Από τη δικτατορία στη Χιλή και τους ανθρώπους που ζουν αόρατοι στις πόλεις, το μουσείο από χαρτί που έκαψε, μέχρι τα ορυκτά που τροφοδοτούν την τεχνολογία και τους πολέμους, ο Χιλιανός καλλιτέχνης, Alfredo Jaar μίλησε για μια τέχνη που δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την πραγματικότητα.
«Σας παρακαλώ, κλείστε τα κινητά σας. Όχι, να τα βάλετε στο αθόρυβο. Να τα κλείσετε. Και το δεύτερο που θα σας ζητήσω είναι να δείξετε υπομονή. Η παρουσίασή μου θα διαρκέσει έξι ώρες και 33 λεπτά». Με αυτή την προειδοποίηση, που δεν ήταν κυριολεκτική, ο Alfredo Jaar ξεκίνησε την πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Ο τίτλος της, “It Is Difficult”, και αποτελούνταν από έναν δύσκολο απολογισμό του κόσμου, μια προσωπική διαδρομή μέσα από την ιστορία και μια επίμονη προσπάθεια να κατανοήσουμε τι μπορεί να κάνει η τέχνη όταν η πραγματικότητα μοιάζει να ξεπερνά κάθε δυνατότητα αναπαράστασης.
Ο Alfredo Jaar, αρχιτέκτονας και δημιουργός εγκαταστάσεων, φωτογραφιών και κινηματογραφικών έργων, ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, καλεσμένος του ΕΜΣΤ, του Athens Photo Research Center και του New York University in Athens. Ήρθε για να μας μιλήσει όχι για μια τέχνη ως έναν προστατευόμενο χώρο αποκομμένο από όσα συμβαίνουν έξω από τους τοίχους ενός μουσείου. Αντιμετώπισε την τέχνη ως μια δραστηριότητα που οφείλει να βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με την πολιτική, την ιστορία, την κοινωνία και τις αντιφάσεις της εποχής της.

Ο Jaar δεν ξεκίνησε την ομιλία του από κάποιο έργο του, μα από μια δήλωση αρχών: «Δεν θα δράσω στον κόσμο προτού κατανοήσω τον κόσμο». Για εκείνον η καλλιτεχνική πράξη προϋποθέτει έρευνα, παρατήρηση, συσσώρευση πληροφοριών και, κυρίως, κατανόηση του συγκεκριμένου τόπου στον οποίο καλείται να παρέμβει. Δεν πιστεύει στην τέχνη που παράγεται από απόσταση, δίχως επαφή με την πραγματικότητα που επιχειρεί να σχολιάσει. Χρησιμοποιεί μάλιστα τον όρο «υπεύθυνη πληροφορία» για να περιγράψει το υπόβαθρο κάθε έργου του. Η αφετηρία του είναι η αρχιτεκτονική και, όπως εξήγησε, για έναν αρχιτέκτονα το πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργεί είναι καθοριστικό. Το ίδιο ισχύει για την τέχνη του: κάθε έργο του γεννιέται από μια συγκεκριμένη συνθήκη, από μια ιστορία που πρέπει να ερευνηθεί και από ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί με μια εύκολη εικόνα. Χρησιμοποίησε τα λόγια του Νιγηριανού συγγραφέα Chinua Achebe, ο οποίος περιέγραψε την τέχνη ως την προσπάθειά μας να αλλάξουμε την τάξη της πραγματικότητας που μας έχει δοθεί. «Πώς το κάνουμε αυτό; Δεν έχω ιδέα. Και γι’ αυτό είμαι καλλιτέχνης», είπε ο Jaar. Ίσως σε αυτή του την παραδοχή να βρίσκεται κι ο πυρήνας της σκέψης του: η τέχνη δεν διαθέτει έτοιμες λύσεις, αλλά μπορεί να μας αναγκάσει να κοιτάξουμε διαφορετικά όσα έχουμε συνηθίσει να αποδεχόμαστε.
