«Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» σε σκηνοθεσία Γιάννου Περλέγκα: Δραπετεύοντας από τα στερεότυπα

Μια εντελώς νέα προσέγγιση που μας κάνει να δούμε τη χιλιοειδωμένη «Στέλλα» του Ιάκωβου Καμπανέλλη για πρώτη φορά

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναμετρηθεί κανείς με έργα που έχουν παγιωθεί στη συλλογική μνήμη με εικόνες εντελώς συγκεκριμένες, σταθερές και αμετακίνητες. Ποια εικόνα έρχεται στο νου στο άκουσμα του τίτλου «Ρωμαίος και Ιουλιέτα»; Ένα κορίτσι σε ένα μπαλκόνι, με ένα νεαρό από κάτω να την κοιτάζει. Τι είναι για τον μέσο θεατή ο «Άμλετ» αν όχι ένας άνδρας που κρατά στο χέρι ένα κρανίο και του μιλάει; Και τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα όταν η σύνδεση γίνεται με συγκεκριμένους ηθοποιούς: «Αλέξης Ζορμπάς» είναι ο Άντονι Κουίν που χορεύει (;) αυτό το «κάτι-σαν-συρτάκι» (ως γνωστόν ο μεξικανικής καταγωγής ηθοποιός που ενσάρκωσε διεθνώς τον αρχετυπικό Έλληνα, δεν μπόρεσε να μάθει ή να χορέψει ποτέ κανέναν ελληνικό χορό). Και «Στέλλα» είναι, φυσικά, η Μελίνα Μερκούρη που περπατά αγέρωχη προς τον Μίλτο που «κρατάει μαχαίρι». Αν θέλει κανείς να αποφύγει τη γραφικότητα των «Κλασικών Εικονογραφημένων» οφείλει να αποφύγει αυτή την εικονογραφία. Πώς όμως;

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Ιάκωβος Καμπανέλλης υπήρξε ο θεμελιωτής της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας. Το ερώτημα είναι αν η σκόνη που αναπόφευκτα έχει αρχίσει να μαζεύεται πάνω σε πολλά από τα γνωστά του έργα οφείλεται στο ίδιο το κείμενο του συγγραφέα ή στον τρόπο με τον οποίο ανέβηκε στον καιρό του και -τις περισσότερες φορές- εξακολούθησε να ανεβαίνει με την πάροδο των χρόνων. Αναφέρομαι σε ένα στείρο ρεαλισμό, ο οποίος κάνει τελευταία θριαμβευτική επάνοδο σε παλαιότερα, αλλά και νέα κείμενα, και μάλιστα με εμπορική επιτυχία –αλλά αυτό είναι ένα ζήτημα που ανήκει σε άλλο κείμενο.

Η παράσταση του Γιάννου Περλέγκα κάνει σαφείς τις προθέσεις της από την πρώτη στιγμή: η εικόνα του Γιάννη Παπαδόπουλου να πασχίζει να ισορροπήσει σε μια καρέκλα που γέρνει ακουμπώντας σε ένα τραπέζι υπό την ίδια συνθήκη αστάθειας, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα παγωμένο χαμόγελο, δείχνει πως οτιδήποτε αναμενόμενο, οποιαδήποτε ευκολία στην προσέγγιση της «Στέλλας» έχει εγκαταλειφθεί εξαρχής.

Ξεκολλώντας από τον ρεαλισμό, η φαντασία αφήνεται ελεύθερη να δημιουργήσει και να χτίσει έναν κόσμο νέο. Και το έργο του Καμπανέλλη αποκαλύπτεται σαν να είναι πρώτη φορά, ισχυρό και πλούσιο.

Αυτό διόλου δεν σημαίνει πως ο σκηνοθέτης παραιτείται από τη σκιαγράφηση της ιστορικής και κοινωνικής συνθήκης μέσα στην οποία λαμβάνει χώρα το δράμα: κάθε άλλο. Απλώς επιλέγει έναν τρόπο πιο γόνιμο καλλιτεχνικά, πιο ευφάνταστο, πιο ενδιαφέροντα. Το μετεμφυλιακό κλίμα είναι παρόν, η μεταπολεμική μιζέρια, η άναρχη ανοικοδόμηση, η κοινωνικώς αποδεκτή πορνεία του «καλού γάμου». Απούσες είναι η ηθογραφία και η «νατούρα». Έτσι προκύπτει αυτό που δεν περιμένει κανείς: μια εντελώς νέα προσέγγιση, που μας κάνει να δούμε τη χιλιοειδωμένη «Στέλλα» για πρώτη φορά.

