Υπάρχουν κάποιες πληροφορίες που έχουν ριζώσει τόσο βαθιά στην κοινή συνείδηση που όλοι μοιραζόμαστε για την ποπ-κουλτούρα, που πλέον θεωρούνται δεδομένες και κανόνας σε πολλές από τις κλασικές ιστορίες τεράτων που όλοι απολαμβάνουμε. Για παράδειγμα, θεωρούμε δεδομένο πως ο βρικόλακας πεθαίνει στο φως του ήλιου, αλλά κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στις σελίδες του Δράκουλα από τον Μπραμ Στόκερ. Στο κείμενο, ο κόμης μπορεί κανονικά να κυκλοφορεί την ημέρα, απλά είναι αποδυναμωμένος. Την αδυναμία των βρικολάκων στο φως την έκανε διαδεδομένη το Νοσφεράτου (1922), μια ανεπίσημη μεταφορά του Δράκουλα στη μεγάλη οθόνη, όπου σύστησε τη βασική αδυναμία του είδους η οποία πλέον θεωρείται στοιχειώδης γνώση για τη μυθολογία του τέρατος.
Άλλα παρόμοια παραδείγματα είναι τα αργά ζόμπι που έγιναν γνωστά από τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών (1968), οι λυκάνθρωποι που περπατάνε στα δύο πόδια, μεταμορφώνονται με την πανσέληνο και μπορούν να μεταδώσουν την κατάρα με το δάγκωμα, που προέρχονται από τον Λύκο του Λονδίνου (1935), ή ότι το τέρας του Φρανκενστάιν γρυλίζει και είναι ανίκανο για σωστή επικοινωνία που προέρχεται από την ταινία του 1931.
Τα ζόμπι, όπως έχουμε δει και σε διάφορες μεταφορές, δεν χρειάζεται να είναι αργά και να τρώνε ανθρώπινους εγκεφάλους. Μπορούν να είναι γρήγορα και το κάθε ένα να έχει και μια διαφορετική μετάλλαξη που να τα κάνει πιο επικίνδυνα –σχετικά παραδείγματα συναντάμε στο Left 4 Dead ή στο Last of Us. Οι λυκάνθρωποι στους παλιούς μύθους ήταν άνθρωποι που μεταμορφώνονται σε λύκους, όχι δίμετρα δίποδα που επηρεάζονται από την πανσέληνο, όσο για το Τέρας του Φρανκενστάιν ξέρει κανονικά γραφή και ανάγνωση και δεν συμπεριφέρεται σαν ζώο που μουγκρίζει.

![]()
Όλα τα παραπάνω είναι απλά καλλιτεχνικές επιλογές που έγιναν για να ρίξουν λίγο αλατοπίπερο στον κανόνα των τεράτων και για να βοηθήσουν στους σεναριακούς σκοπούς των δημιουργών, αλλά με την πάροδο των χρόνων έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι του. Και φυσικά ένα από τα πιο διάσημα παραδείγματα τέτοιου τύπου είναι ο κόμης Δράκουλας ως ρομαντικός χαρακτήρας, κάτι που έγινε διαδεδομένο κυρίως από τη μεταφορά του Κόπολα το 1992. Από εκεί που στις σελίδες του Στόκερ ήταν ένα τέρας, ένας δαίμονας που μόλυνε ό,τι άγγιζε, τώρα οι περισσότεροι τον ξέρουμε ως ένα αιώνιο πλάσμα σε αναζήτηση της χαμένης του αγάπης, την οποία έχασε γιατί –όπως εκείνος νομίζει– τον πρόδωσε ο θεός. Έτσι, πλέον σε πολλές μεταφορές ο Δράκουλας θεωρείται ένας ρομαντικός αντιήρωας και βεβαίως με τον τίτλο “Dracula: A Love Tale” την ίδια πορεία ακολουθεί ο σκηνοθέτης Luc Besson.
Στο έργο του Besson ο μόνος τρόμος είναι ο υπαρξιακός που αισθάνεται ο Δράκουλας στη σκέψη ότι μπορεί να περάσει την αιωνιότητα δίχως την αγαπημένη του. Οι επιρροές από τον Κόπολα είναι ξεκάθαρες, έχουμε αρκετές δομικές και οπτικές ομοιότητες, αλλά όχι αρκετές που να καθιστά το A Love Tale αντιγραφή. Ο ίδιος ο Besson είχε παραδεχτεί πως δεν είναι μεγάλος φαν ούτε των ταινιών τρόμου, αλλά ούτε και του Δράκουλα. Το έργο γεννήθηκε από μια αφορμή που έψαχνε ο σκηνοθέτης να ξανασυνεργαστεί με τον ηθοποιό Caleb Landry Jones μετά το Dogman (2023) και κατέληξε πως ο κόμης του ταίριαζε. Οπότε η προσέγγιση του Besson είναι καθαρά ρομαντική και επίσης γδύνει το σενάριο απ’ ό,τι τραβάει το ενδιαφέρον μακριά από τον πρωταγωνιστή του. Χαρακτήρες όπως ο Βαν Χέλσινγκ έγινε ένας απλός ιερέας που τον υποδύεται ο Christoph Waltz και ο Τζόναθαν Χάρκερ δεν είναι πλέον το επίκεντρο της ιστορίας, καθιστώντας αυτή τη μεταφορά του Δράκουλα ίσως την πιο απλουστευμένη εκδοχή του.
