«Super Paradise» είναι ο εικαστικός κόσμος που μας ανοίγει η Χριστίνα Μπρέμπου στην Γκαλερί Σκουφά, με τα φωτεινά, χρωματιστά και ρέοντα έργα της να κυριαρχούν στον χώρο, δημιουργώντας σαν συμπαντικά τοπία. Μπροστά μας ξετυλίγεται η εικαστική αυτή διαδρομή που από τον τίτλο της μόνο μας προϊδεάζει για έναν τόπο. Έναν απρόβλεπτο τόπο ελευθερίας, έντασης, κίνησης και χρώματος. Στα έργα της εντοπίζεις αισθητά τα ίχνη της ανθρώπινης δημιουργίας, τις στρώσεις, τις υφές που τελικά φανερώνουν και σχηματίζουν το τελικό έργο, τον ανθρώπινο ψυχισμό σε αναζήτηση, σε πειραματισμό και το χρώμα σε μία οργιώδη ροή.
Η Χριστίνα Μπρέμπου μιλάει στο ελc για την πρώτη της ατομική έκθεση “Super Paradise”, την προσωπική αναζήτηση πάνω στο αρχέτυπο της Εύας και τη διαδικασία δημιουργίας των έργων της – έναν κόσμο στον οποίο, όπως η ίδια μοιράζεται, αφέθηκε ελεύθερη.
Πώς τα έργα της πρώτης σου ατομικής έκθεσης σε οδήγησαν στον τίτλο “Super Paradise”; Και γιατί Super;
Ο τίτλος που έδωσα στην έκθεση έχει να κάνει αφενός από την αίσθηση που είχα όταν τα έφτιαχνα, τον ρόλο των χρωμάτων και των υλικών, και αφετέρου από την προσωπική αναζήτηση που έχω πάνω στο αρχέτυπο της Εύας. Πριν αρχίσω να ζωγραφίζω σε μεγαλύτερες διαστάσεις χαρτιών, υπήρχε ένας πολύ μεγάλος αριθμός μικρότερων μεγεθών τα οποία δούλευα παράλληλα με δικές μου αυτοπροσωπογραφίες. Οι ζωγραφιές αυτές άρχισαν σιγά σιγά να εικονίζουν τον κόσμο μέσα στον οποίο υπήρξα μόνη μου, δουλεύοντας στο εργαστήριό μου. Έγιναν η αφετηρία μιας αναζήτησης μέσω της περιέργειας και η ορμή για περαιτέρω γνώση πάνω στην τέχνη μου. Υπάρχουν δύο από αυτά στην έκθεση που τα ονομάζω Reverie & Les Racines du Pommier, όπου αποτελούν την αρχή της δημιουργίας της ενότητας των έργων που παρουσιάζονται στην έκθεση.
Στο πρώτο, τουλάχιστον στη δική μου ζωγραφική και φαντασιακή αντίληψη, απεικονίζεται μια καθιστή γυναικεία μορφή, με τη ζωγραφική ματιέρα να της αποδίδει ένα έντονο στοιχείο ονειροπόλησης, ενώ στο δεύτερο υπάρχουν ρευστές αυλακώσεις, σαν ρίζες που αναβλύζουν τη ζωή μέσα από τη σιωπηλή τους ύπαρξη, δίνοντας στο δέντρο τη δύναμη και την ορμή να μεγαλώσει και να βγάλει καρπούς. Και τα δύο έχουν δημιουργηθεί μέσα από μια οργιώδη διαδικασία, που με έκανε να νιώσω τη γέννηση ενός κόσμου, που αντίθετα από τον Παράδεισο που είναι ο ιδανικός τόπος αλλά η αέναη διαμονή εκεί μπορεί ίσως να οδηγήσει σε μια ραθυμία, σε μια επανάληψη, είχε τις ρίζες του στη γη, ήταν ένας τόπος ανθρώπινος και εύθραυστος και ας είχε γεννηθεί από κάτι θεωρητικά μη ορατό.
Το Super, γνωρίζω ότι είναι ένας υπερθετικός προσδιορισμός σε κάτι ήδη ανυπέρβλητο, όπως αναφέρει και στο κείμενο του καταλόγου της έκθεσης η Μαριλένα Αστραπέλου, ήθελα όμως με τη χρήση του, να τονίσω κάτι σε σχέση με τη ζωγραφική των έργων, τον τρόπο, την ένταση, τη χρήση των χρωμάτων. Από την άλλη, έχει πάλι να κάνει με τον συμβολισμό της Εύας και των κοινωνικών αντιλήψεων για τη θέση της στον Παράδεισο προτού δαγκώσει το μήλο (γέλια).