Φυσικά, ένα τόσο εντυπωσιακό αποτέλεσμα δεν επιτυγχάνεται χωρίς τους κατάλληλους συνεργάτες. Ο Περλέγκας ευτύχησε να έχει δύο εξαιρετικές ερμηνεύτριες του θεάτρου μας σε μεγάλες στιγμές. Η Στέλλα της Εύης Σαουλίδου είναι καίρια και απρόσμενη, εμπνευσμένη και επικίνδυνη. Κάπως έτσι σβήνει κανείς τη χαλκομανία που έχει αποτυπωθεί σε όλων τα μυαλά και ξεφεύγει από το στερεότυπο. Αυτό που εκ πρώτης όψεως έμοιαζε αδύνατο –να παίξει τη Στέλλα χωρίς να παραπέμπει στη Μελίνα- γίνεται πραγματικότητα επί σκηνής με τον φυσικότερο τρόπο. Ακόμα μια φορά η Σαουλίδου εμπνέει τον θαυμασμό και τον σεβασμό με την ερμηνεία της –το έχει κάνει βέβαια τόσες φορές που σχεδόν δεν αποτελεί έκπληξη…

Σε ένα ρόλο -της υποψήφιας πεθεράς- που εκ πρώτης όψεως δεν της ταιριάζει, αλλά και με τη γενικότερη παρουσία της, η Ανθή Ευστρατιάδου σημειώνει τον δεύτερο θρίαμβο της βραδιάς. Η ακρίβεια και οι λεπτομέρειες της ερμηνείας της αποτελούν μάθημα υποκριτικής. Προφανώς οι συνεργασίες της με τον Περλέγκα είναι ιδιαίτερα γόνιμες: Ποιος θα ξεχάσει τη Βασίλισσα της Νύχτας της στο «Ο Αδαής και ο Παράφρων» του Τόμας Μπέρνχαρντ;

Καλοδουλεμένες και σωστές η Κατερίνα Λυπηρίδου και η Σοφία Κόκκαλη. Καλύτερος από κάθε άλλη φορά που τον έχω δει ο Γιάννης Παπαδόπουλος. Απόλυτα εξπρεσιονιστικός ο σερβιτόρος του Θοδωρή Σκυφτούλη, προσθέτει αποχρώσεις στον καμβά της παράστασης. Ο Μίλτος του Μιχάλη Τιτόπουλου είναι αυτός που θα δεχτεί τα περισσότερα πυρά, επειδή ξενίζει: ο αφαιρετικός τρόπος με τον οποίο ερμηνεύεται σε τίποτα δεν θυμίζει το δωρικό αντριλίκι του κινηματογραφικού, παρόλα αυτά η προσέγγιση είναι και θεμιτή και πειστική.

Ο Γιάννος Περλέγκας φανερά αγάπησε βαθιά το έργο και το μελέτησε εξονυχιστικά. Κατόρθωσε να αποφύγει όλες τις παγίδες και κατέστησε τον Καμπανέλλη σύγχρονό μας, ανοίγοντας ένα νέο δρόμο για την παρουσίαση των κειμένων του. Ταυτόχρονα, σημείωσε μια προσωπική επιτυχία, ίσως την πιο σημαντική του από την εποχή του «Ο Αδαής και ο Παράφρων». Είναι πολύ ευχάριστο που η Οδύσσεια της «Στέλλας» του, που υπέστη τις συνέπειες της πανδημίας, την παραμόρφωση ενός (και μοναδικού!) πρόχειρου, προκρούστειου live streaming, αλλά και την εχθρότητα του αλήστου μνήμης Λιγνάδη, όταν ήταν διευθυντής στο Εθνικό, είχε τόσο αίσια -σχεδόν ιδανική- κατάληξη.

Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια | 4 Νοεμβρίου – 22 Ιανουαρίου 2023 | Θέατρο Τέχνης-Φρυνίχου

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.