Όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου ως ενήλικα, στη Γαλλία αιωρείται ο μπαμπούλας της ακροδεξιάς. Αρχικά ήταν ο Ζαν Μαρί Λεπέν, ο παλιός, ο ορθόδοξος ακροδεξιός της παλιάς γενιάς, ο οποίος άνοιγε το στόμα του και εκτόξευε ατάκες σαν οβίδες που στιγμιαία εξάτμιζαν κάθε ίχνος πολιτικής ορθότητας και αποξένωναν ένα ολοένα και πιο σύγχρονο κοινό, με αποτέλεσμα να τον εκπαραθυρώσει από το κόμμα που ο ίδιος ίδρυσε η κόρη του Μαρίν Λεπέν.

Πάμε λοιπόν σε αυτή τώρα, η δεύτερη γενιά ηγεσίας στην ακροδεξιά. Η Μαρίν είχε καλύτερη επαφή με την πραγματικότητα και τις αλλαγές που συντελούνταν στη γαλλική κοινωνία, κι έτσι σύντομα συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να νερώσει το κρασί, να εστιάσει σε συγκεκριμένους στόχους, να συμπεριλάβει μέχρι και αραβικής καταγωγής υποψηφίους στο κόμμα. Έτσι, μετακίνησε το κόμμα πιο κοντά σε μια παραδοσιακή δεξιά των ευρωσκεπτικιστών, ενώ ισχυριζόταν ότι ήταν εκείνη η πραγματική ιδεολογική διάδοχος του Ντε Γκολ.

Η αλήθεια είναι ότι βρέθηκε δύο φορές πολύ κοντά σε μια ιστορική ανατροπή που θα την έφερνε στην εξουσία. Ή τουλάχιστον έτσι διαλαλούσαν με υστερία πολλά μέσα ενημέρωσης που ξεχνούσαν να αναφέρουν ότι στο γαλλικό εκλογικό σύστημα με τους δύο γύρους κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμβεί παρά την όποια, συγκυριακή ή μη, πρωτιά στον πρώτο γύρο. Όσο ψηλά κι αν βρισκόταν η Λεπέν στις δημοσκοπήσεις (ιδιαίτερα λόγω της έκρηξης του μεταναστευτικού), τόσο ανήμπορη τελικά αποδεικνυόταν να διασπάσει τη συσπείρωση αριστερών, κεντρώων και κεντροδεξιών ψηφοφόρων στον δεύτερο γύρο, με κοινό στόχο να εμποδίσουν την ακροδεξιά από το να αναλάβει την εξουσία. Και πλέον μπήκαμε αισίως και στην τρίτη γενιά στο τιμόνι του Εθνικού Μετώπου, με τον Ζορντάν Μπαρντελά, ένα νεαρό με, μεταξύ άλλων, αλγερινές και ιταλικές ρίζες και ομολογουμένως απίστευτο επώνυμο για Γάλλο πολιτικό. (Αν και βέβαια, η Μαρίν εξακολουθεί και αποτελεί τον κλειδοκράτορα και διαμορφωτή του χώρου, με τον Μπαρντελά να αποτελεί υποψήφιο πρωθυπουργό και εκείνη – δυνητικό – υποψήφιο πρόεδρο).

Μετά το πέρας κάθε πρώτου γύρου τα μίντια προκαλούσαν τον πανικό (άλλοτε λόγω άγνοιας και άλλοτε λόγω της ειλικρινούς τους πρόθεσης να κινητοποιήσουν τους ψηφοφόρους εν όψει του δεύτερου γύρου). Όμως είναι τέτοιες οι ιδιαιτερότητες του γαλλικού εκλογικού συστήματος, τόσο στις προεδρικές όσο και στις βουλευτικές εκλογές, που τα εμπόδια που το ίδιο το σύστημα θέτει είναι πολύ ισχυρά.

