Δίχως να την έχω γνωρίσει ποτέ, από μικρή ένιωθα μια λεπτή, σχεδόν αόρατη αλυσίδα να με συνδέει μαζί της. Πολλές φορές με έχω φανταστεί να χάνομαι στα στενά της σοκάκια, να περπατώ στην προκυμαία της, ανάμεσα στα δύο λιμάνια όπου κάποτε χτυπούσε η κοσμοπολίτικη καρδιά της. Η Αλεξάνδρεια. Μια πόλη που πλημμύρισε από Έλληνες στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, μεταμορφώνοντάς την σε έναν τόπο όπου οι πολιτισμοί συναντήθηκαν και συνυπήρξαν.
«Το ένα μου λιμάνι είναι δυτικό
το άλλο, το παλιό, ανατολικό
έχω αεροδρόμιο στο βοριά
κι έναν αρχαίο φάρο προς το νοτιά»
Οι στίχοι του Άρη Δαβαράκη, σε μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα, αρκούν για να μας μεταφέρουν εκεί. Σε μια πόλη που δεν είναι μόνο γεωγραφία, αλλά μνήμη, εικόνα και αίσθηση. Κάπως έτσι, η παράσταση «Αλεξάνδρεια» σε υποδέχεται από την πρώτη κιόλας στιγμή. Από την πρώτη θεατρική εικόνα -σε σκηνοθεσίαΦωκά Ευαγγελινού– όλα συνομολογούν την αισθητική αρτιότητα και τη συγκινησιακή φόρτιση που πρόκειται να ακολουθήσει, δημιουργώντας ένα σκηνικό σύμπαν που αναπαριστά μια αλλοτινή εποχή, ενώ την ίδια στιγμή σε βυθίζει μέσα της.
Η «Αλεξάνδρεια» μας μεταφέρει στη θρυλική πόλη του Μεσοπολέμου, σε ένα πολυπολιτισμικό τοπίο όπου διαφορετικές κοινότητες συνυπάρχουν σε μια εύθραυστη, διαρκώς μεταβαλλόμενη ισορροπία. Έλληνες, Άραβες, Άγγλοι, Γάλλοι και Εβραίοι μοιράζονται τον ίδιο αστικό χώρο, ενώ η πολιτική πραγματικότητα διαπερνά τις ζωές τους, καθορίζοντας σχέσεις, επιλογές και πεπρωμένα.

Η αφήγηση ξεδιπλώνεται μέσα από τη μνήμη της Άννας, μιας γυναίκας που επιστρέφει στο παρελθόν της, ανασύροντας εικόνες, αισθήσεις και βιώματα μιας εποχής που την καθόρισε. Η παράσταση επιλέγει να ξεκινήσει από το παρόν της ηρωίδας. Η Άννα, σε ώριμη ηλικία πια, μια καταξιωμένη και διάσημη τραγουδίστρια, στέκεται πάνω στη σκηνή και υποκλίνεται στο κοινό της. Μια εικόνα ολοκλήρωσης, θριαμβευτική, που όμως πολύ γρήγορα αρχίζει να ραγίζει. Η επιμονή ενός δημοσιογράφου να της μιλήσει και, κυρίως, ένα παλιό βιβλίο με την αφιέρωση «Στην Άννα», μια ανθολογία του Κωνσταντίνου Καβάφη, του Μεγάλου Ποιητή, γίνεται η αφορμή για να επιστρέψουν όσα για χρόνια κρατούσε θαμμένα.
