Στην αρχή όλα μοιάζουν γνώριμα. Ο άνδρας εμφανίζεται γεμάτος αυτοπεποίθηση. Έχει χιούμορ, έχει ρυθμό, πετάει ατάκες που σε κάνουν να γελάς, με το είδος του γέλιου που σε φέρνει πιο κοντά, σαν να μοιράζεστε το ίδιο πλαίσιο, την ίδια λογική. Είναι εκείνος που «ξέρει». Που ορίζει, ερμηνεύει, γελάει με την «τρέλα» της. Σου φαίνεται σχεδόν συμπαθής, ακόμα κι όταν λέει πράγματα που δε θα έπρεπε. Τον νιώθεις φίλο σου, γείτονα, καθημερινό.

Και εκείνη… αινιγματική. Ακίνητη. Μοιάζει σαν κάτι να έχει σπάσει μέσα της από πριν. Μιλάει αργά, σαν μέσα από νερό. Το βλέμμα της δεν σε κοιτάει ποτέ ευθεία, πάντα αλλού. Και όταν λέει ότι είδε ένα όνειρο, δεν προσπαθεί να σε πείσει. Δεν έχει ανάγκη να εξηγήσει. Μονάχα αποσύρεται από αυτό που όλοι θεωρούν κανονικό. Διάλογοι δεν υπάρχουν, ή μάλλον, δεν εξελίσσονται. Η σκηνοθέτιδα τολμά να αφεθεί στη σιωπή. Στο σώμα. Στην απόσταση. Στην αφήγηση. Όχι αφήγηση διαλογική αλλά αφήγηση που μοιάζει με ανάγνωση ημερολογίου: θραύσματα σκέψεων, παρατηρήσεις, σκέψεις που αιωρούνται χωρίς να ζητούν απαντήσεις. Το ημερολόγιο αυτό δεν ανήκει σε κανέναν συγκεκριμένα. Δεν έχει ένα όνομα. Όλοι μιλούν. Όλοι έχουν φωνή. Ακόμη και εκείνοι που δεν την αξίζουν, ακόμη κι εκείνοι που δεν την αναγνωρίζουν. Δεν είναι δικαστήριο αυτή η παράσταση, δεν υπάρχει κατηγορούμενος, δεν υπάρχει ετυμηγορία. Υπάρχει μόνο η ανάγκη να ειπωθούν όλα. Να ακουστούν όλα. Όχι για να δικαιωθούν, αλλά για να φανερωθούν.

«Η χορτοφάγος» μοιάζει με ένα σφυρί που σιγά σιγά, σπαρακτικά αργά, ραγίζει τον πάγο κάτω από την επιφάνεια. Μια κραυγή που ξεκινά σιωπηλά και διατρέχει το κορμί. Η Ντεφλοριάν σε βάζει σε έναν χώρο όπου το οικείο, το σώμα, το σπίτι, η οικογένεια, η τροφή γίνονται πεδία μιας ήρεμης εξέγερσης. Συχνά ένιωθα να μην μπορώ να πάρω τα μάτια μου από την πρωταγωνίστρια. Έμοιαζε να υπάρχει αλλού. Σε μιαν άλλη κατάσταση ύπαρξης, με βλέμματα, με μια στάση σώματος που δεν ήθελε να εξηγήσει, μόνο να επιβιώσει. Ή να μεταμορφωθεί.

©Andrea Pizzalis
©Andrea Pizzalis
© Lorenza Daverio
©Andrea Pizzalis

Και οι άντρες γύρω της; Πατέρας, κουνιάδος, σύζυγος, όλοι στην ίδια πλευρά της ιστορίας. Διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ρόλου. Δεν φωνάζουν. Δεν απειλούν, τουλάχιστον όχι αμέσως. Κάποιοι από αυτούς μάλιστα δείχνουν στοργή, έλξη, θαυμασμό. Όμως όλοι τους, με τον δικό τους τρόπο, ασκούν εξουσία. Με την αδιανόητη βεβαιότητα ότι ξέρουν τι είναι σωστό. Τι είναι κανονικό. Τι επιτρέπεται. Να φας κρέας, να κοιμηθείς, να γίνεις το μοντέλο μου στην επόμενη εικαστική μου σύλληψη. Δυνάστες, λοιπόν. Δεν είναι καρικατούρες κακών, μα μορφές οικείες, καθημερινές. Σαν εκείνους που κάθονται απέναντί σου στο οικογενειακό τραπέζι. Που ρωτούν «γιατί είσαι έτσι», που σε κοιτούν «για το καλό σου», που θέλουν να σε διορθώσουν με στοργή, με εκείνη την ίδια στοργή που τελικά σε πνίγει. Δεν χρειάζεται κανείς να φωνάξει για να σε καταρρίψει. Αρκεί να μη σε πιστέψει.

Υπήρχαν στιγμές που αναρωτήθηκα αν το σώμα της γυναίκας αυτής, πάνω στη σκηνή, θα άντεχε. Αν το σώμα μου θα άντεχε. Γιατί η βία που την κατακλύζει μοιάζει σε στιγμές αναγνωρίσιμη. Το σκηνικό, που αρχικά μοιάζει με άσυλο γαλήνης, αρχίζει να σε σφίγγει. Κάθε, ανύπαρκτο αντικείμενο αποκτά φορτίο. Η απουσία χρώματος γίνεται βαριά. Ο γκριζαρισμένος τοίχος είναι το ίδιο το κελί. Και όσο προχωρά η παράσταση, νιώθεις ότι ο αέρας λιγοστεύει. Το όνειρο που την ξύπνησε μεταφέρεται αθόρυβα πάνω σου. Σου χώνεται κάτω από το δέρμα.

