«Και Λέγε Λέγε» της Λένας Κιτσοπούλου: Η επιβολή της συμμετοχής μας σε ένα ζωντανό πείραμα πομπού-δέκτη για τη θλιβερή παθητικότητά μας

Η Λένα Κιτσοπούλου συνεχίζει να χρησιμοποιεί εμμονικά τη φόρμα του ευτελούς μετεπιθεωρητικού θεάματος ως σκηνική πρόφαση των θεματικών που την απασχολούν

Φωτογραφίες: © Εύη Καλογηροπούλου

Και λέγε λέγε  λέγε λέγε
Ο χριστιανός μπερδεύτηκα
Απ’ τα πολλά σου λέγε λέγε
Χωρίς να θέλω μπλέχτηκα

Κι ύστερα λένε πως φταίει ο φονιάς
Το ξύλο της χρονιάς , μου φαίνεται πως θέλεις
Κοίτα μαζέψου πριν γίνει το κακό
Πολύ σου πέφτει που σ’ αγάπησα εγώ

(στ. Γ. Πάριος, Όλα είναι δανεικά, 1981)

 

Η Λένα Κιτσοπούλου επανακάμπτει στο Θέατρο Τέχνης με μία καινούρια παραστασιακή πρόταση με τον τίτλο: «Και Λέγε Λέγε» του οποίου υπογράφει, όπως το συνηθίζει, τόσο το κείμενο, όσο και τη σκηνοθεσία. Συνεχίζει και σε αυτό να χρησιμοποιεί εμμονικά τη φόρμα του ευτελούς μετεπιθεωρητικού θεάματος ως σκηνική πρόφαση των θεματικών που ουσιαστικά την απασχολούν. Διατείνεται ότι είναι μια παράσταση που αφορά τον «Έρωτα μόνο» και αυτό από την πλευρά της δημιουργού είναι μια σκόπιμη (και κατά τη γνώμη μου εύστοχη) παραπλανητική τεχνική.

Χωρίζει την παραστασιακή της απόπειρα σε δύο βασικά μέρη (με μικρές θεματικές προσθήκες):

Στο πρώτο μέρος μεταφερόμαστε στο σκηνικό περιβάλλον ενός παρακμιακού σκυλάδικου με όλον τον θίασο επί σκηνής ντυμένο ανάλογα, όπου η δημιουργός επιλέγει να οπτικοποιήσει την καψούρα (η καψούρα δεν είναι συνώνυμο του έρωτα, αλλά τρόπος έκφρασής του σε συγκεκριμένο ιστορικοκοινωνικό συμφραζόμενο) καθώς και την ατμόσφαιρα μιας συγκεκριμένης, σχετικά πρόσφατης χρονικής περιόδου που χαρακτήρισε μία ολόκληρη δεκαετία. Κι αυτό είναι εγχείρημα εξαρχής δύσκολο. Ο λόγος δεν είναι άλλος από το ότι η αισθητική της καψούρας και της νυχτερινής διασκέδασης είχε ήδη αποκτήσει στερεοτυπικά χαρακτηριστικά όταν μαζοποιήθηκε και εκδημοκρατίστηκε, τιθέμενη ως, αν όχι κυρίαρχο, σίγουρα ως ανεκτό σκηνικό μίας κοινωνίας που μετασχηματιζόταν γοργά σε όλα τα επίπεδα.

 

 

Η ατμόσφαιρα θα αλλάξει γρήγορα και από θαμώνες σκυλάδικου μετατρεπόμαστε στα όργανα του θιάσου που μας παροτρύνει και αργότερα μας επιτάσσει/επιβάλλει, να λέμε ομαδικά διάφορα επιφωνήματα κεφιού. Λίγο αργότερα, καθώς το κοινό στην αρχή ανταποκρίνεται αλλά γρήγορα εγκαταλείπει, τα μέλη του θιάσου αρχίζουν να μας βρίζουν και κατόπιν να μας προσβάλλουν με σκαιότητα. Μας αποκαλούν περιττώματα με κάθε εκχυδαϊσμένο συνώνυμο της λέξης. «Ρωτάω τον ταμεία μπαίνοντας, γιατί βρωμάει σκατίλα το θέατρο; Ήρθαν οι θεατές μου απαντάει», μας λέει η Ιωάννα Μαυρέα. Καμία αντίδραση από το κοινό. Μόνο μερικά αμήχανα σποραδικά γέλια. Είναι μόνη της επί σκηνής, μας φέρεται χυδαία, το θέατρο είναι κατάμεστο και δεν υπάρχει καμία αντίδραση, καμία διαμαρτυρία, καμία αποχώρηση.

