Γοητεύομαι πάντα από την κίνηση των σωμάτων. Από αυτή την αέναη ροή ανθρώπων έξω από πλαίσια, περιορισμούς, χορογραφίες και αυστηρά όρια. Όπως ακριβώς τη βλέπω, καθισμένη στην πρώτη σειρά του Θεάτρου Δίπυλον, λίγο προτού ξεκινήσει η παράσταση Βαδίζοντας του Thomas Bernhard, από την καλλιτεχνική ομάδα Transatlantic Group, σε σκηνοθεσία της Αλεξάνδρας Καζάζου.
Βηματισμοί μπρος, πίσω, αριστερά, δεξιά — φαινομενικά ασύνδετοι. Κορμιά που τέμνονται, σώματα που συναντιούνται πάνω στην ορθογώνια πλατφόρμα. Πέντε άνθρωποι. Βλέμματα. Λέξεις ανείπωτες, σκιαγραφημένες σχεδόν στα πρόσωπά τους. Κορμιά εν κινήσει, σε έναν κόσμο γυάλινο. Ένα κινησιολογικό, ανθρώπινο, παραστασιακό αφήγημα, αδιάκοπης ροής, που σε παρασύρει στη δίνη του.
Το Βαδίζοντας (πρωτότυπος τίτλος Gehen, 1971) αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και στοχαστικά διηγήματα του Αυστριακού συγγραφέα Thomas Bernhard, ενός δημιουργού που κατέχει κεντρική θέση στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Πρόκειται για ένα κείμενο που υπερβαίνει τις συμβάσεις της αφήγησης, καθώς δεν ακολουθεί μια σαφή ή παραδοσιακή πλοκή, αλλά συνιστά μια υπαρξιακή και φιλοσοφική περιπλάνηση. Και η αλήθεια είναι πως το έργο αυτό, κάποιες παραστάσεις το έχουν αντιμετωπίσει σαν σωματική παρτιτούρα άλλες σαν μια ηχητική εμπειρία, με το κοινό όλων να παραμένει η σχέση λόγου και ρυθμού σαν μια παρτιτούρα.
Στο επίκεντρο του έργου βρίσκονται δύο φίλοι, ο Karrer και ο Oehler-αφηγητής, οι οποίοι περπατούν ακατάπαυστα, ανταλλάσσοντας σκέψεις που αποκαλύπτουν την αγωνία και το παράλογο της ύπαρξης. Το περπάτημα γίνεται το μέσο για τη ροή της σκέψης, ένα τελετουργικό που συνδέει το σώμα με τον στοχασμό, την κίνηση με τη βαθιά εσωτερική ακινησία. O Karrer είναι παιδικός φίλος του αφηγητή – Oehler, ο οποίος, σύμφωνα με την αφήγηση, κατέληξε σε ψυχιατρική κλινική.
«Η πλοκή εντοπίζεται στο μαγαζί του Ρουστενσάχερ, ένα μέρος που οι δύο φίλοι επισκέπτονται συχνά στον περίπατό τους. Μόνο που εκείνη την ημέρα ο Κarrer μπαίνει πιο ξαναμμένος λόγω της αυτοκτονίας του φίλου του χημικού Χολενστάινερ. Ο λόγος του γίνεται αυτόματα πιο πεισματικός. Αυτή είναι και η βασική πλοκή του έργου απλοϊκά, σε αυτήν εστιάζουμε», μοιράζεται στο ελc η Αλεξάνδρα Καζάζου μετά την ολοκλήρωση της πρόβας.
Το ραφείο του Ρουστενσάχερ είναι το μέρος που λειτουργεί ως μνημονικό και ψυχικό πεδίο μέσα στο έργο — ένα μαγαζί που δεν υπάρχει πια ενεργά, αλλά παραμένει κεντρικό στις συζητήσεις και στις σκέψεις των δύο φίλων, συνεχίζοντας η σκηνοθέτρια αναφερόμενη κυρίως σε όλες τις δουλειές της καλλιτεχνικής ομάδας Transatlantic που μαζί με τον Karol Jarek έχουν συνδημιουργήσει από την άνοιξη του 2020: «Ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει να κατανοήσει ο θεατής ακριβώς τι θα δει. Μας ενδιαφέρει η οργανική δραματουργία και σε αυτό εστιάζουμε σε όλες μας τις έρευνες».
Η ομάδα έχει δομηθεί από την αρχή με έναν διεθνή, διακαλλιτεχνικό και πολυφωνικό χαρακτήρα. Δεν είναι μια παραδοσιακή θεατρική ομάδα με σταθερή σύνθεση και ιεραρχία, αλλά λειτουργεί περισσότερο σαν ένα εργαστήριο ερευνών, όπου οι καλλιτέχνες συνεργάζονται ισότιμα από διαφορετικά πεδία: θέατρο, μουσική, performance, εικαστικά, κινησιολογία, σύνθεση.
