Στο “Watchmen“, ο Άλαν Μουρ μιλάει για μια εναλλακτική πραγματικότητα όπου υπερήρωες εμφανίστηκαν στα 40s και στα 60s και η παρουσία τους άλλαξε την τροπή των πραγμάτων, με αποτέλεσμα οι Ηνωμένες Πολιτείες να κερδίσουν τον Πόλεμο του Βιετνάμ και το σκάνδαλο της Γουότεργκεϊτ να μην βγει στο φως της δημοσιότητας. Στα 80s, όπου αναμένεται να ξεσπάσει ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος, όλοι οι υπερήρωες έχουν αποσυρθεί ή δουλεύουν για την κυβέρνηση. Ένας απ’ αυτούς, ο Οζυμανδίας, είναι επιτυχημένος επιχειρηματίας και ένα από τα προϊόντα που προωθεί είναι ένα άρωμα για άντρες και γυναίκες, με το όνομα Nostalgia. Χρησιμοποιεί τη μάρκα για να αναδείξει το ειδυλλιακό παρελθόν, όπου όλα ήταν καλύτερα, και να προκαλέσει αβεβαιότητα για το ζοφερό μέλλον. Βλέπουμε πολλούς συνταξιούχους ήρωες να χρησιμοποιούν το άρωμα καθώς αναπολούν τις παλιές καλές εποχές.
Στα τέλη του 17ου αιώνα, Ελβετοί μισθοφόροι που πολεμούσαν στο εξωτερικό εμφανίζουν έντονα συμπτώματα καρδιακής αρρυθμίας, πυρετού, κοπώσεως και δυσπεψίας. Ο φοιτητής ιατρικής Γιοχάνες Χόφερ παρατηρεί τα συμπτώματα και φτάνει στο συμπέρασμα πως η αιτία δεν είναι κάποια σωματική διαταραχή, αλλά η λαχτάρα τους να επιστρέψουν στην πατρίδα. Έτσι ονόμασε το συναίσθημα «νοσταλγία», από τις λέξεις «νόστος» (επιστροφή) και «άλγος» (πόνος).
Στις μέρες μας, η νοσταλγία δεν θεωρείται αρρώστια. Απεναντίας, σε φυσιολογικές δόσεις μπορεί να έχει θετική επίδραση στον άνθρωπο. Δεν μεταβάλλει υποχρεωτικά τη διάθεσή μας προς το χειρότερο. Επιτρέποντάς μας να θυμόμαστε προσωπικές, σημαντικές και ευχάριστες εμπειρίες, μπορεί να ενισχύσει τη συναισθηματική μας ευεξία. Αυξάνεται η αυτοεκτίμηση, η ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη και μπορούμε να καταπολεμήσουμε καλύτερα το άγχος. Ταυτόχρονα, αν αφήσεις τη νοσταλγία να σε κυριεύσει, μπορεί να βρεθείς κολλημένος στο παρελθόν αδυνατώντας να εκτιμήσεις το παρόν.
Όλοι θέλουμε να επιστρέψουμε στο παρελθόν. Σε δέκα χρόνια θα θέλεις να επιστρέψεις στο σημείο που είσαι τώρα και ας μην περνάς καλά. Γιατί; Γιατί το παρελθόν το γνωρίζεις ενώ το μέλλον είναι άγνωστο. Αν πάμε πίσω, θα κάνουμε διαφορετικές επιλογές, θα προσέξουμε περισσότερο τον εαυτό μας, δεν θα σπαταλήσουμε άσκοπα τον χρόνο μας όπως τώρα. Τώρα; Τώρα είναι αργά, αλλά αν πηγαίναμε πίσω…
Οι διαφημιστές κατάλαβαν την επιθυμία του κόσμου να επιστρέψει στο παρελθόν, να δραπετεύσει από το σήμερα και του έδωσε τη λύση: καταναλωτισμός. Άλλωστε, «πώς αλλιώς δύο μηνιάτικα θα κρατήσουν για πάντα;» ‒ τα διαμάντια, όμως, είναι παντοτινά! Βλέπεις τη διαφήμιση, η μουσική εντείνεται, το ζευγάρι είναι ευτυχισμένο. Βρίσκονται στην παραλία, πλατσουρίζουν στα ρηχά, κοντινά στις σκιές τους, στα μάτια. Επιστρέφουν σπίτι, κι εκεί, της δίνει το δαχτυλίδι. Όλα περιστρέφονται γύρω από το δαχτυλίδι. Αν δεν υπάρχει το δαχτυλίδι, δεν υπάρχει αγάπη, άρα πρέπει να το δείξεις με τον μισθό σου, τα υπόλοιπα είναι δεδομένα αν υπάρχει το δαχτυλίδι, διαμάντι συγκεκριμένα! Δεν θέλω τσιγκουνιές, αφού η αγάπη σας θα κρατήσει για πάντα. Και μετά είναι ο γάμος. Έχεις δει τις φωτογραφίες της μαμάς σου και της γιαγιάς σου, φοράνε νυφικό και όλα είναι παραμυθένια. Αν δεν υπάρχει το νυφικό, αν δεν υπάρξει η τελετή, τότε δεν είναι αρκετά σημαντικό. Είναι σημαντικό για εσένα, σωστά; Λαμπρά, θα συζητήσουμε τιμούλα αργότερα.