Για να εξηγήσει πώς διαμορφώθηκε αυτή η στάση, ο Jaar επέστρεψε στη Χιλή του 1973. Εκείνος και η οικογένειά του είχαν φτάσει στη χώρα το καλοκαίρι του 1972, όταν ο Salvador Allende βρισκόταν στην προεδρία και η εθνικοποίηση του χαλκού αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδίου για την οικονομική ανεξαρτησία της χώρας. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, το στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε τον Allende. Το προεδρικό μέγαρο βομβαρδίστηκε, η καταστολή εξαπλώθηκε και η καθημερινότητα άλλαξε βίαια. Ακολούθησαν απαγορεύσεις κυκλοφορίας, λογοκρισία και κάψιμο βιβλίων. Για τον νεαρό Jaar, που τότε σπούδαζε αρχιτεκτονική, η πολιτική ιστορία έπαψε να είναι κάτι αφηρημένο. Έγινε μια εμπειρία που καθόρισε τη ζωή του και, τελικά, τον τρόπο με τον οποίο θα αντιλαμβανόταν την τέχνη. Εκείνη την περίοδο άκουγε εμμονικά τον δίσκο των Pink Floyd, The Dark Side of the Moon, που κυκλοφόρησε το 1973 και συνδέθηκε στη μνήμη του με το πραξικόπημα. Χρόνια αργότερα, όταν παρουσίασε μια αναδρομική έκθεση για τα έργα του που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, της έδωσε τον ίδιο τίτλο. Η μουσική του άλμπουμ ακουγόταν σε όλη τη διάρκεια της έκθεσης, λειτουργώντας ως σύνδεσμος ανάμεσα στην προσωπική μνήμη και τη συλλογική τραυματική εμπειρία.

Ο Jaar θυμήθηκε και τα σημειωματάρια στα οποία, χωρίς τότε να γνωρίζει ότι θα γινόταν καλλιτέχνης, έγραφε ξανά και ξανά τον αριθμό 11, την ημέρα του πραξικοπήματος. Σε ένα ημερολόγιο του 1974, μάλιστα, έχει αφήσει ανέπαφες τις σελίδες μέχρι τον Σεπτέμβριο. Από κει και πέρα, είχε τοποθετήσει τη φωτοτυπία του αριθμού 11 σε όλες τις επόμενες ημερομηνίες, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος και να είχε αρχίσει ο εφιάλτης. Η τέχνη, σε αυτή την περίπτωση, δεν ξεκίνησε ως μια συνειδητή καλλιτεχνική απόφαση. Ήταν μια προσπάθεια να καταγραφεί κάτι που δεν μπορούσε εύκολα να ειπωθεί.
Μας έδειξε μια φωτογραφία της Αμερικανίδας φωτογράφου Susan Meiselas από τη Νικαράγουα, που στάθηκε αφορμή για ένα από τα πρώιμα έργα του. Στην εικόνα, ένας στρατιώτης σε εμπόλεμη ζώνη έπαιζε κλαρινέτο. Ο Jaar δημιούργησε μια περφόρμανς στην οποία ο στόχος ήταν να παίρνει βαθιά αναπνοή, να εκπνέει βαθιά στο κλαρινέτο και να το επαναλαμβάνει μέχρι να εξαντληθεί. Η δράση καταγράφηκε σε βίντεο που παρουσιάστηκε δεκαετίες αργότερα. Μας το έδειξε και μας είπε ότι ο ίδιος άντεξε μόνο 7 λεπτά και 15 δευτερόλεπτα. Μας εξήγησε ότι ήταν ένας τρόπος να εκφράσει την οργή και τον πόνο του απέναντι στη δικτατορία, σε μια εποχή κατά την οποία η λογοκρισία καθιστούσε σχεδόν αδύνατη την ανοιχτή δημόσια καταγγελία της. Η περφόρμανς αυτή έγινε η δική του κραυγή προς τον κόσμο.
Όμως η πολιτική διάσταση του έργου του δεν περιορίζεται μόνο στη Χιλή. Στην ομιλία του επέστρεψε πολλές φορές στον ρόλο των ΗΠΑ, του κέρδους, της αποικιοκρατίας και στον Henry Kissinger, τον οποίο αντιμετωπίζει ως σύμβολο της αμερικανικής παρέμβασης σε άλλες χώρες και της ατιμωρησίας των ισχυρών. Αναφέρθηκε στη φωτογραφία του Kissinger να ανταλλάσσει χειραψία με τον Augusto Pinochet, την οποία αγνοούσε λόγω της λογοκρισίας που βίωνε στη Χιλή. Και έγινε το έναυσμά του για το έργο του όταν ήταν στη Νέα Υόρκη. Έστελνε καρτ ποστάλ σε φίλους του σε όλο τον κόσμο με φωτογραφίες της Νέας Υόρκης, έχοντας γράψει πάνω τους με Letraset γράμματα «Αναζητώντας τον Kissinger». Μετά από χρόνια, σε μια άλλη παρέμβασή του στο Βερολίνο, όταν έμαθε ότι ο Kissinger θα επισκεπτόταν την πόλη, αγόρασε χώρο σε τρεις μεγάλες εφημερίδες της Γερμανίας και δημοσίευσε το αίτημα «Συλλάβετε τον Kissinger» στις γλώσσες των χωρών στις οποίες είχαν παρέμβει οι ΗΠΑ.
Αυτό που αντιλήφθηκα για τον Jaar είναι ότι η εικόνα δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Η επιλογή του τι παρουσιάζεται, τι αποσιωπάται και ποιος έχει το δικαίωμα να μιλήσει συνδέεται άμεσα με τις σχέσεις εξουσίας. Η καταγγελία του αφορά τόσο εκείνους που ασκούν βία όσο και τους μηχανισμούς που επιτρέπουν να συνεχίζεται, συχνά χωρίς ουσιαστική αντίδραση. Στην ομιλία του στράφηκε επίσης στην άνοδο της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού, στην αντιμετώπιση των μεταναστών και στην αδυναμία των πολιτικών ηγεσιών να ανταποκριθούν σε μια ανθρωπιστική κρίση. Μίλησε για τη Μεσόγειο ως έναν τόπο όπου άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους αναζητώντας ασφάλεια, ενώ οι κοινωνίες που θα μπορούσαν να τους υποδεχτούν συχνά επιλέγουν την απομάκρυνσή τους και τον αποκλεισμό.

Πριν έρθει στην Αθήνα, ήταν στο Παρίσι και μας έδειξε φωτογραφίες που τράβηξε από τις μαθητικές διαδηλώσεις. Τους ακολούθησε επτά ώρες με την κάμερά του και δεν τους είδε να πράττουν βίαια. Ίσα ίσα, μας τόνισε ότι είδε πολλή βία από την αστυνομία, οι άνδρες της οποίας ήταν ντυμένοι λες και πήγαιναν σε πόλεμο. Μάλιστα, ένα βίντεο που μας έδειξε μου προκάλεσε εντύπωση. Μαθητές των τεχνών στη Γαλλία απέκλεισαν το Λούβρο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να μπουν οι επισκέπτες που είχαν αγοράσει εισιτήριο και είχαν έρθει από κάθε μέρος του πλανήτη. Στο βίντεο, οι μαθητές ήταν ήρεμοι και οι επισκέπτες έβριζαν και έκαναν σαν θηρία ανήμερα. Αναρωτήθηκα αμέσως, όπως και ο Jaar: Αυτοί θα πάνε να δουν τέχνη; Αυτό το βίντεο, όπως και πολλά άλλα, μας είπε ότι δεν θα τα δούμε ποτέ από τα κατευθυνόμενα μέσα επικοινωνίας. Μας λένε ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες και δεν μας λένε ότι η έλλειψη κεφαλαίων για την παιδεία οφείλεται στο ότι ο Τραμπ ζήτησε από τα μέλη του ΝΑΤΟ να δίνουν το 5% σε όπλα. Εκεί πάνε τα χρήματα, όχι στην παιδεία.
Μας μίλησε και για την Άνγκελα Μέρκελ, που η επιλογή της να δεχτεί ένα εκατομμύριο μετανάστες τής στοίχισε την επανεκλογή της και ότι καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν ακολούθησε το παράδειγμά της να δεχτεί τους μετανάστες. Τα τελευταία 15 χρόνια υπάρχει μεταναστευτική κρίση στην Ευρώπη. 15 εκατομμύρια μετανάστες έφτασαν στις ακτές της Ευρώπης και απορρίφθηκαν. Τους επανατοποθετούν σε τρία μεγάλα camp στην Τουρκία, τον Λίβανο και την Ιορδανία, που πληρώνει η Ευρώπη. Σήμερα έχουμε 150 εκατομμύρια πρόσφυγες παγκοσμίως και, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, όπως ειπώθηκε τον Απρίλιο, θα έχουμε 500 εκατομμύρια μετανάστες στον πλανήτη μέχρι το 2030. Αυτό το παράδειγμα της Μέρκελ τον ενέπνευσε και για ένα άλλο έργο του. Στο Μόναχο κατάφερε να τυπώσει ένα εκατομμύριο διαβατήρια, που τοποθέτησε σε έναν χώρο με κολόνες βαμμένες στα τρία χρώματα της γερμανικής σημαίας: κόκκινο, κίτρινο, μαύρο. Ένα εκατομμύριο διαβατήρια μέσα σε μια βιτρίνα, για να μην κλαπούν, ήταν ο όρος για να δημιουργηθεί αυτή η εγκατάσταση. Θέλουμε τελικά τη Γερμανία της Μέρκελ ή του AfD; Αναφέρθηκε όχι μόνο στις κυβερνητικές πολιτικές, μα και στη σημασία της κοινωνικής αλληλεγγύης, ανακαλώντας την περίοδο της προσφυγικής κρίσης και τη στάση απλών πολιτών, μεταξύ άλλων και στην Ελλάδα, που προσπαθούσαν να βοηθήσουν έμπρακτα τους ανθρώπους που έφταναν, δίνοντάς τους φαγητό, νερό, ρούχα. Αντιπαραβάλλοντας την έμπρακτη αλληλεγγύη με την πολιτική διαχείριση του ζητήματος, υποστήριξε ότι η κοινωνία μπορεί να επιδείξει μια γενναιοδωρία που συχνά απουσιάζει από την εξουσία.

Μια άλλη στιγμή της παρουσίασής του αφορούσε το έργο του Light in the City, που δημιούργησε στο Μόντρεαλ. Παρατήρησε ένα όχημα που μετέφερε τρόφιμα και ανακάλυψε ότι σε μικρή απόσταση λειτουργούσαν δομές φιλοξενίας αστέγων. Άρχισε να τις επισκέπτεται και να συνομιλεί μαζί τους. Αυτό που του έλεγαν επαναλαμβανόμενα οι άστεγοι ήταν «κάνε μας ορατούς». Οι περαστικοί μάς προσπερνούν δίχως να μας κοιτούν, σαν να είμαστε μέρος του αστικού τοπίου. Ήθελαν να γίνουν ορατοί, αλλά δεν ήθελαν και να φωτογραφηθούν. Δεν ήθελαν να εκτεθούν ως άστεγοι, να περιοριστούν σε μια εικόνα που θα όριζε την ταυτότητά τους. Ο Jaar βρήκε τη λύση να μιλήσει για την παρουσία τους δίχως να δείξει τα πρόσωπά τους. Εγκατέστησε έναν ισχυρό κόκκινο φωτισμό στον τρούλο του ιστορικού κτιρίου της πόλης, που λειτούργησε και ως Βουλή, μα κάηκε πέντε φορές και μετεγκαταστάθηκε αλλού. Αυτό το τοπόσημο στο Μόντρεαλ όριζε την πλούσια πλευρά από τη μια και τη φτωχιά από την άλλη και ήταν ορατό από πολύ μακριά. Στις τρεις δομές φιλοξενίας που είχε επισκεφτεί έβαλε από ένα κουμπί, τα οποία μπορούσαν να πατούν οι άνθρωποι όταν έφταναν στη δομή. Κάθε φορά που κάποιος πατούσε το κουμπί, ο τρούλος φωτιζόταν κόκκινος για ένα δευτερόλεπτο. Το κτίριο γινόταν ένα σήμα κινδύνου μέσα στην πόλη. Οι άνθρωποι συνέχιζαν τη διασκέδασή τους, έπιναν τα ποτά τους στους γύρω δρόμους, μέχρι τη στιγμή που το κόκκινο φως διέκοπτε λίγο την κανονικότητά τους. Κάθε αναλαμπή δήλωνε την παρουσία ενός ανθρώπου που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν αθέατος. Το έργο του προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον από τον Τύπο και για ένα διάστημα οι άστεγοι έπαψαν να περνούν απαρατήρητοι. Η δημοτική αρχή, όμως, διέκοψε το έργο γιατί ήθελαν να συμμετέχουν κι άλλες δομές αστέγων, κάτι που θα μετέτρεπε το έργο σε ένα διαρκές δημόσιο κατηγορητήριο για την αστεγία. 15.000 άστεγοι στο Μόντρεαλ δεν είναι και κάτι που θέλεις να διαφημίσεις.
Η ιστορία αυτή συνοψίζει μια ενδιαφέρουσα πλευρά της δουλειάς του Jaar: το να κάνεις κάποιον ορατό δεν σημαίνει απαραίτητα να τον εκθέτεις. Άλλη του πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά ήταν το χάρτινο μουσείο που έκαψε. Στη σουηδική πόλη Skoghall, μια πόλη που είχε αναπτυχθεί γύρω από μια μεγάλη βιομηχανία χαρτιού, η οποία χρηματοδοτούσε τις υποδομές και επηρέαζε σχεδόν κάθε πλευρά της καθημερινότητας. 30 χρόνια λειτουργούσε αυτό το εργοστάσιο, όμως η πόλη δεν διέθετε μουσείο ή άλλο αντίστοιχο πολιτιστικό θεσμό. Εκείνος, λοιπόν, πρότεινε στη διοίκηση της βιομηχανίας να χρηματοδοτήσει ένα μουσείο κατασκευασμένο από χαρτί, το ίδιο υλικό που παρήγαγε. Δημιούργησε το πρώτο χάρτινο μουσείο της πόλης, με έργα 15 Σουηδών καλλιτεχνών. Οι κάτοικοι συνέρρευσαν στα εγκαίνια να δουν από κοντά κάτι που δεν υπήρχε μέχρι τότε στην καθημερινότητά τους. Ωστόσο, υπήρχε μια μικρή λεπτομέρεια: το μουσείο θα καιγόταν 24 ώρες μετά τα εγκαίνιά του. Ο Alfredo Jaar είχε σχεδιάσει εξαρχής την κατασκευή ως μια προσωρινή παρέμβαση. Δεν ήθελε να επιβάλει έναν πολιτιστικό θεσμό σε μια κοινότητα που δεν είχε ζητήσει την ύπαρξή του. Όταν έφτασε η ώρα της καταστροφής, κάτοικοι και μέλη οικολογικών οργανώσεων προσπάθησαν να τον μεταπείσουν. Του ζήτησαν να διατηρηθεί το κτίριο, μα εκείνος τους είπε ότι ήταν φτιαγμένο από ξύλινες δοκούς και συμπιεσμένο χαρτί και δεν θα άντεχε ούτε βροχή. Τότε του είπαν: «Δώσε μας τα ξύλα να κατασκευάσουμε μια παιδική χαρά». Τους είπε να βρουν άλλα ξύλα, αλλά συμφώνησε να σχεδιάσει δωρεάν μια παιδική χαρά για την πόλη, καίγοντας τελικά το μουσείο. Το ενδιαφέρον είναι ότι επτά χρόνια μετά τον κάλεσαν οι ίδιοι άνθρωποι να σχεδιάσει έναν μόνιμο εκθεσιακό χώρο σύγχρονης τέχνης, άρα η ιστορία του προσωρινού μουσείου είχε αφήσει το αποτύπωμά της. «Έπρεπε να δημιουργήσεις την ανάγκη για να γίνει πραγματικότητα», παρατήρησε ο Jaar, αναφερόμενος στην εξέλιξη του έργου. Μια ενδιαφέρουσα υπενθύμιση ότι η τέχνη δεν χρειάζεται πάντοτε να αφήνει πίσω της ένα μόνιμο αντικείμενο. Μπορεί να δημιουργήσει μια εμπειρία που συνεχίζει να λειτουργεί στη μνήμη και να αλλάζει τη σχέση μιας κοινότητας με τον πολιτισμό.
Στο πιο πρόσφατο έργο που παρουσίασε, ο Jaar περιόρισε πολύ την κλίμακά του, σχεδόν στο ελάχιστο. Είναι ένας κύβος τεσσάρων εκατοστών που περιλαμβάνει δέκα στρώματα ορυκτών. Σπάνιες γαίες, ανάμεσά τους κοβάλτιο, χαλκός, λίθιο, νικέλιο. Το έργο του έχει τον τίτλο The End of the World. Το μικρό μέγεθος του αντικειμένου έρχεται σε αντίθεση με το εύρος του ζητήματος που θέτει. Τα ορυκτά αυτά βρίσκονται στη βάση της σύγχρονης τεχνολογίας μας. Στα κινητά τηλέφωνα, στις μπαταρίες, στους υπολογιστές, στα ηλεκτρονικά αυτοκίνητα και στη στρατιωτική βιομηχανία. Η πρόσβαση σε αυτά συνδέεται με οικονομικές εξαρτήσεις, γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις για τον έλεγχο των φυσικών πόρων. Ο Jaar συνέδεσε την εξόρυξη με τις διεθνείς σχέσεις ισχύος, αναφερόμενος στον ανταγωνισμό μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, στη σημασία της Ταϊβάν για την παραγωγή τσιπ και στις συμφωνίες για την εκμετάλλευση ορυκτών σε χώρες της Αφρικής. Μίλησε για τις συνθήκες εργασίας στα ορυχεία του Κονγκό και την εκμετάλλευση παιδιών στην εξόρυξη κοβαλτίου. Όπως είπε, «Υπάρχει αίμα στα iPhone μας».
Μίλησε για τη λανθασμένη εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, που τα τελευταία πολλά χρόνια παρεμβαίνουν με πολέμους και πραξικοπήματα σε κράτη για να αρπάξουν πλούτο. Ενώ η Κίνα προσεγγίζει τα κράτη λέγοντάς τους: «Πείτε μας τι σας λείπει να σας κατασκευάσουμε ως υποδομή και εσείς θα κάνετε μαζί μας συμφωνία για τον ορυκτό σας πλούτο». Η εγκατάστασή του, αυτός ο μικρός κύβος που αποτελείται από σπάνιες γαίες και θα είναι ο λόγος για τους μελλοντικούς πολέμους, είναι τοποθετημένος σε έναν χώρο πλημμυρισμένο από κόκκινο φως που ζαλίζει και παραπέμπει στο αίμα, στη ζωή, στην αγάπη και στον κίνδυνο. Η δυσφορία από την ένταση του φωτισμού είναι ηθελημένη από τον Jaar, για να νιώσει ο επισκέπτης την αστάθεια της εποχής μας. Ένα σχεδόν ασήμαντο σε μέγεθος αντικείμενο αντιπροσωπεύει ένα παγκόσμιο σύστημα εξάρτησης. Η τεχνολογία που κάνει ευκολότερη τη ζωή μας συνδέεται με μια αλυσίδα παραγωγής που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθέατη. Το έργο αυτό δεν μας παροτρύνει να ενημερωθούμε για τις σπάνιες γαίες, το γιατί ο Τραμπ θέλει τη Γροιλανδία, το πόσο ορυκτό πλούτο κρύβει η πλευρά της Ουκρανίας που έχουν κατακτήσει οι Ρώσοι, αλλά να αναρωτηθούμε ποια θέση λαμβάνουμε μέσα σε αυτήν.

Προς το τέλος της ομιλίας του, ο Alfredo Jaar μάς ζήτησε συγγνώμη για τον καταθλιπτικό χαρακτήρα της παρουσίασής του. Επικαλέστηκε τον Μπρεχτ και το ερώτημα αν θα υπάρχει τραγούδι ακόμα και στους σκοτεινούς καιρούς. Η απάντηση, όπως την παρέθεσε, ήταν καταφατική: ναι, θα υπάρχει τραγούδι για τους σκοτεινούς καιρούς. Ο Jaar μάς παρέθεσε εικόνες, νούμερα, στατιστικές και δεν ισχυρίστηκε ότι η τέχνη μπορεί να σταματήσει έναν πόλεμο, να ανατρέψει μια δικτατορία ή να εξαλείψει την κοινωνική αδικία. Δεν προσφέρει την παρηγοριά μιας εύκολης λύσης. Επιμένει ότι η κατανόηση της πραγματικότητας, η προσεκτική έρευνα και η δημιουργία εικόνων που διακόπτουν τη συνήθεια της αδιαφορίας παραμένουν αναγκαίες πράξεις.
Από τις επαναλήψεις του αριθμού 11 στα νεανικά του σημειωματάρια μέχρι το κόκκινο φως που κάνει ορατούς τους ανθρώπους που ζουν στους δρόμους, η δουλειά του κινείται γύρω από ένα επίμονο ερώτημα: Τι επιλέγουμε να βλέπουμε και τι επιτρέπουμε να παραμένει αόρατο. Μας ζητά, στον καιρό της υπερπληροφόρησης, να μην συγχέουμε την πληροφορία με την κατανόηση, μήτε την έκθεση μιας εικόνας με την πραγματική αναγνώριση όσων αυτή αντιπροσωπεύει. Να δίνουμε χρόνο, προσοχή και ευθύνη. Η τέχνη για εκείνον αρχίζει πριν από την εικόνα, στην προσπάθεια να καταλάβεις τον κόσμο που πρόκειται να προσεγγίσεις, και συνεχίζει μετά από αυτή, στη σκέψη που αφήνει πίσω της. Ίσως γι’ αυτό βρήκα τον τίτλο της ομιλίας του τόσο εύστοχο. It is Difficult, είναι δύσκολο να κατανοήσεις τον κόσμο, δύσκολο να μιλήσεις για τη βία χωρίς να την αναπαράγεις, δύσκολο να κάνεις ορατό τον άλλον χωρίς να τον εκθέσεις, δύσκολο να δημιουργήσεις κάτι που να μην περιορίζεται στην αισθητική του αξία. Το ότι είναι δύσκολο, όμως, δεν αποτελεί λόγο για να σταματήσεις. Κι αν η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει μόνη της την πραγματικότητα, μπορεί έστω να μας εμποδίσει να προσποιούμαστε ότι δεν τη βλέπουμε.
Αυτό έπαθα μετά την ομιλία του Alfredo Jaar: Περπατούσα και συνειδητοποίησα ότι δεν μου έμαθε κάτι καινούργιο. Αντιλαμβάνομαι και γνωρίζω τα παιχνίδια εξουσίας που παίζονται γύρω μου, τα οποία κοστίζουν αξιοπρέπειες και ζωές. Ο Jaar μού τα ενέταξε όλα σε ένα πλαίσιο τέχνης και ήταν σαν να μου διαφώτισε ένα μαγικό στενό στις πολύβουες λεωφόρους που ζούμε.