Δεν υπάρχει ανατροπή. Δεν υπάρχει κορύφωση. Υπάρχει μόνο μετάβαση. Από την παρατήρηση στην ενοχή. Από τη σιγουριά στο αίσθημα ότι εσύ είσαι πια μέρος του προβλήματος. Ότι η βία δεν είναι έξω, είναι δίπλα σου. Είναι εσύ.

Η κουζίνα δεν υπάρχει. Ο χώρος όπου κάποτε περίμενες να δεις μια γυναίκα να «εκτελεί» τον ρόλο της, να ετοιμάζει, να εξυπηρετεί, να υποχωρεί, έχει εξαφανιστεί. Στη θέση της, ένα υπνοδωμάτιο. Ο πιο προσωπικός, ο πιο κλειστός, ο πιο ευάλωτος χώρος. Εκεί συμβαίνουν όλα. Το φαγητό, ο έρωτας, η σύγκρουση, η παραίτηση. Το δωμάτιο αυτό δεν έχει πόρτες, έχει μεταμορφώσεις. Μοναδική «έξοδος»: η τουαλέτα. Παράδοξο, και όμως συγκλονιστικά εύγλωττο. Εκεί, σε έναν χώρο σχεδόν ταμπού, μικρό, απομονωμένο, η σκηνοθέτιδα επιλέγει να ανοίξει τον χώρο διάπλατα. Να μας τον δείξει. Να μας κλείσει εκεί μέσα. Να μας βάλει μάρτυρες σε ό,τι δεν λέγεται: στον εμετό, στην επιθυμία, στην κατάρρευση, στην κάθαρση. Μια μικρή πόρτα, που αποδεικνύεται τελικά πιο αποκαλυπτική από κάθε σαλόνι, από κάθε σκηνή. Εκεί συμβαίνουν τα πιο σιωπηλά και τα πιο κραυγαλέα.

Και κάπου εκεί, όταν δεν ξέρεις πια αν βλέπεις θέατρο ή αν συμμετέχεις σε τελετουργία, καταλαβαίνεις: αυτή η γυναίκα δεν είναι περίεργη. Είναι το μόνο σώμα που άκουσε. Που είπε όχι. Που αντί να ουρλιάξει, έγινε δέντρο.

Δεν πρόκειται για εύκολο έργο. «Η χορτοφάγος» δεν σου χαρίζεται. Δεν έχει πρόθεση να σε διασκεδάσει. Και η θεατρική μεταφορά της από τη Ντεφλοριάν είναι εξίσου απαιτητική, για τους συντελεστές και για τον θεατή. Η οπτικοποίηση των λέξεων, η αποκάλυψη του ανείπωτου, η σταδιακή εξέλιξη που δεν κορυφώνεται αλλά καταβυθίζεται, όλα αυτά συνθέτουν μια εμπειρία που σε φθείρει και σε δοκιμάζει. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις πως κουράζεσαι. Που θέλεις να ξεφύγεις από το βάρος. Μα δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις το κολοσσιαίο παραστασιακό έργο που έχει στηθεί μπροστά σου. Τη λεπτομέρεια, τον ρυθμό, τη συνέπεια. Την τόλμη του να φτάσεις τόσο βαθιά, χωρίς εκπτώσεις.

©Andrea Pizzalis

Η Ντάρια Ντεφλοριάν δεν προσφέρει ένα θεατρικό «ελιξίριο» για εύκολη κατανάλωση. Προσφέρει μια εμπειρία πυκνή, απογυμνωμένη. Κάτι που σε ταράζει και σε μαλακώνει ταυτόχρονα. Ένα σκηνικό ταξίδι που σε αφήνει να αιωρείσαι ανάμεσα στην ενοχή και την κατανόηση, στην αμηχανία και τη σιωπηλή ενσυναίσθηση. Η παράσταση της Ντεφλοριάν δεν ανέβασε απλώς το βιβλίο, το απογύμνωσε. Το μετέφρασε με εικόνες και παύσεις, χωρίς να προδώσει τη γλώσσα και το νόημά του. Και για εμάς, τους θεατές, που κουβαλούσαμε ήδη τη φωνή της Γιόνγκ Χιε από τις σελίδες, το θέατρο λειτούργησε σαν επιστροφή στην αίσθηση. Ίσως εκεί να κρύβεται και η μεγαλύτερη δύναμη αυτής της θεατρικής «χορτοφάγου»: στο ότι δεν προσφέρει απαντήσεις. Δεν σε οδηγεί, δεν σε λυτρώνει. Απλώς σε βάζει να κοιτάξεις, κι από εκεί και πέρα, σκέφτεσαι όσα μπορείς στο προσωπικό σου μέτρο, αντέχεις ό,τι δεις.

©Andrea Pizzalis

Η παράσταση ήταν βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της νομπελίστριας Χαν Γκανγκ (Man Booker International 2016), που επιχειρεί μια χαρτογράφηση της βίας –φυσικής, ψυχολογικής, πολιτικής– μέσα από ένα οικογενειακό πορτρέτο.