Η Αλεξάνδρεια της δεκαετίας του ’30 ανασυντίθεται μπροστά μας σαν ένα ζωντανό σκηνικό: οι δρόμοι, το φως, η θάλασσα, η ατμόσφαιρα μιας πόλης που πάλλεται από ζωή και πολιτισμό. Μια πόλη-σταυροδρόμι πολιτισμών, γεμάτη αντιθέσεις, πολιτικές εντάσεις και αόρατες σχέσεις εξουσίας, όπου η καθημερινότητα καθορίζεται από κοινωνικές διακρίσεις και υπόγεια συμφέροντα. Σε αυτό το περιβάλλον, η νεαρή τότε Άννα ονειρεύεται μια διαφορετική ζωή. Το ταλέντο της την οδηγεί σε έναν κόσμο λάμψης, αλλά και κινδύνου, όπου θα βιώσει έναν έντονο έρωτα με τον Αλέξανδρο. Η σχέση τους, φορτισμένη από ταξικές ανισότητες και κοινωνικά στερεότυπα, αντανακλά τα διλήμματα μιας ολόκληρης εποχής.
Την ίδια στιγμή, η ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής βρίσκεται σε αναβρασμό. Δυνάμεις όπως οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, οι Άραβες και οι Εβραίοι συγκρούονται για επιρροή, μεταφέροντας τις εντάσεις και στην ίδια την πόλη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα έγκλημα θα λειτουργήσει ως καταλύτης, συνδέοντας οριστικά την προσωπική διαδρομή της Άννας με τη μεγάλη Ιστορία.
Η αφήγησή της ξεπερνά τα όρια μιας ατομικής εξομολόγησης και μετατρέπεται σε ένα πορτρέτο μιας εποχής. Στο κέντρο, η Άννα Μάσχα αναλαμβάνει έναν διπλό ρόλο: αφηγήτρια και πρωταγωνίστρια. Κρατά την παράσταση από την αρχή έως το τέλος, δίνοντας φωνή στην ηρωίδα, αλλά και σε έναν εσωτερικό κόσμο έντονα φορτισμένο από τη μνήμη και την απώλεια.


Εικόνες και σκηνές που ξεχωρίζουν
Υπάρχουν στιγμές στην παράσταση που ξεχωρίζουν πέρα από την αισθητική τους, για τη συγκινησιακή τους ένταση. Η περιφορά του Επιταφίου στην πλατεία είναι μία από αυτές. Η σκηνή κορυφώνεται με την απόδοση του «Ω γλυκύ μου έαρ», δημιουργώντας μια βαθιά συλλογική εμπειρία, απολύτως τελετουργική. Σε εκείνα τα λίγα λεπτά, όλοι, βαθιά συγκινημένοι, παρακολουθούσαμε σαν να περνά μπροστά μας «αόρατος θίασος, με μουσικές εξαίσιες, με φωνές». Η θεατρική συνθήκη είχε μεταφερθεί έξω από τη σκηνή, απλωνόταν στην πλατεία και μας περιλάμβανε όλους. Και τότε, χωρίς υπερβολή, όλοι νομίζω ότι νιώσαμε το ίδιο ακριβώς ρίγος να μας διαπερνά.
Αντίστοιχα, το κλείσιμο της παράστασης είχε μια άλλη, εσωτερική δύναμη. Η Άννα Μάσχα μένει μόνη επί σκηνής και απαγγέλλει το «Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον» του Κωνσταντίνου Καβάφη.
«Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.»
Μια στιγμή, ένας επίλογος που συμπυκνώνει όλη την παράσταση. Η απώλεια, η μνήμη, η στωικότητα, όλα επιστρέφουν σε αυτή την τελευταία εικόνα. Και η Αλεξάνδρεια, τελικά, εκτός από ένας τόπος που χάνεται, μοιάζει με κάτι ζωντανό που συνεχίζει να υπάρχει μέσα σε εκείνον που την αποχαιρετά.


Το εντυπωσιακό σκηνικό – Σύμβολο μνήμης και φθοράς
Το σκηνικό του Μανόλη Παντελιδάκη αποτελεί έναν από τους πιο ισχυρούς άξονες της παράστασης. Στο κέντρο της σκηνής δεσπόζει μια γυναικεία μορφή, πεσμένη στο έδαφος, ένα γλυπτό μνημειώδες και εντυπωσιακό. Στην επιφάνειά της διακρίνονται ρωγμές, σημάδια φθοράς που δεν κρύβονται. Μια εικόνα που κουβαλά βάρος. Σύμβολο μιας πόλης που έχει λυγίσει από την ιστορία της, από τις συγκρούσεις, τις επιθυμίες και τις διεκδικήσεις όσων πέρασαν από πάνω της. Πάνω σε αυτό το σώμα κινούνται οι ήρωες, σαν να διασχίζουν τη μνήμη της, σαν να πατούν πάνω στα ίχνη όσων προηγήθηκαν.
