Ύστερα από 23 χρόνια, επιστρέφω σε αυτή τη μικρή κουκκίδα γης στο Καρπάθιο Πέλαγος. Στη Χάλκη με τα πολύχρωμα αρχοντικά, τα καταγάλανα νερά και την οικολογική της συνείδηση· ένα νησί που, πάνω απ’ όλα, γνωρίζει καλά την τέχνη της φιλοξενίας και ανοίγει τον τόπο του στη μουσική, σε καλλιτεχνικά σχήματα και φωνές από διαφορετικές γωνιές του κόσμου.
Στο «νησί των χρωμάτων» βρίσκομαι ξανά με αφορμή το 5ο Φεστιβάλ Μουσικής Χάλκης – Δημήτρης Κρεμαστινός, που φέτος επιστρέφει με τον τίτλο «Μουσικές Ρίζες». Η θεματική του Φεστιβάλ αλλάζει και ανανεώνεται κάθε χρόνο, με την επιλογή να ανήκει στον καλλιτεχνικό διευθυντή, Νίκο Χαλιάσα, μαέστρο και μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Για λίγες ημέρες, η μουσική γίνεται μέρος της καθημερινότητας του νησιού και φέρνει κοντά κατοίκους, καλλιτέχνες και επισκέπτες, αρκετοί από τους οποίους επιλέγουν πλέον τη Χάλκη ακριβώς γι’ αυτή τη μουσική διαδρομή, συνδυάζοντας τις διακοπές τους με τις συναυλίες του Φεστιβάλ.
Στη Χάλκη, η μουσική δεν χρειάζεται κλειστή αίθουσα. Απλώνεται στο λιμάνι, περνά ανάμεσα στα πολύχρωμα νεοκλασικά σπίτια και ανακατεύεται με τον ήχο της θάλασσας και τις συζητήσεις των ανθρώπων στις προβλήτες. Τα βράδια, καθισμένη σε κάποιο μπαλκόνι και αγναντεύοντας το υπέροχο δειλινό, την καλύτερη ώρα της ημέρας, όπως λένε οι ντόπιοι, ακούς τις νότες από τα βιολιά και τα βιολοντσέλα στις πρόβες των μουσικών για την επόμενη συναυλία.
Οι «Μουσικές Ρίζες» της φετινής διοργάνωσης ακολούθησαν τις διαδρομές της μουσικής μέσα στον χρόνο και τη γεωγραφία: από τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη έως την Ανατολική Μεσόγειο, την Αρμενία και την Αυστραλία, από τη δημοτική παράδοση και το ρεμπέτικο μέχρι το ελληνικό λαϊκό τραγούδι και τον συμφωνικό ήχο. Άλλωστε, σε ένα νησί με μακρά ναυτική παράδοση και έντονη ιστορία μετανάστευσης, οι ρίζες δεν μπορούν παρά να συνδέονται και με τα ταξίδια, τις ανταλλαγές και τις επιστροφές.





Οι ρίζες ως αφηγηματικές και μουσικές διαδρομές
Η αναζήτηση ξεκίνησε με ένα αφιέρωμα στον αρχιμουσικό Γιάννη Φουρλάνο, μια σημαντική μουσική φυσιογνωμία των Δωδεκανήσων, το έργο του οποίου συνεχίζει ο γιος του, Μάκης Φουρλάνος. Η συνάντηση της κρητικής λύρας με το πιάνο υπενθύμισε τις παλιές θαλάσσιες διαδρομές που ένωναν τη Χάλκη με την Κρήτη και επέτρεπαν στις μουσικές επιρροές να περνούν από το ένα νησί στο άλλο. Μπορεί η λύρα να μην είναι το βασικό όργανο της χαλκίτικης παράδοσης, η παρουσία της όμως στο Φεστιβάλ υπογράμμισε τον συνεχή πολιτισμικό διάλογο ανάμεσα στις κοινότητες του Αιγαίου.
Την έννοια της μουσικής ως τόπου συνάντησης εξέφρασε με ξεχωριστό τρόπο και ο Haig Yazdjian. Γεννημένος στη Συρία από Αρμένιους γονείς και εγκατεστημένος εδώ και χρόνια στην Ελλάδα, ο δεξιοτέχνης στο ούτι κουβαλά στη μουσική του την παράδοση της Ανατολικής Μεσογείου, της Αρμενίας και των Βαλκανίων, συνδυάζοντάς την με σύγχρονους δυτικούς ιδιωματισμούς. Μαζί με τους Γιώργο Κοντογιάννη, Τάσο Πούλιο, Γιάννη Κυριμκυρίδη και Θάνο Χατζηαναγνώστου, δημιούργησαν ένα ηχητικό τοπίο στο οποίο διαφορετικές πολιτισμικές μνήμες συναντήθηκαν χωρίς να χάνουν την ταυτότητά τους.