Έτσι και τώρα λοιπόν, όλοι είχαν προδιαγράψει ότι για πρώτη φορά ένα ακροδεξιό κόμμα θα κατέληγε στην εξουσία (έστω σε βουλευτικές εκλογές, έστω με συγκατοίκηση με τον πρόεδρο Μακρόν). Και ιδού, άλλη μία φορά οι ψηφοφόροι όλων των υπόλοιπων κομμάτων συνεργάστηκαν στον δεύτερο γύρο προκειμένου να καταψηφίσουν τους υποψήφιους των Μπαρντελά – Λεπέν. Από εκεί που το κόμμα του Μακρόν θεωρούνταν πολιτικά τελειωμένο, το Εθνικό Μέτωπο από πρώτο έρχεται μόλις τρίτο και καταϊδρωμένο. Στην πρώτη θέση έρχεται ο συνασπισμός αριστερών, πρασίνων, σοσιαλιστών υπό τον Μελανσόν με 182 έδρες, στη δεύτερη με 168 το κεντρώο κόμμα του Μακρόν, αφήνοντας τον Μπαρντελά στην τρίτη με 143! Άλλη μια φορά η Μαρίν βλέπει το όνειρό της να συντρίβεται. Είναι λες και το ίδιο το γαλλικό εκλογικό σύστημα έχει φτιαχτεί ώστε να την χλευάζει, ώστε να της καλλιεργεί ελπίδες και μετά να τις ισοπεδώνει χωρίς έλεος.

Τι σημαίνει όμως το αποτέλεσμα των Γαλλικών εκλογών; Καταρχάς ακυβερνησία για ένα διόλου ευκαταφρόνητο χρονικό διάστημα, αφού ουδείς κατέχει πλειοψηφία και οι συνεργασίες φαίνονται πολύ δύσκολες. Όσοι έχουν θεωρήσει τον Ζαν Λυκ Μελανσόν ως εν δυνάμει νικητή, και πάλι βιάζονται και αγνοούν την ίδια την ιδιαίτερη διαδικασία βουλευτικών εκλογών σε δύο γύρους. Ο Μελανσόν ήταν και παραμένει ακραίος, αμετανόητα λαϊκιστής και πολύ πολωτική φιγούρα, ώστε να εκπροσωπεί ένα αληθινά πλειοψηφικό ρεύμα στη γαλλική κοινωνία. Το ποσοστό του πρώτου γύρου (κοντά στο 30%) ήταν μεν υψηλό αλλά αντιστοιχούσε σε μια ευρεία συμμαχία κομμάτων, μια συμμαχία αρκετά ετερογενή και, ως ένα βαθμό, συγκυριακή.

Αντίστοιχα, ο δεύτερος γύρος λειτουργεί εντελώς στρατηγικά. Ψηφοφόροι είτε του Μακρόν, είτε των ρεπουμπλικάνων είτε του συνασπισμού του Μελανσόν ψήφιζαν όποιον υποψήφιο βουλευτή βρισκόταν απέναντι στον υποψήφιο του Εθνικού Μετώπου (ή μάλλον Εθνικής Συσπείρωσης όπως έχει μετονομαστεί), με στόχο να χάσει την έδρα το κόμμα των Μπαρντελά-Λεπέν. Εν ολίγοις δεν ήταν θετική αλλά κατά βάση αρνητική ψήφος. Η ίδια ακριβώς στρατηγική προσέγγιση οδήγησε σε αναλογικά μάλλον υψηλά ποσοστά του κόμματος του Μακρόν, αφού από το 15% του πρώτου γύρου στον δεύτερο εκτοξεύτηκε στις 168 έδρες, μόλις 14 λιγότερες από τις 182 του πρώτου Μελανσόν.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι η σχετική ανάκαμψη των μέχρι πρότινος εξαφανισμένων σοσιαλιστών (μέχρι και ο ξεχασμένος Φρανσουά Ολάντ βγήκε βουλευτής, ο πρώτος πρώην πρόεδρος στην ιστορία που εκλέγεται βουλευτής στις βουλευτικές εκλογές).

Ένα τρίτο συμπέρασμα είναι ότι μάλλον θα ακολουθήσει μια μάχη, συγκεκαλυμμένη ή ανοιχτή, ανάμεσα στον Μπαρντελά και την Λεπέν για την ιδιοκτησία του χώρου. Είδαμε ήδη μία πατροκτονία, μήπως θα βιώσουμε και μία συμβολική μητροκτονία; Και το πιο σημαντικό ερώτημα είναι, θα μετατοπιστεί το Εθνικό Μέτωπο προς το κέντρο προκειμένου να πάψει να αποτελεί τον μπαμπούλα που συσπειρώνει τους ψηφοφόρους εναντίον του στους εκάστοτε δεύτερους γύρους των εκλογών; Ή απλά ο λύκος θα φορέσει τα ρούχα του αλλιώς προκειμένου να κατακτήσει την εξουσία και μετά θα αποκαλύψει το αληθινό του πρόσωπο; Σε κάθε περίπτωση, μάλλον καλύτερα να μην χρειαστεί να το μάθουμε.