Το γλυπτό λειτουργεί ταυτόχρονα ως σκηνικός χώρος και ως σύμβολο. Είναι δρόμος, επιφάνεια, τοπίο, αλλά και υπενθύμιση της φθοράς. Μια Αλεξάνδρεια πεσμένη, κατακερματισμένη, που όμως παραμένει ισχυρή ως εικόνα και ως αφήγηση. Οι ρωγμές αυτές δεν ανήκουν μόνο στην πόλη. Αντανακλούν και την ίδια την Άννα – τα τραύματα, τις απώλειες και τις σιωπές που κουβαλά. Καθώς η αφήγησή της ξετυλίγεται, το σκηνικό εξελίσσεται στα μάτια μας σαν μια εσωτερική τοπογραφία: ένα σώμα που θυμάται.
Μια γυναικεία φιγούρα στο χώμα, που μοιάζει να κουβαλά πάνω της όλα όσα της συνέβησαν. Όσοι την κατέκτησαν, όσοι την αναζήτησαν, όσοι την πλήγωσαν. Για μια στιγμή, σχεδόν νιώθεις πως αν σκύψεις, θα ακούσεις τον χαμηλό, πένθιμο ψίθυρό της.

Ερμηνείες:
Η Εριέττα Μανούρη, στον ρόλο της νεαρής Άννας, αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή. Η ερμηνεία της είναι αποκαλυπτική, με έντονη σκηνική παρουσία και φωνητικές δυνατότητες που αναδεικνύονται με φυσικότητα. Δημιουργεί μια μορφή που δεν χορταίνεις να παρακολουθείς, ισορροπώντας ανάμεσα στη δύναμη και την ευαισθησία.
Από τις υπόλοιπες ερμηνείες, ξεχωρίζει ο Ιωάννης Παπαζήσης, ο οποίος στον ρόλο του Βρετανού αξιωματούχου φέρνει στη σκηνή με ακρίβεια τον αέρα της αποικιοκρατικής αλαζονείας και της αρσενικής κυριαρχίας. Η Ελένη Καρακάση, προσφέρει μια απολαυστική εκδοχή της Γαλλίδας μοδίστρας μαντάμ Μποτόμ – αξίζει ιδιαίτερη αναφορά και στην εξαιρετική της φωνή ενώ ο Δημήτρης Δεγαΐτης μας παραδίδει μια συγκινητική πατρική φιγούρα της νεαρής Άννας, αποδίδοντας με τρυφερότητα αλλά και χιούμορ τη σχέση τους.
Συνολικά, ο θίασος λειτουργεί με συνοχή και ρυθμό, υποστηρίζοντας τη σκηνοθετική γραμμή και συμβάλλοντας σε μια παράσταση που βασίζεται τόσο στη συλλογικότητα όσο και στις επιμέρους ερμηνείες. Η «Αλεξάνδρεια» είναι ένα εντυπωσιακό υπερθέαμα που απευθύνεται σε όλους. Μια ολοκληρωμένη θεατρική εμπειρία που δεν απευθύνεται μόνο στο βλέμμα, αλλά ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις.
Βγαίνοντας από το θέατρο, εκτός από τις μαγικές εικόνες, παίρνεις μαζί σου τους ήχους, τις λέξεις, τη μνήμη μιας πόλης που μοιάζει να συνεχίζει να υπάρχει μέσα σου. Οι μελωδίες της Ευανθίας Ρεμπούτσικα και οι στίχοι του Άρη Δαβαράκη σε ακολουθούν για ώρα, σαν μια υπόγεια συνέχεια της παράστασης.


