Πανοπτικό ονομάζουμε έναν τύπο ιδρυματικού κτηρίου (φυλακή, νοσοκομείο, σχολείο) το οποίο χαρακτηρίζεται από μια κυκλοειδή αρχιτεκτονική, ενώ στη μέση υπάρχει ένας πύργος-παρατηρητήριο από όπου οι υπεύθυνοι μπορούν να επιβλέπουν τους πάντες γύρω τους χωρίς να γίνονται αντιληπτοί. Επινοήθηκε τον 18ο αιώνα από τον Άγγλο φιλόσοφο Τζέρεμι Μπένθαμ ως μια μέθοδος επίβλεψης κρατουμένων από έναν μόνο φύλακα, με σκοπό να μην γνωρίζουν ποια στιγμή παρακολουθούνται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται υπό διαρκή επιτήρηση ακόμα και τις στιγμές που κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.

Το Πανοπτικό έγινε ευρύτερα γνωστό το 1975 από τον Γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Φουκώ μέσω του βιβλίου «Επιτήρηση και Τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής», όπου το αντιμετώπισε ως μεταφορά, εφαρμόζοντάς το στην κοινωνία μας και παρατηρώντας πώς μπορεί να επηρεάσει τον άνθρωπο σε όλες τις πτυχές της ζωής του -στην οικογένεια, στη δουλειά, στον στρατό κλπ- η συνεχής επιτήρηση. Αργότερα, ο Τζωρτζ Όργουελ θα χρησιμοποιήσει την «πανοπτική ιδεολογία» στο δυστοπικό αριστούργημά του, το «1984», όπου οι κάτοικοι της Ωκεανίας, μιας χώρας κάτω από το απολυταρχικό καθεστώς του Μεγάλου Αδελφού, βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση κάθε στιγμή της ζωής τους. Με τη φράση «Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ» ως σημαία, κάμερες και μικρόφωνα παντού και φυσικά ιδρύματα των οποίων ο σκοπός είναι η προπαγάνδα και η άσκηση ψυχολογικού πολέμου, η κυβέρνηση καταφέρνει να έχει τον απόλυτο έλεγχο των κατοίκων της. Σημαντική αναφορά, και ο λόγος που γράφεται τούτο το άρθρο, πρέπει να γίνει στις «τηλεοθόνες» που υπάρχουν σε κάθε σπίτι ανθρώπων που ανήκουν στην υψηλή και μεσαία τάξη της Ωκεανίας· οθόνες που λειτουργούν ως πομπός και δέκτης, με τις οποίες η κυβέρνηση παρακολουθεί τους κατοίκους στις δουλειές και στα σπίτια τους και μέσω των οποίων μεταφέρει προπαγανδιστικά μηνύματα υπέρ του Μεγάλου Αδελφού. Οι τηλεοθόνες έχουν τόσο μεγάλο ψυχολογικό αντίκτυπο στους ανθρώπους, που παύουν να τις βλέπουν ως μέσο επικοινωνίας και τους προσδίδουν ανθρώπινη υπόσταση, νομίζοντας πως οι ίδιες τους μιλούν και τους παρακολουθούν και όχι ο χειριστής τους.

Πόσες οθόνες χρειάζεται ένας άνθρωπος στην καθημερινότητά του (οποιονδήποτε τύπο οθόνης: υπολογιστή, τηλεόραση, κινητού, δεν έχει σημασία); Πόσες οθόνες μας περιτριγυρίζουν καθημερινά, και πόσες απ’ αυτές μας είναι πραγματικά αναγκαίες;

Ως είθισται, η απάντηση είναι υποκειμενική, αλλά το θέμα εδώ είναι να αναρωτηθούμε αν χρησιμοποιούμε τις οθόνες μας ως εργαλεία ή τρόπο διασκέδασης, ή αν τις χρησιμοποιούμε με αναλγητικούς και ναρκωτικούς τρόπους, κάνοντας μια παθητική χρήση μέσω της οποίας ο πραγματικός χρήστης δεν είμαστε εμείς αλλά η οθόνη μας. Και όπως στην περίπτωση του Μεγάλου Αδελφού, ενώ ξέρουμε πως κρύβεται κάποιος από πίσω, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τους ιδιοκτήτες τους να είναι οι κυριότεροι παράγοντες, εμείς το μόνο που μπορούμε να δούμε είναι η μισοκοιμισμένη αντανάκλασή μας όταν στιγμιαία η οθόνη σβήνει.

