Την 29η Απριλίου, ανήμερα της επετείου γέννησης και θανάτου του Κ.Π. Καβάφη επέλεξε το Ίδρυμα Ωνάση σε συνεργασία με τον Δήμο Αθηναίων να προβεί στα αποκαλυπτήρια του γλυπτού έργου του Πραξιτέλη Τζανουλίνου που απεικονίζει τον Καβάφη. Ο Αλεξανδρινός ποιητής «επέστρεψε» συμβολικά στην Αθήνα. Στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου στην αρχή της, απέναντι από την Πύλη Αδριανού, μέσα στην ίδια την καθημερινή ροή της πόλης μας ο ποιητής κάθεται σ’ ένα παγκάκι από χαλκό, σε φυσικό μέγεθος και περιμένει τους περαστικούς να καθίσουν πλάι του.
Το γλυπτό έργο του Πραξιτέλη Τζανουλίνου αποτελεί δωρεά του Ιδρύματος Ωνάση στον Δήμο Αθηναίων και εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική παρεμβάσεων που αντιμετωπίζουν τον δημόσιο χώρο ως πεδίο πολιτισμού. Δεν πρόκειται για έναν ανδριάντα αλλά για μια πρόταση εγγύτητας, για μια αλλαγή στη σχέση μας με τα μνημεία, την ποίηση και την ίδια μας την πόλη. Όπως ειπώθηκε στην τελετή παράδοσης, «Ο θεατής δεν στέκεται απέναντι στο έργο, αλλά δίπλα του». Και αυτή η φράση κατ’ εμέ συμπυκνώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία της παρέμβασης.


Ο Πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση, Αντώνης Παπαδημητρίου επέλεξε αντί να κάνει μια τετριμμένη ομιλία,να κάνει μια χαρτογράφηση της γειτονιάς που φιλοξενεί το γλυπτό. «Νομίζω ότι ο Κωνσταντίνος Καβάφης θα εκτιμούσε τη γειτονιά όπου βρέθηκε θέση για το άγαλμα του. Το άγαλμα που σήμερα παραδίδουμε στην πόλη των Αθηνών ως ένα νέο τοπόσημο, βρίσκεται βέβαια κάτω από την Ακρόπολη των Αθηνών, απέναντι όμως από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός και την Πύλη του Αδριανού. Έργο του Ρωμαίου αυτοκράτορα που ζήλεψε τη δόξα του Θησέα, αλλά όχι του Περικλή. Κυρίως βρίσκεται στην απόληξη της οδού Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου φιλοσόφου, που παρόλα αυτά ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό γύρω στο 51 μετά Χριστόν και έγινε πολιούχος της Αθήνας.
Βρίσκεται επίσης κάτω από τον Λόφο του Φιλοπάππου, όπου υπάρχει το ταφικό μνημείο του Γαΐου Ιουλίου Αντιόχου Φιλοπάππου, ευγενή από την Κομμαγηνή της Συρίας, που έγινε και ανθύπατος των Αθηνών. Σημειώνω ότι ο Καβάφης έχει γράψει δύο ποιήματα για την Κομμαγηνή. Το Επιτύμβιον Αντιόχου βασιλέως Κομμαγηνής και το Μελαγχολία Ιάσωνος Λέανδρου ποιητού εν Κομμαγηνή. Βρίσκεται πολύ κοντά στο Ωδείο του Ηρώδου Αττικού, έργο του Τιβέριου Κλαύδιου Ηρώδη, πολιτικού ρήτορα, σοφιστή, φίλου της Αθηνάς και ευεργέτη του δεύτερου αιώνα μετά Χριστόν, που χαρακτηρίστηκε ως ο Ωνάσης της εποχής του. Δεν το είπα εγώ αυτό, κάπου το βρήκα… το διάβασα. Ο Καβάφης και το άγαλμα του βρίσκονται λοιπόν σε μια περιοχή με υψηλούς συνειρμούς, μια περιοχή που συνδυάζει πολλά στοιχεία της ποίησης και της φιλοσοφίας του, την ελληνιστική Αθήνα, την ελληνική Ανατολή και τη σύμμειξη εθνικών και χριστιανών. Το Ίδρυμα Ωνάση, όπως γνωρίζετε, έχει αγαπήσει και αγκαλιάσει τον Καβάφη, όχι λόγω εμπορικής οικειότητας, αλλά γιατί το έργο του είναι πραγματικά μοναδικό. Είναι ο πιο γνωστός Έλληνας ποιητής στο εξωτερικό φυσικά μετά τους κλασικούς. Πιστεύω ότι εδώ στην αρχή της διαδρομής για την Ακρόπολη και το Μουσείο της, αρκετοί περιηγητές θα τον αναγνωρίζουν. Αυτός ο εθνικός ποιητής θα συνομιλεί με τα έθνη των τουριστών που ακολουθούν τον κλασικό περίπατο. Θα είναι μια ευγενική υπόμνηση ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνο οι αρχαίοι και Αθήνα δεν είναι μόνο αυτή του Περικλέους».