Τι είναι και για εσένα ο Παράδεισος;
Ο παράδεισος για εμένα δεν είναι παρά η αφετηρία για την αναζήτηση της πραγματικής ταυτότητας, της ελευθερίας.
Ποιοι καλλιτέχνες θεωρείς ότι έχουν επιδράσει στο έργο σου, στη σκέψη σου; Και όχι απαραίτητα μόνο στο εικαστικό πεδίο;
Είναι πολλοί… Θα μου ήταν δύσκολο να τους αναφέρω όλους εδώ, θα πω όμως ότι η ποίηση, μαζί με τη λογοτεχνία και το σινεμά είχαν σημαντική επίδραση σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωσή μου ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη… Ο Γέιτς, ο Dylan Thomas, η ποίηση του Καββαδία και του Σεφέρη, η Έμιλυ Ντίκινσον, ο Χάινριχ Μπελ, η Έμιλυ Μπροντέ, ο Παπαδιαμάντης, ο Ευριπίδης, οι Ρώσοι λογοτέχνες… οι ταινίες του Γιασουτζίρο Όζου και της Ναγκίσα Όσιμα, τα Πικρά Δάκρυα της Πέτρα Φον Καντ του Φασμπίντερ, ο Λουκίνο Βισκόντι… Όπως και οι στίχοι και η μουσική του Νικ Κέιβ, του Bob Dylan και της Κέιτ Μπους… Όλοι αυτοί οι άνθρωποι με το έργο τους -γιατί η αρχική επαφή μαζί του έχει μετουσιωθεί πια σε κάτι πολύ ισχυρό- έχουν γίνει μνήμη σωματική που ανασύρεται και πυροδοτείται από το ασυνείδητο κάθε φορά που το χέρι μου ξεκινά να ζωγραφίζει, προτού προλάβω να φέρω στο νου οτιδήποτε.
Και από τον χώρο των εικαστικών; Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την επίδραση στα έργα της έκθεσής σου;
Ο Bill Viola, ο Odilon Redon, ο Μονέ, ο Μποτιτσέλι, ο Μασολίνο, η Έλεν Φράκενταλερ, η Τζάνετ Σόμπελ, ο Μαξ Ερνστ… τα παιδιά με τις ζωγραφιές τους.

Ποια είναι η δική σου εικαστική γλώσσα; Τα χαρακτηριστικά του εικαστικού σου κόσμου;
Ενώ τα έργα μου βασίζονται κυρίως στην αφαίρεση και με ενδιαφέρει πολύ το χρώμα και οι διαφορετικές ματιέρες που για εμένα λειτουργούν ως αγωγοί συναισθήματος, δεν νιώθω από την άλλη να έχω κάποια συγκεκριμένη με την έννοια ότι μου αρέσει να την εξελίσσω, να την αλλάζω, να πειραματίζομαι. Θα έλεγα λοιπόν ότι μοιάζει να είναι πολυφωνική. Το μόνο ίσως που επιμένει να εμφανίζεται στη δουλειά μου, που θα μπορούσε να αποτελεί κατά κάποιο τρόπο έναν κόσμο που εμμένει, είναι η ρευστότητα και το φως όπως αυτό διαχέεται στον χώρο. Αυτό το πετυχαίνω κυρίως με το νερό, ένα μέσο που χρησιμοποιώ όταν ζωγραφίζω και που αγαπάω πολύ ως στοιχείο καθώς η χρήση του ή και πέραν της ζωγραφικής, η ιδιότητά του, έχει την ικανότητα να παρασύρει, να μην αφήνει κάτι στάσιμο ή ανεπηρέαστο, να αναγεννά…