I’d like to teach the world to sing
In perfect harmony
I’d like to buy the world a Coke
And keep it company
That’s the real thing
Βρισκόμαστε στο 1971 και ο Πόλεμος του Βιετνάμ συνεχίζεται. Άνθρωποι από διαφορετικές χώρες ενώνουν τις φωνές τους στην κορυφή ενός λόφου και με μια φωνή τραγουδάνε “What the world wants today is the real thing” κρατώντας ένα μπουκάλι Κόκα-Κόλα στο χέρι. Θέλουν να σταματήσει ο πόλεμος που ξεκίνησε το 1955 και το ίδιο θες κι εσύ. Θέλουν να επιστρέψουν στην κανονικότητα, όπου όλοι οι λαοί τραγουδούν μαζί αγκαλιά, και για να το πετύχουμε αυτό πρέπει να πιούμε το αναψυκτικό. Το αναψυκτικό που θα πιούμε και τα Χριστούγεννα, γιατί αλλιώς δεν έρχεται ο Άγιος Βασίλης, το αναψυκτικό το οποίο μοιράζεσαι με κάποιον που αγαπάς. Σε κάθε σημαντική στιγμής της ζωής σου η Κόκα-Κόλα σού κρατάει συντροφιά και επειδή θες να συνεχίσουν αυτές οι όμορφες στιγμές, δεν πρέπει να σταματήσεις να πίνεις.
Και τα αγοράζεις όλα. Τα καλύτερα δαχτυλίδια, το καλύτερο νυφικό, πίνεις το καλύτερο αναψυκτικό, τρέχεις με τα καλύτερα παπούτσια, οδηγείς το καλύτερο αυτοκίνητο, το σπίτι είναι επιπλωμένο με τα καλύτερα έπιπλα. Πας στο σινεμά και βλέπεις ταινίες από franchises πενήντα ετών, κατώτερης ποιότητας από τα ορίτζιναλ, αλλά το brand recognition σού δημιουργεί ασφάλεια. Η διαφήμιση έλεγε για δυο μηνιάτικα, αλλά εσύ έχεις ξοδέψει πολύ περισσότερα. Μέχρι που επιστρέφεις σπίτι σου, εκείνη την ημέρα, και συνειδητοποιείς πως το διαμάντι δεν είναι παντοτινό, το καλύτερο νυφικό το έχεις φορέσει μια φορά και οι φωτογραφίες δεν σε κάνουν να αισθάνεσαι όπως την τελευταία φορά που τις είδες. Το αυτοκίνητο έχει παλιώσει, τα παπούτσια έχουν χαλάσει, τα έπιπλα απλώς πιάνουν χώρο και χαλάς δυόμισι ώρες από τη ζωή σου βλέποντας «καινούργιες» ταινίες που δεν είναι καινούργιες. Αισθάνεσαι κενός, μόνος, ενώ περιμένεις την επόμενη διαφήμιση για να σε προτρέψει να αγοράσεις κάτι που θα βελτιώσει την παρούσα κατάσταση. Βλέπεις μια οικογένεια να παίρνει το πρωινό της με μια συγκεκριμένη μάρκα ψωμιού του τοστ. Δεν έχεις πάρει ποτέ στη ζωή σου πρωινό, πίνεις μόνο καφέ, αλλά μέσα σου ξέρεις πως σου λείπει αυτό που δεν έζησες, οπότε το αγοράζεις κι αυτό.
Πού σταματάμε; Πότε το «τώρα» θα είναι αρκετό; Πώς μπορούμε να δούμε τα αντικείμενα ως αυτό που πραγματικά είναι, αντί γι’ αυτό που συμβολίζουν;
Στο φινάλε της ταινίας της Pixar «Ο Ρατατούης», ο βασικός ανταγωνιστής και κριτικός εστιατορίων, Άντον Ίγκο, δοκιμάζει το καθοριστικό πιάτο που θα κρίνει τη μοίρα των ηρώων. Το πιάτο, φυσικά, είναι ρατατούι και με την πρώτη μπουκιά ο Ίγκο κατακλύζεται από αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων. Θυμάται την αγάπη και τη φροντίδα της μητέρας του κάθε φορά που του έφτιαχνε αυτό το φαγητό. Συγκινημένος, απομακρύνεται. Την επόμενη φορά που τον συναντάμε είναι άλλος άνθρωπος, πιο ευδιάθετος και χαμογελαστός. Η νοσταλγία των παιδικών του χρόνων προξένησε αυτή την απρόσμενη αλλαγή χωρίς να υπάρχει πόνος και θλίψη. Δεν συνεχίζει να τρώει ρατατούι, εθισμένος από τις αναμνήσεις ζεστασιάς και αγάπης, αλλά ανανεωμένος αντιμετωπίζει το σήμερα με θετικότητα, παρά με κυνισμό. Οι σεναριογράφοι είχαν όλη τη δύναμη να εργαλειοποιήσουν το πιάτο και να κάνουν τον ανταγωνιστή δέσμιο των συναισθημάτων του. Ο τρόπος που το αντιμετώπισαν μας δείχνει πως το παρελθόν δεν είναι ένας ιός που σε αρρωσταίνει με την υπενθύμιση πως τα καλύτερα έχουν περάσει, αλλά η απόδειξη πως έχουμε ζήσει καλές και κακές στιγμές και συνεχίζουμε να υπάρχουμε μετά απ’ αυτές. Πως δεν είναι κακό να αναπολείς αυτό που πέρασε, αλλά ταυτόχρονα μπορείς να απολαμβάνεις το παρόν.