Το γλυπτό του Πραξιτέλη Τζανουλίνου δεν είναι ένα μνημείο αλλά μια εμπειρία και εδώ βρίσκεται η ουσία. Ένα γλυπτό που δεν υψώνεται, δεν επιβάλλεται, δεν απαιτεί απόσταση και σιωπή. Ο Καβάφης κάθεται, είναι σε φυσικό ανθρώπινο μέγεθος και σε καλεί να κάτσεις πλάι του. Αυτή την επιλογή υπογράμμισε τόσο ο Πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση όσο και η υπουργός πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη που αλλάζει ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη μνημειακότητα. Όπως είπε η ίδια: «…Το συγκεκριμένο γλυπτό, το δημιούργημα του Πραξιτέλη Τζανουλίνου, που όλοι ξέρουμε την ποιότητα της δουλειάς του και εδώ πραγματικά αποτυπώνεται η μορφή του ποιητή που δεν είναι ούτε δεδομένο ούτε εύκολο. Από την άλλη πλευρά, εγώ αυτό το οποίο θα ήθελα να πω και να επισημάνω είναι ότι ο Καβάφης δεν έχει μπει ως προτομή. Αυτό θα ήταν ίσως απλό. Θα ήταν πιο απλό και πιο συνηθισμένο. Ο Καβάφης έχει μπει να κάθεται σε ένα παγκάκι, άρα δίπλα του μπορεί να κάτσει και κάποιος άλλος και μπορεί να κάτσει, να διαβάσει, να σκεφτεί, να στοχαστεί ή να αναστοχαστεί. Είναι η ίδια περίπτωση του Πεσσόα στο τραπεζάκι του καφενείου στη Λισαβόνα, που και εκεί μπορεί κάποιος να κάτσει δίπλα του. Ή στο παγκάκι της Βιρτζίνια Γουλφ στο Richmond.
Το γεγονός ότι επιτρέπεται και δίνεται η δυνατότητα σε έναν απλό πολίτη να καθίσει δίπλα στον ποιητή δημιουργεί μια διαφορετική εσωτερική οικειότητα που επιτρέπει μια διαφορετική ερμηνεία, πολύ προσωπική σε ένα έργο το οποίο ούτως ή άλλως έχει αναγνωριστεί, το οποίο όμως στον καθένα από εμάς έχει να πει κάτι διαφορετικό. Άρα νομίζω ότι και εδώ είναι μία ακόμα επιτυχία της δημιουργίας ενός ξεχωριστού τοποσήμου, όχι απλώς ενός τοποσήμου που θα το χαρακτήριζε ένας οποιοσδήποτε ανδριάντας ή μία προτομή του ποιητή. Επομένως, εδώ έχουμε το τρίτο στην πραγματικότητα τοπόσημο, το οποίο δημιουργεί το Ίδρυμα Ωνάση για τον Καβάφη. Το Αρχείο εδώ δίπλα, το σπίτι το οποίο αποκαταστήσαμε με ιδιαίτερα καλό και ευαίσθητο αισθητικά τρόπο στην Αλεξάνδρεια και εδώ ο Καβάφης με το παγκάκι. Επομένως, ο ίδιος ο ποιητής προσκαλεί όλους μας να πάρουμε το βιβλίο του, να πάρουμε τα ποιήματά του, να κάτσουμε δίπλα του και να τον αφήσουμε να μας δώσει τη δική του ιστορία για κάθε ποίημα έτσι όπως το έγραψε κι όταν το έγραψε».

Ο Πραξιτέλης Τζανουλίνος μίλησε, μέσα απά ένα βίντεο για το γλυπτό του: «Ήταν τύχη, που το Ίδρυμα Ωνάση μου έκανε αυτή την ανάθεση, αλλά αυτή η τύχη έφερε να πρέπει να ξεπεράσω τα τείχη. Πάντα σε ένα πορτρέτο και ιδιαίτερα όταν έχεις να αντιμετωπίσεις τη φυσιογνωμία του Κωνσταντίνου Καβάφη τα πράγματα δεν είναι εύκολα, γιατί πρέπει με τις εξωτερικές γραμμές να αποδώσεις όχι μόνον την ομοιότητα, αλλά να αποδώσεις τον εσωτερικό κόσμο. Ο γλύπτης, όταν κάνει ένα πορτρέτο, είναι σαν έναν καλό βιογράφο. Έτσι λοιπόν άρχισα να συμβουλεύομαι διάφορες εικόνες. Καταρχάς, φωτογραφικό υλικό, σκίτσα, σχέδια και βεβαίως κάποιες περιγραφές. Ας πούμε ο Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ, ο οποίος τον επισκέφθηκε το 1916 στην Αλεξάνδρεια και λέει: “Είδα αυτόν τον Έλληνα κύριο με το καπέλο, ο οποίος στέκεται ακίνητος λοξά προς το σύμπαν”. Μια περιγραφή η οποία μου έδωσε το έναυσμα μαζί με το φωτογραφικό υλικό να προβώ σε αυτή τη μελέτη. Είναι ένα έργο το οποίο θα το δούμε εμείς, θα το δουν τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας και βεβαίως θα αποδοθεί στην αιωνιότητα».
Εδώ θέλω να σταθώ και στην τεχνική που χρησιμοποίησε ο γλύπτης αυτή του «χαμένου κεριού», μια τεχνική που χρησιμοποιούσαν οι γλύπτες από τα αρχαία χρόνια γιατί αποτύπωνε λεπτομέρειες. Ο Ηνίοχος των Δελφών έτσι κατασκευάστηκε. Ο γλύπτης δημιουργεί το αρχικό έργο από πηλό. Παράγει ένα καλούπι που μέσα στο οποίο δημιουργείται ένα ομοίωμα από κερί. Στο κέρινο αυτό ομοίωμα ο γλύπτης προσθέτει λεπτομέρειες και το καλύπτει με πυρόχωμα και το θερμαίνει. Το κερί λιώνει, χάνεται και το λιωμένο μέταλλο παίρνει ακριβώς τη μορφή του κεριού που πια δεν υπάρχει. Απ’ το κενό έρχεται το ωφέλιμο κι όταν στερεοποιηθεί το μέταλλο, το καλούπι σπάει και το έργο αποκαλύπτεται, τελειοποιείται και λειαίνεται.

Ο Καβάφης ήταν κοσμοπολίτης και η Διονυσίου Αρεοπαγίτου είναι ο κατεξοχήν δρόμος που επισκέπτες απ’ όλο τον κόσμο διαβαίνουν. Τώρα θα συναντούν τον Καβάφη χωρίς εισιτήριο, χωρίς πρόγραμμα, όλο το 24ωρο. Θα κάθονται δίπλα του και θα θυμούνται ότι «Η πόλις θα σε ακολουθεί». Όταν τελείωσε η βραδιά πέρασα να δω ξανά το έργο πιο αποστασιοποιημένος. Ο φωτισμός της Ελευθερίας Ντεκώ το ευνοεί, όπως επίσης και η πλατφόρμα που έχει στηθεί δίνει πρόσβαση σε άτομα με αμαξίδιο να το προσεγγίσουν. Χάζευα από μακριά τη στάση του σώματος του Καβάφη που ομοιάζει με τη φωτογραφία. Κάθισα και ’γώ πλάι του. Δεν ένιωσα την ανάγκη ν’ απλώσω το χέρι μου να τον αγκαλιάσω, όπως παρατήρησαν ότι κάποιοι έπραξαν. Η στάση του σώματος του όπως κάθεται στο πλάι και γυρτός λοξά προς το σύμπαν, ένιωσα ότι η μόνο σωματική επαφή που μου επέτρεπε ήταν με τα γόνατά μας. Παρέμεινα πλάι του και σκέφτηκα πως έτσι θα ήταν άμα έκανα ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο και είχα βρεθεί μαζί του, τότε που ήταν απαγορευμένο δυο άντρες να φιληθούν, να αγκαλιαστούν σε ένα παγκάκι. Θα μπορούσαμε να έχουμε μόνο τα γόνατά μας ενωμένα, να κοιταχτούμε στα μάτια και ν’ αφήσουμε τα υπόλοιπα να υπονοηθούν.


«Αγαπώ τόσω πολύ τας Αθήνας». είχε γράψει ο Καβάφης και τώρα ήρθε η ώρα να διαδράσει τόσο με τους επισκέπτες όσο και με τους Αθηναίους πολίτες. Έτσι κι αλλιώς περιμένουμε και την επόμενη παρέμβαση από το Ίδρυμα Ωνάση στην οδό Αισχίνου, όπου μπρούτζινες πλάκες, χαρακτικά θα διατρέχουν τον δρόμο και θα φέρουν στίχους του Κ.Π. Καβάφη από το ποίημα «Η πόλις». Επέστρεφε …Καβάφη συχνά και συνεπαίρνε μας μαζί σου με την ποίησή σου.
«Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς
και μές στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.»