Από τη στιγμή, λοιπόν, που οι «οθόνες» δεν είναι ο πραγματικός υπαίτιος αλλά η χρήση τους, τι σημαίνει «αναγκαία χρήση»; «Για επαγγελματικούς σκοπούς» είναι η προφανής απάντηση ‒ αν δεν είχα οθόνη, δεν θα μπορούσα να γράψω αυτό το άρθρο με σκοπό να αναρτηθεί στο διαδίκτυο. Εξάλλου, δεν έχουμε ακούσει για ανθρώπους εθισμένους στο Microsoft Word και στο Excel, γιατί μόλις ανοίγουμε αυτές τις δύο εφαρμογές, το πρώτο πράγμα που συναντάμε είναι μια λευκή οθόνη, και αυτή η λευκή οθόνη δεν εκκρίνει την ντοπαμίνη που χρειάζεται ο εγκέφαλος για να περάσει καλά. Από την άλλη τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για παράδειγμα, με το άπειρο περιεχόμενό τους, μπορούν να ξεγελάσουν τον εγκέφαλό μας και να τον χειραγωγήσουν, κάνοντάς τον να νομίζει πως κάτι καταφέρνει με το να ξοδεύει πολύ χρόνο σε αυτά. Δεν είναι τυχαίο που παρέχονται «δωρεάν», ασχέτως αν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στον κόσμο, μια και το πραγματικό προϊόν είμαστε εμείς, μέσω της διάδρασής μας με την εφαρμογή. Οπότε, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι φτιαγμένα για να είναι εθιστικά, αλλιώς δεν θα είχαμε την παρόρμηση και την ανάγκη να ανεβάζουμε ό,τι σαχλαμάρα τρώμε και πίνουμε μέσα στην ημέρα μας. Με αυτόν τον τρόπο ταΐζουμε τον αλγόριθμο και την εφαρμογή, δημιουργώντας κατ’ επέκταση και άλλους μιμητές στους οποίους εμφανίζεται η ίδια ανάγκη, να μας δείξουν δηλαδή με μια στραβή φωτογραφία τι φαγητό έφαγαν, πού το έφαγαν και με ποιους.

 

 

Εδώ να σημειώσω: η συζήτηση δεν αφορά τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αλλά την κατάχρησή τους, καθώς όλα μοιάζουν καλά μέχρι να δεις εκείνη τη φωτογραφία από τον εικοσάχρονο που κάνει διακοπές στο Ντουμπάι και να αρχίσεις να αισθάνεσαι άσχημα· από τον γυμνασμένο/η που βρίσκεται στην παραλία ενώ εσύ αισθάνεσαι πως δεν προχωράει η ζωή σου, ή απ’ όλους τους παλιούς συμμαθητές που το παίζουν επιτυχημένοι και ντόλτσε βίτα την ίδια στιγμή που εσύ παλεύεις κάθε πρωί να σηκωθείς από το κρεβάτι. Και μην ξεχνάμε πως εξίσου σημαντική είναι και η πλευρά εκείνου που κάνει την ανάρτηση, μια και ζούμε στην εποχή που ό,τι δεν ανέβει, δεν έγινε κιόλας. Μας δημιουργείται η ανάγκη να δείξουμε πως περάσαμε καλά, για να πιστέψουμε κι εμείς οι ίδιοι πως αυτό συνέβη. Είναι σημαντικό να ξεχωρίζουμε την πραγματική από τη διαδικτυακή μας ταυτότητα ‒ εκεί όλοι μπορούμε να παριστάνουμε τους σπουδαίους, αλλά δεν αργεί το κίβδηλο προσωπείο που δημιουργήσαμε να αρχίσει να μας τρώει στην καθημερινότητά μας και να μας κάνει να νομίζουμε πως έχουμε κενά που πρέπει να καλύψουμε.

Πλησιάζουμε στο έτος 2025 και το κινητό, όπως και το ίντερνετ, έχει γίνει είδος πρώτης ανάγκης. Ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν έχει σημασία, είναι γεγονός, όπως είναι γεγονός το ότι μας έχει λύσει τα χέρια και έχει διευκολύνει πολλούς τομείς της ζωής μας. Όταν όμως δίνουμε τόσο μεγάλη βαρύτητα στο τι υπάρχει στο cloud, ξεχνάμε πως δεν είναι ένα πραγματικό μέρος και το θεωρούμε αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μας.

Πλέον, όλοι μας η ζωή είναι στο κινητό μας: ταυτότητες, πιστωτικές κάρτες, φωτογραφίες, ημερολόγια, και αυτόματα αυτό ανεβάζει την αξία του στα μάτια μας, κάνοντάς μας να ξεχάσουμε πως είναι ένα εργαλείο προορισμένο να μας διευκολύνει. Έτσι του δίνουμε κι εμείς ανθρώπινη υπόσταση και ιδιότητα, με τη συμπεριφορά μας να αλλάζει απέναντί του σε κάτι που μοιάζει πιο πολύ σε φροντιστή ανίατα άρρωστου ανθρώπου. Χτυπάει το καμπανάκι του κι εμείς είμαστε εκεί απίκο να δούμε τι μπορεί να χρειαστεί, ακόμα και όταν ξέρουμε πως είναι μια ειδοποίηση από το LinkedIn, που όλο θέλουμε να διαγράψουμε τον λογαριασμό, αλλά κανείς δεν ασχολείται. Σε αυτή την περίπτωση το «φροντιστής» είναι γενναιόδωρη λέξη, καθώς στην πραγματικότητα είμαστε ένας άλλος σκύλος του Πάβλοφ, όπου όταν χτυπάει το καμπανάκι αυτόματα μας ανοίγει η όρεξη και ετοιμαζόμαστε να φάμε, ασχέτως με το αν πεινάμε ή όχι.