Στην αρχή του έργου ο Δράκουλας είναι ένας ερωτευμένος πρίγκηπας που ούτε οι ορδές που απειλούν το βασίλειό του δεν μπορούν να τον απομακρύνουν από το κορμί της αγαπημένης του Ελιζαμπέτα. Κυριολεκτικά χρειάζεται να μπουν οι στρατιώτες μέσα στην κρεβατοκάμαρά του και να του φορέσουν την πανοπλία του για να τον βγάλουν να πολεμήσει. Καταφέρνει να απωθήσει την απειλή από το βασίλειό του, αλλά πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα όταν η αγαπημένη του σκοτώνεται σε μια καταδίωξη. Νιώθοντας προδομένος από τον θεό του που του πήρε ό,τι αγαπούσε, τον απαρνιέται και μετατρέπεται σε ένα αιώνιο πλάσμα της νύχτας. Τους επόμενους αιώνες θα τους περάσει προσπαθώντας να βρει τη γυναίκα του, πιστεύοντας πως είναι ακόμα κάπου εκεί έξω, ώσπου θα συναντήσει τη Μίνα, μια γυναίκα που έχει ολόιδιο πρόσωπο με αυτό της Ελιζαμπέτα.

Υπάρχει μια όμορφη μελαγχολία στο Dracula: A Love Tale που μεταφέρει το όραμα του σκηνοθέτη στον θεατή με μεγάλη ακρίβεια. Η μουσική, η διεύθυνση φωτογραφίας, τα κοστούμια, πολλά στοιχεία του έργου σε κάνουν να θες να απελευθερώσεις έναν βαθύ αναστεναγμό. Όχι, δεν είναι η απόλυτη μεταφορά του βιβλίου, ούτε η πιο πρωτότυπη, αλλά καταφέρνει να περάσει αυτή την προσμονή που αισθάνεται ο κόμης τους αιώνες που ψάχνει την Ελιζαμπέτα. Το σύντομο διάστημα που τους βλέπουμε μαζί είναι μια σειρά σκηνών όπου κάνουν έρωτα και παίζουν σαν παιδιά, αλλά είναι γνωστό πως οι ερωτευμένοι μπορούν να περάσουν όλοι τους την ύπαρξη σε ένα δωμάτιο κλειδωμένοι με τον σύντροφό τους δίχως παράπονο. Οπότε, όταν του το παίρνουν αυτό η υποκριτική ικανότητα του Caleb Landry Jones σε πείθει πως δεν είναι τέρας επειδή έγινε βρικόλακας και απαρνήθηκε την πίστη του, αλλά επειδή έμεινε μόνος σε έναν κόσμο χωρίς εκείνη. Η τιμωρία του: Να συνεχίσει να ζει έτσι.
Μου θύμισε μια εποχή όταν είδα για πρώτη φορά Underworld, Van Helsing ή Sleepy Hollow, όπου θα πήγαινα στο βίντεο κλαμπ και θα έψαχνα στα ράφια και θα το νοίκιαζα από περιέργεια. Δεν θα μου άλλαζε τη ζωή, ούτε θα με έκανε να δω κλασικούς χαρακτήρες με διαφορετική ματιά, αλλά όλη αυτή η σεξουαλικά φορτισμένη ατμόσφαιρα, το γεγονός ότι η μυθολογία δεν αντιμετωπίζεται με απόλυτη σοβαρότητα και πως ο Δράκουλας θυμίζει τον Γκρου από το «Εγώ, ο Απαισιότατος» με παρόμοια προφορά και τα δικά του μίνιονς, θα μου άφηνε μια ευχάριστη γεύση στο τέλος· και αυτό έκανε και τώρα. Μπορεί ο Δράκουλας να είναι τέρας, αλλά είναι ένα ερωτευμένο τέρας, και δεν θέλεις να τον δεις μακριά από την αγαπημένη του.
Ο κόμης, είτε είναι Βλαντ είτε είναι Όρλοκ, είναι κυριολεκτικά αθάνατος στη συνείδησή μας. Συνεχίζει να γοητεύει τους θεατές και όσο οι καλλιτέχνες βρίσκουν τρόπους να τον μεταφέρουν και να τον προσαρμόζουν στις ιστορίες τους, κανένα παλούκι στην καρδιά δεν θα τον σταματήσει οριστικά. Μπορεί το Dracula: A Love Tale να είναι ακόμα ένας καλλιτεχνικός σταθμός σ’ ένα αιώνιο νυχτερινό ταξίδι, μα παραμένει μια ακόμα υπενθύμιση της αρχέγονης περιέργειας των ανθρώπων για τον θάνατο, τον έρωτα και το σκοτάδι.
