Τα τάπερ, αυτά τα πολυαιθυλενιούχα κατασκευάσματα από μικρό με μαγεύανε με τα ωραία τους χρώματα και σχήματα, γιατί δεν ήτανε όλα τους τετράγωνα, ορθογώνια ή κυκλικά μόνο. Είχανε κι άλλες φόρμες που στα παιδικά μου μάτια φάνταζαν ως σκεύη φαγητού που είχαν κατευθείαν βγει από ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Τη δεκαετία του 1950 το αμερικάνικο όνειρο και η ανάγκη της γυναίκας να χειραφετηθεί αποκτώντας οικονομική αυτονομία δημιούργησαν μια αυτοκρατορία στηριγμένη στον θεσμό που όσοι έστω και μια φορά ζήσαμε ίσως αγαπήσαμε, την «επίδειξη τάπερ».

Αυτές οι επιδείξεις τάπερ, τα Tupperware Parties όπως τα ονόμασαν οι πωλήτριες τάπερ της Αμερικής γνωστές ως Tupperware Ladies, είχαν ως στόχο να πουλήσουν πλαστικά δοχεία φαγητού για διάφορες και πολλαπλές χρήσεις, τα οποία κατασκεύαζε από το 1946 ο Earl Silas Tupper. Όμως η δαιμόνια αυτοδίδακτη πωλήτρια Brownie Wise κατάφερε να το απογειώσει από πλευράς μάρκετινγκ το 1951 περίπου στήνοντας ένα δίκτυο πωλήσεων τάπερ αποκλειστικά μεταξύ γυναικών και των πάρτυ τους κι όχι μέσο φυσικών καταστημάτων πώλησης.

Κατάφερε έτσι όχι μόνο να στήσει ένα δυνατό δίκτυο πωλήσεων για την εταιρία μα ενδυνάμωσε και τη γυναίκα της εποχής. Είμαστε σε μια δεκαετία, όπου το σύνηθες αστείο ήτανε η «σπάταλη σύζυγος μπελάς» με τη θέση της γυναίκας να είναι στο σπίτι ως σύζυγος – νοικοκυρά – μητέρα. Την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου τηνε θέλαμε τη γυναίκα να εργαστεί για να στηριχθεί η οικονομία και η βιομηχανία, μα με το πέρας του και τον ερχομό της ειρήνης είπαμε στις γυναίκες «ευχαριστούμε μα επιστρέψτε παρακαλώ στις κουζίνες σας» και εκείνες επέστρεψαν αλλά αντεπιτέθηκαν μέσα από την αυτοκρατορίας τους. Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται μέσα από τη σύγχρονη κουζίνα του αμέρικαν ντριμ.

Τα τάπερ στην Ευρώπη ήρθανε το 1960, δεν άργησε να φτάσει η χάρη τους και στη δικιά μας χώρα. Θυμάμαι πάντως όλη τη δεκαετία του ’80 παντού την ύπαρξή τους. Ως το δοχείο φαγητού που παίρναμε μαζί στις εκδρομές, στα ταξίδια ή το δοχείο που έμπαινε το φαγητό στο ψυγείο για να φαγωθεί την επομένη ή τα μπισκότα για να μην πανιάσουν. Ακόμα και τα μικρά εξαρτήματα από τα παιχνίδια μου θυμάμαι να βάζω μέσα σε τάπερ. Τα τάπερ ήτανε πανταχού παρόντα σε κάθε ελληνικό σπίτι, γιατί η Ελληνίδα του 1980 είχε πια τολμήσει με την Αλλαγή του ΠΑΣΟΚ και τους νόμους του 1982 να αποκτήσει δικαίωμα διαζυγίου, ελευθερίες και ισότητα στην εργασία.

Μια επίδειξη τάπερ δεν θα έκανε πάμπλουτη καμία γυναίκα, θα μπορούσε όμως να της προσφέρει ένα μικρό οικονομικό ποσό μα πάνω απ όλα την ικανοποίηση της εργασίας. Όσες γυναίκες πήραν στα σοβαρά το να πουλάνε τάπερ οργανώνοντας επιδείξεις, κατάφεραν να ζούνε από αυτό το επάγγελμα ή να είναι η αρχή για άλλες τους επαγγελματικές σταδιοδρομίες. Σίγουρα θυμάμαι καλά ότι πολλοί μπαμπάδες δεν τις γούσταραν τις επιδείξεις τάπερ καθόλου, ούτε τις θέλανε στα σπίτια τους. Μα όπως προείπα όλοι μα όλοι μιας κάποιας ηλικίας, κάποια στιγμή, κάπου κάπως κάποτε έστω καταλάθος το ζήσαμε.

Για όσους νεότερης κοπής δεν έχουν βιώσει τη συνθήκη «επίδειξη τάπερ» σας παραπέμπω στην ταινία του 2008 «Μόλις Χώρισα» σε σενάριο-σκηνοθεσία Βασίλη Μυριανθόπουλου και την καταπληκτική  ερμηνεία της Μαρίας Μπακοδήμου που ενσαρκώνει τη «σωστή», την «πρόστυχη», την «πετυχημένη», την «έχω πάει σε λάθος σπίτι να κάνω επίδειξη τάπερ» πωλήτρια Τιτίκα Καρλατήρα. Το Τιτίκα Καρλατήρα που όπως η ίδια τονίζει «προφέρεται με χαμόγελο, γιατί το χιούμορ θρέφει τη ζωή» και έχοντας ένα συνεχές χαμόγελο στο πρόσωπό της αρχίζει να μας παρουσιάζει την ναυαρχίδα του στόλου της Tupperware.