Στην πραγματικότητα η Κιτσοπούλου μας επιβάλλει τη συμμετοχή σε ένα ζωντανό πείραμα Πομπού-Δέκτη. Κι αποδεικνύει τη θλιβερή, πειθήνια παθητικότητά μας. Την πρόθυμη υποταγή μας στην κυρίαρχη άποψη που επιβάλλουν οι πυλωροί της ορθότητας, όσα περισσότερα άλλοθι προβάλλουμε δικαιολογώντας την παθητικότητά μας, τόσο περισσότερο βυθιζόμαστε στο σπιράλ της σιωπής, μετατρεπόμαστε σε μια εξοργισμένη αλλά αδρανοποιημένη σιωπηλή πλειοψηφία. Έναν διανοητικά πολτοποιημένο όχλο και η εισαγωγή του σκηνικού του θεάματος είναι η προσομοίωση αυτής της θλιβερής πραγματικότητας.

 

 

Στο δεύτερο μέρος μεταφερόμαστε στο αγρόκτημα του Σόριν σε μια φαινομενικά παρωδία του τσεχωφικού γλάρου, όπου συναντάμε τους γνωστούς τσεχωφικούς ήρωες, είτε με τα ονόματά τους, είτε με ονόματα παρωδίας (π.χ. Νατάσσα Ναβρατίλοβα κλπ). Και με πρόσχημα τον εκνευρισμό του Τριγκόριν, επειδή δεν μπορεί να γράψει παρακολουθούμε σοκαριστικές σκηνές βίας και κακοποίησης των γυναικών, οι οποίες όχι μόνο υποτάσσονται σε αυτήν τη συνθήκη αλλά θεωρούν ότι ευθύνονται και την προκαλούν. Η βία που υφίστανται τα γυναικεία σώματα επί σκηνής είναι σοκαριστική. Ανυπόφορη. Εξαντλητική. Αλλά απεχθέστερος είναι ο τρόπος συγκάλυψης των συμβάντων και άφεσης στον κακοποιητή. Το τρομακτικό θέμα της γυναικείας κακοποίησης δεν θα μπορούσε να τεθεί πιο ωμά και ειλικρινά.

Η κύρια θεματική αυτής της παράστασης, λοιπόν, δεν είναι ο έρωτας, αλλά η εγγενής και «νομιμοποιημένη» βιαιότητα της πατριαρχίας απέναντι στις θηλυκότητες που θεωρεί κτήμα ή ακόμα χειρότερα απόκτημά της. Δεν είναι άλλη από τη νοοτροπία που με όρους υποκρισίας και συνενοχής ενθαρρύνει τη βία και την κακοποίηση των γυναικών νομιμοποιώντας τες ως κανονικότητα σε μια κοινωνία διάτρητη ηθικά και έντρομη συναισθηματικά. 

Η Κιτσοπούλου ξεγυμνώνει το επιχείρημα της καψούρας, του ερωτικού πάθους ως άλλοθι της ακραίας βίας κατά των γυναικών, ξεκινώντας από την υπονόμευση του ίδιου του τίτλου από το γνωστό τραγούδι της αισθητικής της καψούρας, θυμίζοντάς μας τους ανατριχιαστικούς του στίχους.

 

 

Οι συντελεστές

Αν και το μήνυμα που επιθυμεί η δημιουργός να μεταφέρεται στον θεατή της είναι μια σκηνική συνθήκη αυτοσχέδιου αλαλούμ, ωχαδερφισμού, χαλαρότητας και αδιαφορίας, η πραγματικότητα διαφέρει πολύ. Η παράσταση που παρακολουθήσαμε ήταν εξουθενωτική για τους ηθοποιούς της (ήταν κάθιδροι από τα πέντε λεπτά της παράστασης ως το τέλος), οι οποίοι υπηρέτησαν με αφοσίωση και αγάπη το όραμα της σκηνοθέτιδας και αυστηρά δομημένη από την ίδια.

Τόσο τα σκηνικά – κοστούμια της Μαγδαληνής Αυγερινού, όσο και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασσόπουλου, αλλά και ο σχεδιασμός του ήχου από τον Κώστα Λώλο υπηρετούν πιστά τον υπονομευτικό συμβολισμό που επιθυμεί να προβάλλει επαναλαμβανόμενα η Κιτσοπούλου στις παραστάσεις της, δηλαδή, την παρομοίωση της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας με ένα ασυνάρτητο, σκληρό, βλακώδες, καταθλιπτικό, παρακμιακό νυχτομάγαζο.

 

 

Οι ηθοποιοί

 

Οι ηθοποιοί της παράστασης δόμησαν τους ρόλους τους βασισμένοι στην υπονόμευση, στο χιούμορ και στον ακραίο κυνισμό.

Συγκεκριμένα:

Ο Γιάννης Κότσιφας και ο Θοδωρής Σκυφτούλης που υπηρετούν δυο πολύ απαιτητικούς (και απεχθέστατους) ρόλους του παιδεραστή ο πρώτος και του κακοποιητή ο δεύτερος, κάνουν μια γενναία υποκριτική προσπάθεια, η οποία όμως κάποιες φορές δεν επαρκεί. 

