τα πόδια του στον ρυθμό, αλλά είμαστε κι εμείς ως θεατές. 

Jaafar Jackson as Michael Jackson in Michael. Photo Credit: Glen Wilson
Jaafar Jackson as Michael Jackson in Michael. Photo Credit: Glen Wilson