Η ίδια η Αλεξάνδρα Καζάζου, ως ιδρυτικό μέλος, προέρχεται από ένα περιβάλλον όπου η σωματική δράση, η σύνθεση, ο αυτοσχεδιασμός και η χορικότητα αποτελούν οργανικά κομμάτια της δημιουργικής διαδικασίας. Στην ομάδα λειτουργούν όλοι ως συνδημιουργοί, όχι μόνο ως εκτελεστές.
Η πολυφωνία ως οργανική ταυτότητα
Ο Bernhard υφαίνει έναν λόγο ρυθμικό, επαναληπτικό και εμμονικό, όπου η σκέψη μοιάζει να σκοντάφτει, να κολλάει, να επιμένει και να ανακυκλώνεται — όπως ακριβώς και το περπάτημα, όταν γίνεται χωρίς συγκεκριμένο προορισμό αλλά με την εμμονή μιας συνεχούς αναζήτησης. Η γλώσσα του έργου χαρακτηρίζεται από έναν ιδιότυπο «μουσικό» ρυθμό, με συστηματικές παύσεις και διακοπές που προσδίδουν μια σχεδόν παρτιτουρική διάσταση στο κείμενο.
Στο Βαδίζοντας, αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αφού το ίδιο το κείμενο του Bernhard είναι ένα έργο όπου οι φωνές διαπλέκονται, επαναλαμβάνονται, παραμορφώνονται και αλληλοσυμπληρώνονται. Το έργο δεν λειτουργεί ως κλασική αφήγηση, αλλά ως ένα χορικό τοπίο, με τις λέξεις, τις παύσεις, τις κινήσεις και τις ηχητικές ποιότητες των ερμηνευτών να δημιουργούν ένα σύμπαν όπου το βίωμα προηγείται της πλοκής. Βίωμα όπου οι θεατές συναισθάνονται.
Το Βαδίζοντας δεν σε κρατάει απέξω. Σου δίνει ρυθμό, αναπνοή και απόσταση. Και μέσα σ’ αυτή την απόσταση, γεννιέται η οικειότητα. Μικρά ανεπαίσθητα βλέμματα προς τον θεατή. Ένα χαμόγελο. Το κλείσιμο του ματιού. Στιγμές που οι ηθοποιοί —ή μάλλον, το σώματά τους επί σκηνής— στρέφονται σιωπηλά προς εσένα, τον θεατή. Δεν ζητάνε κάτι. Δεν απαιτούν. Μονάχα καλούν. Μια σιωπηλή πρόσκληση σε συναισθηματική συμμετοχή. Όχι για να καταλάβεις, αλλά να αισθανθείς. Να συγχρονιστείς.
«Η επικοινωνία μας μέσα από τα μάτια του άλλου είναι τεράστιας σημασίας. Μέσα από εκεί προχωράει η ιστορία παρακάτω. Αυτή είναι άλλωστε και η ίδια η συνθήκη του αφηγητή. Συχνά μοιάζει να στέκεται δίπλα σε έναν καθρέπτη, ο οποίος θα μπορούσε να είναι τα μάτια του θεατή που τον κοιτάνε», αναφέρει ο ηθοποιός Βασίλης Μπούτσικος.
Αναρωτιέμαι αν στη σκηνή νιώθουν περισσότερο performers ή ηθοποιοί με αυστηρό κείμενο, με δεδομένες κινήσεις και ρωτάω τους συντελεστές που καθισμένοι έξω από τη σκηνή έχουμε πιάσει κουβέντα:
«Είμαστε όλα μαζί, ένα σώμα που πάλλεται και αφουγκράζεται τους συναδέλφους του και όλοι μαζί καλούμαστε να πούμε μια ιστορία», σημειώνει ο Σπύρος Δέτσικας.
Aυτό άλλωστε υπαγορεύει και το πλαίσιο, ο ορισμός του μεταδραματικού θεάτρου: «Αρχικά δεν γνωρίζουμε και δεν φανταζόμαστε πού θα καταλήξουμε στην ανάγνωση του έργου. Ο αρχικός μας πυρήνας ήταν να αφήσουμε ανοιχτές πόρτες για να εισέλθουν νέα βιώματα. Πρόκειται δηλαδή για ένα ανοιχτό πεδίο», συμπληρώνει η Αρετή Πετροπούλου, βοηθός σκηνοθέτη. «Το θέατρο έχει αυτή τη μαγική ιδιότητα να σε συναντήσει σε έναν τοπο-χρόνο που πυκνώνει μέσα από το βλέμμα του θεατή», συνεχίζει η Αλεξάνδρα Καζάζου, συνοψίζοντας με έναν ποιητικό τρόπο αυτό που η παράστασή της επιδιώκει: όχι να αφηγηθεί, αλλά να δημιουργήσει μια κοινή εμπειρία.