Η Μαρία Μπακοδήμου με κάνει τόσο πολύ να γελάω σε αυτή την ταινία, γιατί έχει πιάσει αυτή την γλυκιά «τρέλα», την ένταση της πωλήτριας τάπερ που μπαίνει στο σπίτι σου και πρέπει να ‘ναι κομψή, καλοσυνάτη, χαμογελαστή, σύγχρονη με την εποχή της, με τσιτάτες ατάκες και γνώσεις που θ’ ανοίξουν ενδιαφέρουσα κουβέντα για να κερδίσει τις πελάτισσές της. Και που ό,τι μα ό,τι και να συμβαίνει γύρω της εκείνη οφείλει να επικοινωνήσει ένα προϊόν που ας μην κρυβόμαστε πούλαγε από μόνο του. Τα τάπερ απέβησαν κερδοφόρα όχι μόνο λόγω του δικτύου πωλήσεων μεταξύ των γυναικών αλλά διότι ήταν χρήσιμα.

Τα τάπερ που αρχικά ήτανε πλαστικά δεν έσπαγαν, με τα χρόνια προστέθηκαν σειρές με γυάλινα και μεταλλικά δοχεία. Επίσης δεν περιορίστηκαν μόνο στην κατασκευή δοχείων φαγητού, μπορούσες να βρεις Tupperware κανάτες, φόρμες για γλυκά ψυγείου, τρίφτες σκόρδου ή ξηρών καρπών κι ό,τι άλλο χρηστικό μπορείς να φανταστείς. Όλα τα τάπερ είχανε μια χρήση στην κουζίνα άρα και στην καθημερινότητά μας κατακτώντας έτσι μια θέση στο λεξιλόγιο μας αποκαλώντας ως τάπερ όλα τα δοχεία αποθήκευσης φαγητού.

Το σημαντικότερο όμως για μένα που κατάφερε αυτό το πλαστικό «αντρικό» κατασκεύασμα να επιτύχει και να αποτελεί μέρος της ιστορίας και της κουλτούρας μας είναι η βοήθεια που προσέφερε στη γυναίκα. Φανταστείτε πως ήδη τη δεκαετία του 1960 έχοντας γιγαντωθεί ως δίκτυο πωλήσεων στην Αμερική, γυναίκες βγάζανε πιο πολλά λεφτά από τους άντρες τους, οι οποίοι μάλιστα άφηναν τις δουλείες τους μέσα σε «φιλική ή οικογενειακή» κατακραυγή και πιάνανε δουλειά ως υπάλληλοι αποθήκης με καλό μισθό στις διάσπαρτες ανά τις πολιτείες της Αμερικής αποθήκες της Tupperware.

Αυτά ΤΟΤΕ (με κούνημα χεριού) γιατί στο ΤΩΡΑ (με κούνημα κεφαλιού) ο κολοσσός Tupperware δήλωσε πτώχευση και το βρίσκω ενδιαφέρον αν σταθώ στο γεγονός πως ένα προϊόν τόσο λαοφιλές έχασε τη μάχη με τον καπιταλισμό από τη στιγμή θαρρώ που έσπασε την αλυσίδα του με το δίκτυο γυναικών πωλητριών. Μπήκε σε καταστήματα, μπήκε στο χρηματιστήριο, μπήκε στις διαδικτυακές πωλήσεις, μπήκαμε και ’μεις σε πράσινες εποχές και βγήκε από τις ζωές μας. Αντικαταστάθηκε από τα διάφορα άλλα πλαστικά. Από δοχεία φέτας, από δοχεία παγωτών, από ό,τι είναι πλαστικό επαναχρησιμοποιούμενο και μπαίνει μέσα του κάτι φαγώσιμο. Αυτό που εμείς εξακολουθούμε τάπερ να το αποκαλούμε κι όχι κουτί. Κάποτε το τάπερ μέσα από το δίκτυο των γυναικών ήταν ένα πονηρό κλείσιμο ματιού στην πατριαρχία που εξαρτώνταν από μια γυναίκα νοικοκυρά. Σήμερα που μαγειρεύουμε όλοι, γινήκανε πια ανώνυμα ή επώνυμα ένα δοχείο πλαστικό, για να μπαίνει φαγητό. Το θες ακόμα πιο ποιητικό; Είναι τα τάπερ της μαμάς που καταψύχουν την αγάπη της για να την γευτούμε ’μεις μετά.

Κάθισα που λες και τα μέτρησα τα τάπερ μου να δω πόσα έχω τώρα που θα γίνουνε συλλεκτικά. Ευτυχώς έχουμε πολλά στο σπίτι στο χωριό και αν όσα έχουμε στο πατρικό μου τα προσθέσουμε με κείνα που είναι στο σπίτι της γιαγιάς, συμπεραίνω πως δεν θα στερηθώ το ταπεράκι όσο ζω.

Προσέξατε έγραψα «έχουμε» κι ας μέτρησα εγώ τα δικά μου τάπερ θα είναι πάντα «έχουμε» και θα είναι τα τάπερ μας ως μέρος της οικογενειακής ελληνικής προίκας μαζί με τα σεμεδάκια. Η γνωστή «παθογένεια» διακίνησης τάπερ που διαχρονικά διέπει την ελληνική οικογένεια, αυτή η μάστιγα. Ελληνίδα μάνα Έλληνα πατέρα μια ωδή για τα τάπερ δεν μπορεί πάρα να μην κλείνει ευχαριστώντας σας για τις γευστικές μνήμες που μας έχετε χαρίσει. Δεν πα να φαλιρίσει η Tupperware από μνήμες δεν φαλιρίζει ο άνθρωπος, ευτυχώς.