 

«Κάτσε πιο μακριά, παιδί μου, θα στραβωθείς!»

 

Η μεγαλύτερη ειρωνεία των καιρών μας είναι οι μητέρες, που μας φώναζαν να μην είμαστε κολλημένοι στην τηλεόραση, τις οποίες τώρα τις βρίσκεις να έχουν καμπούρα Κουασιμόδου, πρόσωπο είκοσι εκατοστά μακριά από το κινητό/τάμπλετ, παίζοντας πάνω από δέκα χιλιάδες πίστες στο Candy Crush. Τα mobile games λειτουργούν έτσι κι αλλιώς με λογική τζόγου-τυχερών παιχνιδιών, αλλά το Candy Crush είναι ολόκληρο καζίνο με πάνω από 20 δισεκατομμύρια σε εισπράξεις. Νομίζουμε πως υπάρχει υπερβολικά μεγάλο κοινό για παιχνίδια τύπου Elden Ring και το Grand Theft Auto; Αν ανακοινώσουν το Candy Crush 2, θα ακολουθήσει μαζική εξέγερση από μανάδες που θα πλακώνονται στους δρόμους για το ποια θα πάρει περισσότερες ζωές.

Έχω δει σε αρκετά σπίτια το κινητό να έχει γίνει η πατερίτσα των νέων γονιών για να καθίσουν φρόνιμα τα παιδιά τους. Είναι ένα θλιβερό θέαμα. Εδώ το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι πως δεν δίνουν απλά το κινητό, όπου το παιδί θα ασχοληθεί με ένα παιχνίδι τύπου φιδάκι μέχρι να βαρεθεί, αλλά του δίνεται και απεριόριστη πρόσβαση στο ίντερνετ ταυτόχρονα. Μετά έχουμε όλα τα δήθεν «κινούμενα σχέδια» στο YouTube, που στην καλύτερη περίπτωση είναι απλά κακές παραγωγές, με κακό animation και κακό σενάριο και, στη χειρότερη, φωλιά παιδεραστών που καιροφυλακτούν στα σχόλια και βίντεο που περνούν υποσυνείδητα σεξουαλικά μηνύματα. Όπως πάντα, η λύση δεν είναι να απαγορευτεί η χρήση ή να επιτραπεί η κατάχρηση σε βαθμό ασυδοσίας, αλλά ο γονιός να ασχοληθεί, να ενδιαφερθεί, να ενημερωθεί και να αποφασίσει τι είναι καλύτερο για το παιδί του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτός είναι ο κόσμος πλέον, και αν κάποιος θέλει να είναι μόνιμα offline, θα πρέπει να ζει ανεξάρτητος σε ένα βουνό, γιατί δεν βλέπω πώς γίνεται να αποφύγεις το διαδίκτυο όταν ζεις μέσα σε μια οργανωμένη κοινωνία.

 

Τελικά πόσες οθόνες χρειαζόμαστε;

 

Το κινητό, ένας μικρός υπολογιστής όπως είπαμε και στην αρχή, θεωρείται είδος πρώτης ανάγκης, οπότε αυτόματα μπαίνει στη λίστα. Ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι χρήσιμος και απαραίτητος για κάθε σπίτι, οπότε τον βάζουμε κι αυτόν. Πόσο αναγκαίο είναι το τάμπλετ ή το λάπτοπ σου; Πόσο αναγκαίο είναι το smart watch που αγοράσαμε; Μήπως πρόκειται απλώς για μια μικρότερη οθόνη που καλύπτει τον εθισμό μας μέχρι να φτάσουμε σπίτι στις μεγαλύτερες; Γιατί υπάρχει τόσο μεγάλη ανάγκη, όταν βγούμε μία ώρα να περπατήσουμε ή να κολυμπήσουμε, να φέρουμε μαζί μας και το μηχάνημα που μας υπενθυμίζει όλα τα άγχη και τις υποχρεώσεις μας; Γιατί να πηγαίνουμε σε συναυλίες και να τις βλέπουμε μέσα από τις οθόνες των άλλων;

Την επόμενη φορά, ίσως, είναι καλή ιδέα να το αφήσουμε σπίτι, γιατί ξέρουμε πως ο κόσμος δεν θα καταστραφεί αν δεν κοιτάξουμε την οθόνη μας για μία ώρα.

 

 

Ο Λευτέρης Αναγνωστόπουλος ασχολείται με τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία. Από τις εκδόσεις Άνω Τελεία κυκλοφορεί το πρώτο του έργο, ένα δυστοπικό, νεο-νουάρ, μυθιστόρημα με τίτλο «Το Κόκκινο Δεξί Χέρι».