Το βλέμμα του θεατή δεν παρατηρεί απλώς – συμμετέχει, μετακινεί, μετασχηματίζει. Κάθε παράσταση γίνεται έτσι μια μοναδική, κοινή πράξη μετατόπισης. Kαι αυτή ακριβώς είναι η φράση που συνοψίζει το πνεύμα της παράστασης: το Βαδίζοντας δεν είναι απλώς μια αφήγηση, αλλά μια συλλογική, ζωντανή σύνθεση, που βασίζεται στην αλληλεξάρτηση, στη σιωπή, στην επανάληψη και στο αναπάντεχο.
Γιατί η αρχή δεν έρχεται από τον λόγο ή από μια θεατρική δράση, αλλά μέσα από μια μουσική συνεύρεση. Μια φωνητική παρτιτούρα, ζεσταμένη επί σκηνής. Μια σύνθεση που γεννιέται εκείνη τη στιγμή, έμπνευση του παρόντος:
«Όλα ξεκινούν από τη μελωδία ενός ουκρανικού τραγουδιού. Ένα νήμα που σταδιακά υφαίνεται με νέες προσθήκες: ήχους, ρυθμούς, φωνές, νότες ελληνικών δρόμων και κυρίως, τους ρυθμούς της Ηπείρου. Κι έτσι κάπως, χωρίς βιασύνη, η ομάδα συντονίζεται», μοιράζεται ο ηθοποιός Rafal Habel. Το σώμα και η φωνή συντονίζονται. Και η παράσταση αρχίζει.
Η Transatlantic Group χρησιμοποιεί την πολυφωνία όχι μόνο ως σκηνοθετική μέθοδο αλλά και ως υπαρξιακή συνθήκη: οι ηθοποιοί δεν εκπροσωπούν πρόσωπα αλλά τις διαφορετικές εκδοχές μιας συνείδησης που ακροβατεί ανάμεσα στον λόγο και το παράλογο, στην κίνηση και την ακινησία:
«Εμένα προσωπικά ως σκηνοθέτρια δεν με ενδιαφέρουν τα πρόσωπα και οι χαρακτήρες. Δεν με ενδιαφέρει ποιος είναι ποιος. Με ενδιαφέρει να ειπωθεί η ιστορία. Λίγο κβαντικά θα μπορούσαμε να είμαστε όλοι», αναφέρει χαρακτηριστικά η Αλεξάνδρα Καζάζου.

Η αρχή της παράστασης είναι το μαζί
Πόσο δύσκολος μπορεί να είναι ο συντονισμός μιας τέτοιας ομάδας; Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που περνάει από το μυαλό μου καθώς παρακολουθώ τα πέντε σώματα να κινούνται σχεδόν υπνωτιστικά — άλλοτε συγχρονισμένα, άλλοτε φαινομενικά ασύνδετα, και όμως βαθιά συντονισμένα σε ένα άλλο επίπεδο. Πώς ξεκινάς να δουλεύεις έτσι; Από πού αρχίζει μια τέτοια παράσταση; Ποιος οδηγεί; Ή μήπως όλοι ακολουθούν ένα κοινό εσωτερικό ρυθμό; Αυτές οι σκέψεις με συνοδεύουν όταν συναντώ τους συντελεστές της Transatlantic Group, λίγο μετά την παράσταση. Τους ρωτώ για τη διαδικασία, για την αρχή, για τον συντονισμό — και κυρίως, για τη σχέση που χτίζουν όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με εμάς, τους θεατές.
«Ξεκινήσαμε με το μη αυτονόητο του βαδίσματος. Αρχικά μάθαμε να βαδίζουμε. Δεν είναι αυτονόητο το πώς περπατάει ο άλλος. Άρα το πρώτο που φτιάξαμε είναι το σωματικό λεξιλόγιο του ενός για τον άλλον. Αυτό μας έδωσε μεγάλη σύνδεση και δύναμη γιατί επί της ουσίας είμαστε οι ίδιο δημιουργοί του άλλου. Αυτό τελικά σαν μια μνήμη στο σώμα, είναι ένας ισχυρός τρόπος σύνδεσης μεταξύ μας», μοιράζεται ο Βασίλης Τρυφουλτσάνης.