Από τη μακρινή Αυστραλία έφτασε στη Χάλκη το Darlington Quartet, αποτελούμενο από διακεκριμένα μέλη της Συμφωνικής Ορχήστρας της Δυτικής Αυστραλίας. Η παρουσία του κουαρτέτου απέκτησε ιδιαίτερη συμβολική σημασία σε ένα νησί από το οποίο πολλοί κάτοικοι μετανάστευσαν στην Αυστραλία, κυρίως κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Η συναυλία αποτέλεσε με αυτό τον τρόπο έναν φόρο τιμής τόσο στη νησιωτικότητα όσο και στη χαλκίτικη διασπορά, στους ανθρώπους που έφυγαν αλλά διατήρησαν ζωντανή τη σχέση τους με τον τόπο και τη μνήμη του.
Οι γυναίκες από τις γύρω αυλές και τα παιδιά που, λίγη ώρα νωρίτερα, έκαναν την τελευταία βουτιά της ημέρας στη θάλασσα συγκεντρώθηκαν στον περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Οι ξύλινες καρέκλες, ο χαμηλός φωτισμός και το εντυπωσιακό καμπαναριό συνέθεσαν το ιδανικό σκηνικό για μια συναυλία που έμοιαζε να φέρνει, έστω και για ένα βράδυ, την Αυστραλία λίγο πιο κοντά στη Χάλκη.



«Πού ’σαι, Θανάση; Ήθελα να σ’ αντάμωνα…». Οι γνώριμες λέξεις ακούστηκαν στο λιμάνι της Χάλκης και μαζί τους ήρθε και ολόκληρος ο κόσμος του Γιώργου Ζαμπέτα: οι παλιές συνοικίες, τα απόμερα στέκια, οι φίλοι της νιότης και μια παρέα που ξαναβρίσκει τη θέση της γύρω από το ίδιο τραπέζι, ακούγοντας μια γλυκιά πενιά. Ένας κόσμος λαϊκός, οικείος και βαθιά νοσταλγικός.
Αυτή την όψη της συλλογικής μουσικής μνήμης ανέδειξε το αφιέρωμα «100+1 χρόνια Γιώργος Ζαμπέτας». Για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ, η Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ, με τον Κώστα Μακεδόνα, τον δεξιοτέχνη του μπουζουκιού Τάσο Νάνο και τη Μάλαμα Σεβαστού, παρουσίασε αγαπημένα τραγούδια του μεγάλου λαϊκού δημιουργού σε ενορχηστρώσεις που έφεραν σε διάλογο το μπουζούκι με τον συμφωνικό ήχο, υπό τη διεύθυνση του Τάσου Συμεωνίδη. Δίπλα στο λιμάνι, με τη διπλοπενιά, τη βελούδινη φωνή του Κώστα Μακεδόνα και τον δυναμισμό της Μάλαμας Σεβαστού, σιγοτραγουδήσαμε γνώριμους στίχους. Κι όσοι δεν ήξεραν τα λόγια, ακολούθησαν τον ρυθμό χορεύοντας.
Η αυλαία έπεσε στην οικία Δημήτρη Κρεμαστινού με το «Εξέφεξε η Ανατολή», έναν συγκινητικό διάλογο του δημοτικού και του ρεμπέτικου τραγουδιού με τον αρχέγονο ήχο της άρπας. Οι δύο κύκλοι τραγουδιών, σε επεξεργασία του Θοδωρή Ματούλα, ακούστηκαν από τις άρπες της Γωγώς Ξαγαρά και του ίδιου, με τις φωνές του Βασίλη Αγροκώστα και της Χριστίνας Μαξούρη. Η σκηνική τους παρουσία, ευγενική και αέρινη, μας μάγεψε και έμοιαζε να μας φέρνει όλους λίγο πιο κοντά, πιο ζεστά, πιο ανθρώπινα. Μια βραδιά που μας αποκάλυψε τη μοναδική ικανότητα των ελληνικών τραγουδιών να μεταμορφώνονται μέσα από νέες ενορχηστρώσεις, χωρίς να χάνουν τίποτα από την οικειότητα και την αλήθεια τους. Να ακούγονται διαφορετικά και, την ίδια στιγμή, να παραμένουν βαθιά αναγνωρίσιμα, αποκαλύπτοντας ξανά τη διαχρονική δύναμη και τη μαγεία τους.



Οι ρίζες των ανθρώπων που επιστρέφουν κι ένα σπίτι γεμάτο μνήμες
Οι «Μουσικές Ρίζες» δεν ακούστηκαν μόνο στις συναυλίες του Φεστιβάλ. Ήταν εμφανείς στις προσωπικές ιστορίες ανθρώπων που επιστρέφουν στη Χάλκη αναζητώντας τη σχέση τους με τον τόπο, αλλά και στα σπίτια που διατηρούν ακόμη ζωντανή τη μνήμη των προηγούμενων γενεών.
Η Elisa Vasilas, η γυναίκα που έγινε η γέφυρα ανάμεσα στη Χάλκη και την Αυστραλία, έχει μια άκρως ενδιαφέρουσα ιστορία να διηγηθεί. Η δική της σχέση με τα Δωδεκάνησα είναι βαθιά προσωπική. Η γιαγιά της από την πλευρά του πατέρα της, η Περσεφόνη, καταγόταν από τη Χάλκη και έφτασε στην Αυστραλία τη δεκαετία του 1950. Ιδιαίτερα μορφωμένη για μια γυναίκα της εποχής της, εργάστηκε επί πολλά χρόνια ως δασκάλα ελληνικών και κέρδισε τον σεβασμό της κοινότητας. «Ακόμη και σήμερα οι άνθρωποι μιλούν γι’ αυτήν», λέει η εγγονή της. Η Περσεφόνη δίδασκε επίσης μαντολίνο και η Elisa αναγνωρίζει σε εκείνη την πιθανή αφετηρία της μουσικής πλευράς της οικογένειας.
Από την πλευρά της μητέρας της, οι ρίζες φτάνουν στο Καστελλόριζο και συνοδεύονται από μια πιο τραυματική ιστορία. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί εξαιτίας των βομβαρδισμών και μεταφέρθηκε σε προσφυγικό καταυλισμό στη Γάζα, όπου παρέμεινε για τρία χρόνια. Στο ταξίδι της επιστροφής, το πλοίο Empire Patrol τυλίχθηκε στις φλόγες. Άνθρωποι χάθηκαν στη θάλασσα, δύο από τους θείους της παρέμειναν στο νερό επί 36 ώρες, ενώ η γιαγιά της κατέβηκε σε σωστική λέμβο κρατώντας τη μητέρα της Elisa, που ήταν ακόμη βρέφος. Η οικογένεια επανενώθηκε και τελικά εγκαταστάθηκε στο Περθ. Η μητρική γιαγιά της κουβαλούσε αυτό το τραύμα τόσο βαριά, ώστε δεν επιθυμούσε να επιστρέφει συχνά στο Καστελλόριζο. Αντίθετα, η Περσεφόνη διατήρησε ζωντανή τη σχέση της με τη Χάλκη. Αυτή η διαφορετική στάση απέναντι στον τόπο και τη μνήμη φαίνεται πως ώθησε και την ίδια την Elisa να επιστρέφει στο νησί εδώ και δεκαετίες. Οι συχνές επισκέψεις της στο νησί, η καταγωγή της και η επαγγελματική της σχέση με τη μουσική οδήγησαν στη γνωριμία με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ, Νίκο Χαλιάσα.

Το πρόγραμμα διαμορφώθηκε γύρω από τις «Μουσικές Ρίζες», συνδέοντας το The Nose Scrunch Reel της Αυστραλής συνθέτριας Alice Chance με τους Πέντε ελληνικούς χορούς του Νίκου Σκαλκώτα. «Δεν πιστεύω ότι οι παραδοσιακές μουσικές διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους· όλες έχουν παρόμοιες ρίζες», παρατηρεί η Elisa.
Και αν η ιστορία της Elisa Vasilas μιλά για τις ρίζες που ταξιδεύουν και επιστρέφουν, το Παραδοσιακό Σπίτι της Χάλκης διατηρεί τη μνήμη εκείνων που έμειναν. Το συναντάς περπατώντας στα στενά σοκάκια πίσω από το λιμάνι: ένα οικογενειακό σπίτι που μετατράπηκε σε μικρό αλλά περιεκτικό μουσείο της καθημερινής ζωής του νησιού. Στο εσωτερικό του εκτίθενται τοπικές ενδυμασίες, το πατροπαράδοτο νυφικό κρεβάτι, έπιπλα αντίκες και μαγειρικά σκεύη, ανάμεσά τους η πινακωτή, στην οποία τοποθετούσαν τα ψωμιά για να μεταφερθούν στον φούρνο, και το «τιρίκο», που χρησιμοποιούνταν για το στράγγισμα του τυριού. Δίπλα τους βρίσκονται και αρχαιολογικά ευρήματα, όπως αμφορείς από ναυάγιο.




Ξεναγός σε αυτή τη μικρή διαδρομή στη χαλκίτικη μνήμη είναι η φιλόξενη Ανθή Φαναράκη. Yποδέχεται τους επισκέπτες στο σπίτι όπου έζησε με τον σύζυγό της, Μηνά Φαναράκη, και αφηγείται μέσα από τα αντικείμενα ιστορίες για τις συνήθειες, τις τελετουργίες και την καθημερινότητα μιας άλλης εποχής. Κάθε αντικείμενο εδώ διατηρεί τη θέση του μέσα στην προσωπική και συλλογική ιστορία του νησιού.

Ένα σπίτι που, με τον τρόπο με τον οποίο διατηρεί ζωντανή τη μνήμη των ανθρώπων του, δεν απείχε πολύ από την οικία του Δημήτρη Κρεμαστινού. Εκεί όπου πραγματοποιήθηκε η τελευταία συναυλία του Φεστιβάλ, η προσωπική ιστορία συναντά ξανά τη συλλογική μνήμη του νησιού αλλά και το όραμα από το οποίο γεννήθηκε ο ίδιος ο θεσμός. Ένας χώρος στενά δεμένος με την προσωπική του ιστορία, αλλά και με ένα όραμα που ο ίδιος δεν πρόλαβε να δει να πραγματοποιείται: τη δημιουργία ενός διεθνούς μουσικού φεστιβάλ που θα έφερνε στη μικρή Χάλκη καλλιτέχνες και ακροατές από διαφορετικές χώρες.
Ο σπόρος ενός οράματος
Λίγο πριν από την έναρξη της συναυλίας, ο δήμαρχος Χάλκης, Άγγελος Φραγκάκης, εμφανώς συγκινημένος, ανακάλεσε μια παλαιότερη συζήτησή τους. Ο Δημήτρης Κρεμαστινός τού είχε μιλήσει για την επιθυμία του να γίνει κάποτε το νησί του κέντρο πολιτισμού και τόπος συνάντησης. Μια σκέψη που τότε θα μπορούσε να είχε παραμείνει απλώς ένα όνειρο απέκτησε, μετά τον θάνατό του, τη δύναμη μιας παρακαταθήκης.
Ο Δημήτρης Κρεμαστινός έβαλε τον πρώτο σπόρο εδώ, σε τούτο τον τόπο. Την επιθυμία αυτή ανέλαβαν να μετατρέψουν σε πράξη οι άνθρωποι του νησιού, με επιμονή, μεράκι και αγάπη για τον τόπο τους. Και το Φεστιβάλ που σήμερα φέρει το όνομά του αποτελεί φυσική συνέχεια εκείνης της επιθυμίας: ένας θεσμός που μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο, χωρίς να χάνει την οικειότητα και τη βαθιά σχέση του με τη Χάλκη. Ένα όραμα που ρίζωσε στο νησί και εξακολουθεί να ανθίζει μέσα από τη μουσική.


Η Χάλκη σαν οπτική παρτιτούρα
Το φως, τα χρώματα και η αρχιτεκτονική της Χάλκης πέρασαν και στην εικαστική ταυτότητα του Φεστιβάλ, την οποία δημιούργησε η Μαριάννα Λούρμπα. Στο έργο της «Οἴμη», οι αυστηρές γεωμετρίες του οικισμού αφαιρούνται και απλοποιούνται, ενώ το λευκό των σπιτιών, το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού και οι γήινες αποχρώσεις της πέτρας συνθέτουν μια παλέτα εμπνευσμένη από το ίδιο το νησί.
Τα σχήματα ξεφεύγουν από την αρχιτεκτονική τους αφετηρία και μετατρέπονται σε νότες πάνω στον καμβά, δημιουργώντας, όπως εξηγεί η ίδια, μια «οπτική παρτιτούρα». Αν το έργο ειδωθεί από διαφορετική πλευρά, οι γραμμές του παραπέμπουν σε πεντάγραμμο. Ο τίτλος «Οἴμη», λέξη που η καλλιτέχνις αντλεί από τον ομηρικό λόγο, συνδέεται με το τραγούδι και την επική αφήγηση, αποδίδοντας τη μεταφορά της παράδοσης από γενιά σε γενιά και τη μουσική διαδρομή του Φεστιβάλ μέσα στα πέντε χρόνια της παρουσίας του.

Η ιδέα γεννήθηκε από την πρώτη εμπειρία της Λούρμπα στη Χάλκη, έναν χρόνο νωρίτερα. Σε μια πρόσφατη συζήτησή μας, θυμάται τους μουσικούς, τους καλλιτέχνες και τους ανθρώπους του νησιού σαν μια μικρή κοινότητα που συναντιόταν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Πάνω απ’ όλα, θυμάται τις πρόβες: περπατώντας στα σοκάκια, άκουγε τη μουσική να βγαίνει από τα σπίτια, ενώ μια κουρτίνα ανέμιζε στο φως της πανσελήνου. «Ήταν μία από τις πιο μαγικές εικόνες που έχω ζήσει», λέει. Από τη Χάλκη επέστρεψε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «με πολύ χρώμα» με μια παλέτα διαφορετική από εκείνη της υπόλοιπης δουλειάς της και με την αίσθηση ότι εδώ το χρώμα μπορούσε να αποκτήσει τον δικό του μουσικό ρυθμό.
Κάπως έτσι επιστρέψαμε όλοι σαν μαγεμένοι από έναν τόπο όμορφο και ελεύθερο να ονειρεύεται· έναν τόπο που γνωρίζει πώς να προσκαλεί, να ενώνει, να συγκινείται και να τιμά. Που αφηγείται τις παλιές ιστορίες με τη σοφία του παππού και της γιαγιάς και, την ίδια στιγμή, τολμά να δημιουργεί καινούργιες με την ορμή ενός επαναστάτη. Γιατί ίσως αυτό να σημαίνει τελικά «ρίζες»: όχι να μένεις ακίνητος, αλλά να γνωρίζεις από πού ξεκινάς, ώστε να μπορείς να προχωράς.
Στο καράβι της επιστροφής, αφού έχουμε αποχαιρετήσει τους ανθρώπους που γνωρίσαμε αυτές τις ημέρες, συναντάμε ξανά τον καλοσυνάτο Βασίλη, που μας είχε υποδεχτεί στο πρώτο μας ταξίδι. Μας δίνει το ημερολόγιο που κρατά εδώ και έναν χρόνο και μας ζητά να γράψουμε λίγα λόγια. Εξακολουθεί να μας περνά για μουσικούς και η πρώτη του ερώτηση είναι ποια θα είναι η επόμενη μουσική μας στάση. Δεν τον διορθώνουμε.