Η Ιωάννα Μαυρέα διατηρεί απόλυτα τον έλεγχο των υποκριτικών της μέσων που δοκιμάζονται κάτω από την ακραία σκηνική συνθήκη.

 Ο Πάνος Παπαδόπουλος στον ρόλο ενός σιχαμερού, cult μετά-Τρέπλιεφ, δομεί με ακραίο χιούμορ την ιδιότυπη σκηνική του περσόνα. Ιδίως στις στιγμές των ενοράσεων του ρόλου για το μέλλον.

Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη, ηθοποιός με ιλλιγγιώδη υποκριτικό οίστρο είναι εξαιρετική. Ακόμα και στην ακραία σκηνή του αυτοβασανισμού της με το πιρούνι, μια σκηνή πέρα από κάθε όριο, εκείνη διατηρεί άθικτους τους υποκριτικούς αρμούς της, σε μια υποκριτική σπουδή της απορρύθμισης της εικόνας του σώματος.

 Η Λένα Κιτσοπούλου επιφυλάσσει για τον εαυτό της τον ρόλο της Μάσα. Της αποσυνάγωγης, βαθιά τρυφερής, δια βίου ερωτευμένης, από απελπισία κυνικής, εθισμένης στο αλκοόλ και στο λάβδανο Μάσας. Του πιο αθώου και σπαρακτικού πλάσματος της τσεχωφικής δραματουργίας. Στη σκηνική της μετεξέλιξη, η Μάσα της Κιτσοπούλου βρίζει ανελέητα, ασχημονεί, κατακρεουργεί τη σκηνική της περσόνα. Είναι όμως η μόνη που παραμένει αθώα μέχρι τέλους. Η ίδια θα κατονομάσει τον φρικτό δράστη. Κάτι που όλοι ήξεραν και απέκρυπταν. Θα δεχτεί κάθε μορφής απειλή και σκηνική βία προκειμένου να σωπάσει, μέχρι που οι ήρωες του μετα-Γλάρου θα της κόψουν τη γλώσσα. Επί σκηνής. Για να πάψει να μιλάει. Εκείνη, θα συνεχίσει, βγάζοντας άναρθρες κραυγές μέσα σε ακατάσχετη αιμορραγία, σε μια σκηνή που αντλεί την καταγωγή της από το σύμπαν της Σάρα Κέιν και συγκεκριμένα από το «Καθαροί πια».

 

 

 

Συνοψίζοντας…

 

Το εγχείρημα της Κιτσοπούλου είναι πολλαπλά υπονομευμένο, καθώς από τη μία οι «ειδικοί» περί τέχνης θα την κρίνουν και από την άλλη εκείνοι στους οποίους ιδεατά θα ήθελε να φτάσει το μήνυμά της είναι αβέβαιο για το αν και κατά πόσον θα συντονιστούν μαζί της.

Ταυτόχρονα η επιλογή της αισθητικής της καψούρας, χρονικά μπορεί να ευνοείται από μία επιφανειακή, ρετρό διάθεση των νεότερων ηλικιών προς πρόσφατες δεκαετίες της νεοελληνικής κοινωνίας μέσα από το πρίσμα της επιλεκτικής νοσταλγίας και των κιτς χαρακτηριστικών, δεν παύει όμως ουσιαστικά να αφορά περισσότερο όσες και όσους έζησαν ή έστω είχαν προσλαμβάνουσες από εκείνη την εποχή.

Η προσωπική μου αισθητική διαφορετική από αυτήν της Λένας Κιτσοπούλου ίσως δυσκολεύει στην αποκρυπτογράφηση του έργου της, αισθάνομαι, ωστόσο, ότι παραμένει ειλικρινής και συνεπής, συνεχίζοντας τον ρόλο που έχει ενδυθεί τα τελευταία χρόνια, που δεν είναι αυτός της πρόκλησης αλλά εκείνος της αποκάλυψης και της ρήξης. Χρησιμοποιεί ως εργαλεία το παρακμιακό και το γελοίο, απεχθή και τα δύο στην ελληνική κουλτούρα της υποκρισίας και της ενοχής και αυτό την θέτει διαρκώς στο στόχαστρο, γεγονός που μπορεί και να επιδιώκει καθώς συνειδητά επιφυλάσσει στον εαυτό της τον ρόλο ενός cult νέο-Κήνσορα που με βεβαιότητα όμως δεν προκαλεί για να προκαλέσει ή για να κάνει απλώς αίσθηση. Νομίζω ωστόσο ότι κινδυνεύει από έναν αυτοεγκλωβισμό, που την αδικεί, από τον οποίο θα ήταν καλό και να απελευθερωθεί καθώς διαθέτει μια εμπρηστική καλλιτεχνική φύση ευφυή και δαιμόνια.

 

Info παράστασης:

Και Λέγε Λέγε | Θέατρο Τέχνης

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.