«Σε μια χορική συνθήκη δεν έχει σημασία τι θα μείνει σαν απόσταξη στο τελικό προϊόν, στη δημιουργία. Δουλεύεις διαρκώς για τον άλλον, είσαι γενναιόδωρος για να κάνεις τον άλλον να ανθίσει, όπως το ίδιο θα πράξει και ο άλλος. Στην υποκριτική και στο θέατρο θέλει μεγάλη υπομονή, θέλει μεγάλη γενναιοδωρία από όλους, πίστη ότι μαζί πορευόμαστε. Και τελικά με έναν παράδοξο τρόπο, συντελείται κάτι και είναι μαγικό όταν γίνεται. Και αυτή η πορεία απαιτεί πορεία, σύνδεση και ένα κοινό κώδικα με την ομάδα. Είναι μια συνάντηση ωραίων ανθρώπων. Δεν υπάρχει ιεραρχία στον τρόπο που δουλεύουμε, απλώς εγώ λειτουργώ σαν ένα τρίτο μάτι», αναφέρει η Αλεξάνδρα Καζάζου.
«Δεν έχουμε δουλέψει συναισθηματικά, αλλά όλο προκύπτει αυθόρμητα. Ο καθένας από εμάς έχει φέρει ένα δικό του ντοκουμέντο σε αυτή την παράσταση. Και όσο βουτάμε, ανακαλύπτουμε και κάτι ακόμα, δίχως να το συνειδητοποιούμε αμέσως», συμπληρώσει η ηθοποιός Νάντια Μπαϊμπά.
Στο τέλος της παράστασης, χειροκροτώ. Χειροκροτώ δίχως να ξέρω ακριβώς πώς να νιώσω. Σίγουρα νιώθω. Πλημμυρισμένη από σκέψεις, από εικόνες, από μια αίσθηση ανάτασης. Όχι λύσης. Όχι κάθαρσης. Μα εκείνης της βαθιάς, υπόγειας μετακίνησης που μόνο το θέατρο —το ζωντανό, το γενναίο θέατρο— μπορεί να προσφέρει. Υπάρχει ένα πνευματικό βάρος, μια σχεδόν υπαρξιακή πυκνότητα σε αυτό το έργο. Ο Bernhard δεν χαρίζεται στον αναγνώστη — και ακόμη λιγότερο διαισθάνομαι στον ηθοποιό. Πώς διαχειρίζεται μια ομάδα αυτό το υλικό; Πώς διαχειρίζεται αυτό το πνευματικό βάρος και πώς μετατρέπεται σε σκηνική πράξη μια φιλοσοφική περιπλάνηση;
«Όταν διάβασα το κείμενο βρήκα πολλά σημεία σύνδεσης με εμένα. Ο τρόπος που λαμπροί άνθρωποι αφήνονται στο περιθώριο και καταστρέφουν τους εαυτούς τους, είναι σημεία που μου μίλησαν πολύ προσωπικά. Πολλά πράγματα από την καθημερινότητά μας τα συναντάς μέσα στο κείμενα. Όλα όσα είναι παρατημένα από το Κράτος», απαντά ο ηθοποιός Σταύρος Ζαφείρης.
«Πνευματικό είναι όταν συναντιόμαστε. Όταν πέντε άνθρωποι συναντιούνται για να μιλήσουν στον κόσμο για κάτι που κυριολεκτικά τους καίει, εκεί εντοπίζεται η πνευματικότητα», προσθέτει η Αρετή Πετροπούλου. «Το ίδιο το κείμενο είναι πνευματικό. Και η μετάφραση που έχει κάνει ο Αντώνης Γαλέος έχει ενισχύσει αυτό το στοιχείο. Η μετάφραση που κυκλοφορεί είναι κυρίως κατανόησης, ενώ αυτή που μας παρέδωσε ο Αντώνης είναι παλλόμενη, δεν μπορείς να μην το νιώσεις αυτό», λέει η Αλεξάνδρα Καζάζου.
«Η μεγαλύτερη τέχνη είναι η τέχνη του να αντέχεις και το πώς θα κάνεις την επιβίωση, διαβίωση» αυτή είναι η παράσταση θα σημειώσει η Αρετή Πετροπούλου πριν αποχαιρετιστούμε. Κρατώ τη φράση της ως επίλογο. Γιατί Βαδίζοντας, τελικά, δεν είναι μόνο το έργο. Είναι αυτό που κάνουμε κάθε μέρα. Σιωπηλά, μαζί, και κάπως — υπομένοντας, αντέχοντας, συνεχίζοντας.
Info παράστασης:










