Αν μπορούσε να δει κανείς τον Άντον Τσέχωφ σήμερα, ίσως να χαμογελούσε βλέποντας τις Τρεις Αδελφές να επιστρέφουν στη σκηνή, 126 χρόνια μετά την πρώτη τους εμφάνιση στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, όχι στη ρωσική επαρχία, αλλά σε μια σύγχρονη Ελλάδα. Σε έναν τόπο που πιθανώς δεν γνώρισε ποτέ: την Κεφαλονιά.
Στην παράσταση «Τρεις Αδελφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)», η σκηνοθέτρια Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, η οποία για πρώτη φορά περνά και στη συγγραφή, τοποθετεί την ιστορία στην Κεφαλονιά διατηρώντας το βασικό στοιχείο του τόπου: ως τόπος επιστροφής, μνήμης και εγκλωβισμού. Έναν χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα τους, οι τρεις αδελφές επιστρέφουν στο πατρικό τους στην Κεφαλονιά με σκοπό να το πουλήσουν. Όμως το σπίτι, φορτισμένο με τις παιδικές του αναμνήσεις, τις σιωπές και όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ, μοιάζει για μια ακόμη φορά να τις εγκλωβίζει, φέρνοντας τες αντιμέτωπες με όσα άφησαν πίσω, με τις ζωές που δεν έζησαν και με τις επιλογές που καλούνται, ίσως για πρώτη φορά, να επαναδιαπραγματευθούν.
Περιμένοντας τους υποψήφιους αγοραστές, αναγκάζονται να συνυπάρξουν σε ένα σπίτι που λειτουργεί σαν ζωντανό αρχείο: οι παλιές συγκρούσεις αναβιώνουν, οι συζητήσεις που πληγώνουν επιστρέφουν, ενώ οι προσωπικές επιλογές τίθενται εκ νέου υπό αμφισβήτηση. Οι ισορροπίες δοκιμάζονται και οι βεβαιότητες καταρρέουν, καθώς κάθε μία καλείται να επαναπροσδιορίσει τι άφησε πίσω και τι διεκδικεί ακόμη.
Η παράσταση «Τρεις Αδερφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» παρουσιάστηκε υπό την αιγίδα του προγράμματος «Όλη η Ελλάδα Ένας Πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού, στο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου στην Κεφαλονιά.
«Η αλήθεια είναι ότι η Κεφαλονιά μας επηρέασε πολύ», θα μου πει η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου στη συνάντησή μας. «Ξέραμε ότι εκεί θα γίνει η πρώτη παρουσίαση, οπότε ο τόπος μπήκε οργανικά μέσα στο έργο. Ακόμα και η ιδέα του σεισμού προέκυψε από εκεί. Όταν φτάσαμε, είδαμε έναν τόπο που, με έναν τρόπο, ήταν κακοποιημένος. Δεν είχε κάτι τρυφερό. Ήταν φιλόξενος στους ξένους κυρίως, αλλά ταυτόχρονα η ζωή ήταν απλησίαστη, όλα πανάκριβα. Αυτό σε βάζει σε σκέψεις για το πώς ο άναρχος τουρισμός μπορεί να διαλύσει μια πόλη ή έναν τόπο. Ο τόπος στο έργο λειτουργεί τελικά πιο συμβολικά. Δεν τον επιλέξαμε εξαρχής, μας ανατέθηκε μέσα από το πρόγραμμα, αλλά από τη στιγμή που ήταν η Κεφαλονιά, θέλαμε να δημιουργήσουμε μια ιστορία που να εμπνέεται και από το ίδιο το νησί. Το ότι υπάρχει θάλασσα, για παράδειγμα, είναι πολύ σημαντικό. Είσαι σε ένα νησί – για να φύγεις πρέπει να το διασχίσεις. Είναι ένα όριο, ένα σύνορο. Αυτό μπήκε πολύ μέσα στο έργο».
Η «Μόσχα» και η τσεχοφική αφετηρία
Οι «Τρεις Αδελφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» παραμένουν εκεί, με τα ίδια ονόματα κουβαλώντας όπως και οι ηρωίδες του Τσέχωφ παγιδευμένες σε επιθυμίες, όνειρα ανεκπλήρωτα και μια εσωτερική πληγή για τη μεταξύ τους σχέση. Στο έργο δεν συμβαίνουν θεαματικά γεγονότα. Ο Τσέχωφ φωτίζει τις μικρές απογοητεύσεις, τις ματαιώσεις και την αίσθηση ότι η ζωή περνά χωρίς να εκπληρώνεται. Η περίφημη «Μόσχα» λειτουργεί τελικά λιγότερο ως πραγματικός προορισμός και περισσότερο ως σύμβολο μιας ζωής που θα μπορούσε να είχε υπάρξει, μιας διαρκούς προσδοκίας για «κάτι καλύτερο» που συνεχώς αναβάλλεται. Η «Μόσχα» της Ειρήνης Λαμπρινοπούλου είναι το Αργοστόλι και το πατρικό τους σπίτι που θέλουν να πουληθεί.
Στη σύγχρονη εκδοχή της, οι τρεις αδελφές διατηρούν τον πυρήνα των τσεχοφικών ηρωίδων, αλλά αποκτούν μια σαφώς σύγχρονη ταυτότητα. Η Όλγα παραμένει δασκάλα, μια φιγούρα υπεύθυνη, που κουβαλά το βάρος της οικογένειας ήδη από την παιδική της ηλικία. Η απώλεια της εγκυμοσύνης της λειτουργεί ως ένα ακόμα τραύμα που έρχεται να προστεθεί σε μια ζωή καθήκοντος και ματαίωσης, ενώ οι αναφορές στο σώμα της μέσα από ηχητικά ντοκουμέντα του πατέρα αναδεικνύουν ένα υπόγειο, διαρκές βίωμα υποτίμησης.

Η Μαρία, αντίθετα, εμφανίζεται ως η πιο παθιασμένη και ατίθαση από τις τρεις. Ζει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, εργάζεται σε μια δουλειά που δεν την εκφράζει και εκκινεί από μια θέση έντονου θυμού απέναντι σε όλα. Σταδιακά, όμως, η ένταση αυτή μειώνεται και δίνει τη θέση της σε μια πιο ήρεμη, σχεδόν συμφιλιωμένη στάση απέναντι στην πραγματικότητα.
Η Ειρήνη, η μικρότερη, λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος της οικογένειας, εκείνη που επιθυμεί περισσότερο από όλες την επιστροφή σε μια χαμένη ενότητα. Με όνειρα να γίνει σκηνοθέτις, μετακινείται στην Αθήνα αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, όμως, όπως και στον κόσμο του Άντον Τσέχωφ, τα όνειρα αυτά σταδιακά διαψεύδονται. Η πορεία της αποτυπώνει με τον πιο άμεσο τρόπο τη διάψευση μιας γενιάς που πίστεψε ότι μπορεί να ξεκινήσει από την αρχή αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με τα όρια της πραγματικότητας.
«Η βασική ιδέα του Άντον Τσέχωφ ήταν πάντα εκεί. Και φυσικά ο ρόλος της Μόσχας. Αυτή η διαρκής προσδοκία για μια ζωή αλλού. Οι χαρακτήρες είναι δομημένοι πάνω στις τρεις ηρωίδες, και αυτό ήταν κάτι που μας ενδιέφερε να κρατήσουμε – όχι μόνο στα ονόματα, αλλά και στη διαδρομή τους», μοιράζεται η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου.
«Η αλλαγή της Ειρήνης από την πρώτη στη δεύτερη πράξη δεν είναι κραυγαλέα, είναι πιο ήσυχη. Στην αρχή την γνωρίζουμε ως μια ηρωίδα που προσπαθεί να ισορροπήσει τις σχέσεις των δύο αδελφών. Λειτουργεί σαν μεσάζοντας, σαν το “παιδί-σάντουιτς” που προσπαθεί να ενώσει τα κομμάτια. Το καταλαβαίνω πολύ αυτό, γιατί κι εγώ είμαι το μικρό παιδί στην οικογένειά μου και έχω αναλάβει πολλές φορές αυτόν τον ρόλο. Να ξέρεις ποιος δεν μιλάει με ποιον, να πας να μαλακώσεις τα πράγματα, να κρατήσεις τις ισορροπίες. Στην πρώτη πράξη είναι εκείνη που προσπαθεί να φέρει τις άλλες δύο ξανά κοντά, να επιστρέψουν σε αυτό το σπίτι. Αλλά στη συνέχεια αρχίζει να αλλάζει».
Αυτό που με ενδιέφερε είναι ότι κάθε φορά φωτίζουμε τα πράγματα από μια διαφορετική πλευρά. Όταν βλέπεις τον εαυτό σου “απέξω”, οι αλλαγές φαίνονται πιο έντονες. Όταν όμως τον βλέπεις “από μέσα”, δεν τις αντιλαμβάνεσαι το ίδιο. Στην περίπτωση της Ειρήνης, αυτή η μετατόπιση υπάρχει, αλλά δεν είναι εμφανής, είναι κάτι που συντελείται εσωτερικά».
Με αφορμή το κληρονομικό ζήτημα, αναδύονται ερωτήματα γύρω από τη μνήμη, την απώλεια και τον αποχωρισμό του πρώτου σπιτιού. Τι σημαίνει οικογένεια; Πώς διαχειριζόμαστε τα ανεκπλήρωτα όνειρα; Και αυτό είναι ένα από τα βασικά σημεία που θέλει να φωτίσει η σκηνοθέτρια.
«Αυτό που με ενδιέφερε πολύ είναι ότι αυτές οι γυναίκες κάποτε ήταν πολύ κοντά. Αυτό ισχύει σε όλες τις οικογένειες: κάποτε ήμασταν παιδιά, υπήρχε μια ανεμελιά, μια αίσθηση ότι όλα είναι δυνατά. Μεγαλώνοντας, αυτό αλλάζει. Το συνειδητοποιείς έντονα γύρω στα 30, ότι ο κόσμος δεν σου ανήκει όπως πριν, ότι τα όνειρα δεν είναι πια απεριόριστα. Νομίζω ότι αυτές οι γυναίκες έχουν χάσει αυτή την αίσθηση παντοδυναμίας. Και αυτό είναι κάτι που αφορά τη σύγχρονη γενιά συνολικά».
Αλλά και ο τόπος, η μετάβαση στην πρωτεύουσα, οι φυσιογνωμίες των πόλεών μας που αλλάζουν με τον καιρό είναι ένα ζήτημα που απασχολεί την παράσταση. «Η Αθήνα δεν είναι πια η πόλη που γνωρίζαμε. Δεν το λέω τοπικιστικά, έχω μεγαλώσει εδώ και βλέπω ότι οι γειτονιές αλλάζουν, ότι δεν αναγνωρίζεις πια τον τόπο σου. Και ταυτόχρονα υπάρχει αυτό το αίσθημα ότι “έρχονται άλλοι” και μεταμορφώνουν τον χώρο που για σένα είναι γεμάτος αναμνήσεις. Αυτό δημιουργεί μια πολύ έντονη σύγκρουση. Τελικά το ερώτημα είναι: ποιο είναι το σπίτι μας; Πού ανήκουμε; Όταν όλα αλλάζουν, όταν όλα γκρεμίζονται, τι μένει δικό μας;».
Το πατρικό σπίτι είναι το σημείο εκκίνησης της δράσης αλλά και ο πυρήνας της. Ένας τόπος γεμάτος μνήμες. Τι σημαίνει να αποχωρίζεσαι ένα σπίτι; Όταν φύγεις από ένα σπίτι, μήπως αποχωρίζεσαι και ένα δικό σου κομμάτι; τη ρωτάω.
«Δεν νομίζω ότι μπορούμε να πουλήσουμε ένα σπίτι χωρίς να αποχωριστούμε ένα κομμάτι του εαυτού μας. Δεν γίνεται. Εγώ, ευτυχώς, δεν έχω ζήσει κάτι τέτοιο. Το σπίτι στο οποίο μεγάλωσα δεν έχει πουληθεί. Αλλά θυμάμαι πολύ έντονα τι σημαίνει να φεύγεις από έναν χώρο που σε έχει διαμορφώσει. Μέχρι την έκτη δημοτικού ζούσα σε ένα σπίτι στους Αμπελόκηπους και μετά μετακομίσαμε στα Εξάρχεια, στο σπίτι της μητέρας μου. Δεν ήταν “δικό μας” με την τυπική έννοια, αλλά εκεί είναι συγκεντρωμένες οι πιο έντονες αναμνήσεις μου. Ήταν το σπίτι, στο οποίο υπήρχαμε όλοι μαζί. Μετά από αυτό, τα αδέρφια μου έφυγαν, μετακόμισαν αλλού, και οι δυναμικές άλλαξαν. Είναι σαν εκείνο το σπίτι να κρατούσε κάτι από την ενότητα και όταν έπαψε να υπάρχει αυτή η συνθήκη, να άλλαξε και η ίδια η οικογένεια. Και αναρωτιέμαι: τι κάνεις με όλα αυτά; Πώς τα παίρνεις μαζί σου; Τα βάζεις σε ένα κουτί με φωτογραφίες; Δεν είναι το ίδιο. Δεν είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι, δεν είναι η ίδια αίσθηση. Συχνά, όταν φεύγουν οι άνθρωποι από ένα σπίτι, χάνεται κάτι που δεν μπορείς να το ορίσεις. Είναι η μυρωδιά, η αίσθηση. Πρόσφατα βρήκα κάτι γυαλιά της γιαγιάς μου – τα είχα φορέσει πριν από χρόνια. Αν χαθεί ο χώρος, χάνεται και η μυρωδιά. Όταν πουλιούνται τα σπίτια, φεύγουν και οι άνθρωποι».



Στους τρεις ρόλους, οι: Μαριαλένα Ηλία, Υψιπύλη Σοφιά, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου, αγαπημένες φίλες από τη Σχολή, εκείνες με κατεύθυνση την υποκριτική και η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου τη σκηνοθεσία.
«Το κείμενο γράφτηκε σταδιακά. Ξεκινήσαμε με μια αρχική ιδέα μαζί με τα κορίτσια – γνωριζόμαστε από τη σχολή και έχουμε δουλέψει μαζί και στο Εθνικό. Με τη Δανάη (Δανάη-Αρσενία Φιλίδου) συνεργαστήκαμε πιο άμεσα στο κείμενο, αλλά στην πραγματικότητα δουλέψαμε πολύ ως ομάδα. Πολλά πράγματα προέκυψαν μέσα από αυτοσχεδιασμούς. Πηγαίναμε στις πρόβες χωρίς να ξέρουμε πάντα το τέλος, κάτι που για μένα ήταν καινούργιο. Συνήθως γράφω έχοντας ήδη μια ολοκληρωμένη δομή. Εδώ αφήναμε χώρο σε αυτό που προέκυπτε από τους ηθοποιούς. Μπορεί μια ηθοποιός να έφερνε κάτι από τη δική της εμπειρία και αυτό να έμπαινε μέσα στο έργο. Στη συνέχεια γινόταν επεξεργασία, “ραφινάρισμα”, και εντασσόταν δραματουργικά. Ήταν μια διαδικασία ζύμωσης, μέσα από κουβέντες, πρόβες και συνεχείς προσθήκες».
Δεν αντιστέκομαι να τη ρωτήσω αν έχει αγαπημένη ηρωίδα, αν ξεχωρίζει κάποια από τις τρεις: «Δεν μπορώ να τις δω αποστασιοποιημένα, είναι όλες σαν φίλες μου. Όχι απλώς σαν ρόλοι, αλλά σαν ηρωίδες που κουβαλούν κάτι πολύ οικείο. Νομίζω ότι αγαπώ πολύ τη Μαρία. Ακόμα κι αν δεν την καταλαβαίνεις πλήρως, ακόμα κι αν είναι κάπως σκιώδης και δεν ξέρεις όλο το παρελθόν της, έχει κάτι που με τραβάει. Αλλά ταυτίζομαι περισσότερο με την Ειρήνη. Είμαι κι εγώ το μικρό παιδί σε μια οικογένεια, οπότε καταλαβαίνω πολύ καλά αυτή τη θέση. Και με συγκινεί πολύ η επιμονή της. Νιώθω ότι, ό,τι κι αν γίνει, θα προσπαθήσει. Θα κάνει την ταινία της, ακόμα κι αν όλα γύρω της τη ματαιώνουν. Δεν θα αφήσει αυτό που τη βαραίνει να την πάρει από κάτω – θα προσπαθήσει να το μετατρέψει σε κάτι άλλο».

Δημιουργία, αγωνία και η ανάγκη για θέατρο σήμερα
Είναι νέα, έξυπνη, με χιούμορ και ζωντάνια. Μιλά με πάθος αλλά και στοχασμό για τη δουλειά της, για το παρόν και το μέλλον της. Αναρωτιέμαι πόσο μεγάλη πρόκληση νιώθει σήμερα, ποιες είναι οι αγωνίες της στο πεδίο της σκηνοθεσίας και αν αυτή η πρώτη της συγγραφική απόπειρα ήρθε ως ανάγκη ή ως ρίσκο.
«Ήταν σίγουρα μια πρόκληση, γιατί είναι η πρώτη φορά που γράφω. Αλλά ταυτόχρονα ήταν κάτι που το ήθελα. Μου άρεσε πολύ η διαδικασία. Με ενδιαφέρει πολύ η δραματουργία – το πώς μια ιστορία δομείται, πώς στήνεται, πού οδηγείται. Είναι κάτι που έτσι κι αλλιώς απασχολεί κάθε σκηνοθέτη. Η συγγραφή, βέβαια, είναι κάτι διαφορετικό, αλλά ήθελα να δοκιμάσω αυτό το “παιχνίδι”».
Αρχικά, ήθελε να γίνει ηθοποιός και είχε δοκιμάσει τον εαυτό της σε θεατρικά εργαστήρια. Ωστόσο, ο πατέρας της στάθηκε καθοριστικός, αποτρέποντάς την από την υποκριτική και προτείνοντάς της τη σκηνοθεσία, μια κατεύθυνση που συνδεόταν και με ένα δικό του ανεκπλήρωτο όνειρο. Στην εφηβεία άρχισε να προσεγγίζει πιο συνειδητά τη σκηνοθεσία, ενώ στην πορεία βρέθηκε να σπουδάζει Αρχαιολογία, μια επιλογή που τελικά εγκατέλειψε. Τελικά παρέμεινε, όταν άνοιξε η σχετική σχολή, και σήμερα δηλώνει συμφιλιωμένη με αυτή την απόφαση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως όλα είναι ρόδινα.
«Νιώθω λίγο σαν την Ειρήνη του έργου. Μια μέρα μπορεί να δουλεύω 14 -18 ώρες και να είμαι πολύ χαρούμενη, και την επόμενη να σκέφτομαι: μήπως τελικά δεν είναι αυτό που ονειρευόμουν; Υπάρχει αυτή η διαρκής ταλάντωση. Αλλά ταυτόχρονα πιστεύω πολύ στους ανθρώπους. Πιστεύω ότι σε αυτή τη χώρα υπάρχουν πάρα πολλοί ταλαντούχοι άνθρωποι κάτι που βλέπεις και από το πόσο θέατρο παράγεται. Ζούμε μια περίοδο όπου, ενώ καταργούνται καλλιτεχνικά μαθήματα από τα σχολεία και αφαιρούνται οι τέχνες από προγράμματα επανένταξης ή απεξάρτησης, την ίδια στιγμή υπάρχει μια τεράστια ανάγκη να επιστρέψουμε σε αυτά. Στη ζωγραφική, στη μουσική, στο θέατρο. Έχουμε ανάγκη να παίξουμε. Γιατί ζούμε δύσκολα».
Αυτό που αναγνωρίζει ως καθοριστικό στη διαδρομή της δεν είναι μόνο οι σπουδές, αλλά κυρίως οι άνθρωποι: μια ομάδα συμφοιτητών με έντονες διαφορές, μέσα από τις οποίες διαμορφώθηκε ουσιαστικά η σκηνοθετική της ματιά. Παράλληλα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τη νέα γενιά δημιουργών, βλέποντας σε αυτήν μια ανάγκη για ανανέωση και επαναπροσδιορισμό του θεάτρου μέσα από σύγχρονες φωνές και νέα κείμενα. Αναρωτιέμαι πως νιώθει με την ενσωμάτωση της τεχνολογίας στη θεατρική συνθήκη:
«Όση τεχνολογία κι αν έρθει», μοιράζεται η Ειρήνη Λ., «πάντα θα ψάχνουμε έναν άνθρωπο απέναντί μας να μας πει μια ιστορία. Ίσως γι’ αυτό με ενδιαφέρει και μια πιο μίνιμαλ προσέγγιση στο θέατρο. Να υπάρχει χώρος για τη φωνή, για την ιστορία, για τον άνθρωπο. Νομίζω ότι, στο τέλος, αυτό είναι που έχει σημασία».
«Όλη η Ελλάδα Ένας Πολιτισμός»: Δυνατότητα και προβληματισμοί
«Η εμπειρία μας από το πρόγραμμα “Όλη η Ελλάδα Ένας Πολιτισμός” ήταν πολύ σημαντική, αλλά και απαιτητική. Τρέξαμε ουσιαστικά όλη την παραγωγή μόνοι μας, οπότε για πρώτη φορά βρεθήκαμε να διαχειριζόμαστε τα πάντα και αυτό, αναπόφευκτα, έφερε και μια μεγαλύτερη πίεση. Ο ίδιος ο θεσμός έχει πολύ ενδιαφέρον, ειδικά ως προς τη συνάντηση του σύγχρονου πολιτισμού με τους αρχαιολογικούς χώρους. Παρ’ όλα αυτά, ένιωσα ότι αυτή η σύνδεση δεν αναπτύσσεται πάντα όσο θα μπορούσε. Δεν λέω ότι οι καλλιτέχνες πρέπει “υποχρεωτικά” να ενσωματώνουν το αρχαίο στοιχείο στο έργο τους, αλλά θα μπορούσε να υπάρχει ένα παράλληλο επίπεδο εμπλουτισμού – για παράδειγμα, μια ξενάγηση στον χώρο, μια συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων. Κάτι που να δίνει στο κοινό μια πιο ολοκληρωμένη εμπειρία. Το ζήτημα δεν είναι μόνο η παραγωγή, αλλά και το πώς ο πολιτισμός φτάνει στον κόσμο. Πήγαμε στην Κεφαλονιά, σε μια περίοδο με πάρα πολλές εκδηλώσεις – πανηγύρια, συναυλίες – και διαπιστώσαμε ότι δεν υπήρχε πάντα ο αντίστοιχος προγραμματισμός για να προσελκύσεις το κοινό σε μια θεατρική παράσταση. Νομίζω ότι χρειάζεται μεγαλύτερη μέριμνα σε αυτό: πότε γίνεται κάτι, πού γίνεται, σε ποιον απευθύνεται. Ίσως θα είχε ενδιαφέρον κάποιες δράσεις να τοποθετούνται και εκτός της απόλυτης τουριστικής περιόδου, ώστε να ενισχύεται και η σχέση του τόπου με τον πολιτισμό, όχι μόνο με την τουριστική κίνηση».