Πώς ήρθε η τέχνη στη ζωή σου, ποιο είναι θεωρείς το δικό σου εσωτερικό σημείο εκκίνησης που σε οδήγησε στον πειραματισμό και στην πράξη;
Ξεκίνησα να ζωγραφίζω προτού μάθω να κρατάω το μολύβι για να γράψω όπως όλα τα παιδιά. Η διαφορά είναι ότι δεν σταμάτησα, συνέχισα, και πάντα αυτό που επιθυμούσα βαθιά μέσα μου ήταν να γίνω ζωγράφος. Μεγαλώνοντας και τελειώνοντας το Λύκειο, με τη βοήθεια της καλύτερής μου φίλης έφτιαξα το πορτφόλιό μου και έκανα αίτηση στο FIT στην Αμερική (Fashion Institute of Technology). Η Άλεξ, η φίλη μου, είχε σπουδάσει στην Αγγλία, στο Saint Martins, και είχε τύχει να την επισκεφτώ όταν έκανα την έρευνα για τα πανεπιστήμια. Αυτό με βοήθησε τότε να καταλάβω το εύρος των σπουδών που υπήρχε εκεί και σε συνδυασμό με την πιθανότητα διαμονής μου στο εξωτερικό ήταν κάτι που με ενθουσίασε. Έτσι λοιπόν, βρέθηκα να φοιτώ στο FIT, ολοκληρώνοντας τις σπουδές μου στη Φλωρεντία και στη Νέα Υόρκη με κατεύθυνση την εικονογράφηση και το Fashion Design. Η εμπειρία μου εκεί, με βοήθησε να μάθω να μην περιορίζω τον εαυτό μου δημιουργικά, ενώ ταυτόχρονα μου έδωσε την ευκαιρία να βρεθώ σε δυο μητροπόλεις της τέχνης και να έχω άμεση πρόσβαση στα έργα επισκεπτόμενη τα μουσεία, τις εκκλησίες και τους καθεδρικούς στην Ιταλία, τις σημαντικές εκθέσεις που γίνονταν. Αυτά όλα, μαζί με τη συναναστροφή μου με άλλους ανθρώπους από όλα τα μέρη της γης και την επαφή μου και με τη δική τους δουλειά, νομίζω αποτέλεσε τη βάση, την εκκίνηση.


Στη ζωγραφική, είχες δάσκαλο τον Γιώργο Ρόρρη. Τι ξεχωρίζεις, τι έχεις κρατήσει από τη μαθητεία σου μαζί του;
Η μαθητεία μου στον Γ. Ρόρρη ήταν μια εξαετής περίοδος απόλυτης αφοσίωσης στη ζωγραφική, κυρίως παραστατικής, σχεδόν αποκλειστικά με λάδια. Ως ένας σπουδαίος ζωγράφος ο ίδιος, με φοβερή αντίληψη για την τέχνη της ζωγραφικής, ισχυρό πνεύμα και βαθιά καλλιέργεια αλλά κυρίως με μια διαφορετική προσέγγιση πώς αυτή γίνεται επί της ουσίας, μου πρόσφερε γενναιόδωρα μέσω της διδασκαλίας του όλη τη γνώση που είχε, με μια τέτοια μανία θα έλεγα, που μαζί με την αγάπη και τον σεβασμό που τρέφει για τον άνθρωπο με οδήγησαν πολύ μακριά σε μονοπάτια και κόσμους της ζωγραφικής που δεν ήξερα. Αυτό που πάντα σκέφτομαι είναι τα ταξίδια που κάναμε κάθε καλοκαίρι, σε διαφορετική χώρα κάθε φορά, για να επισκεφθούμε τα μουσεία, να μελετάμε τα έργα από κοντά, καθότι αυτός είναι νομίζω ο καλύτερος τρόπος να καταλάβεις τι πραγματικά γίνεται. Η χαρά και ο ενθουσιασμός του Γιώργου (μιλούσαμε μεταξύ μας όλοι στον ενικό) ήταν μεταδοτικές. Μπαίναμε το πρωί και φεύγαμε τελευταίοι. Χωρίς κούραση, μόνο με μια έκσταση και ένα βλέμμα, σαν αυτό των παιδιών, που ονειρεύονται ξύπνια και περπατάνε με τρόπο τέτοιον σαν να έχουν μια μικρή απόκλιση από τον κόσμο αυτό.

Μίλησέ μου για τα έργα της έκθεσης Super Paradise, μπορείς να μοιραστείς την ιστορία κατά τη διαδικασία της δημιουργίας τους;
Τα έργα της έκθεσης αυτής είναι κυρίως πάνω σε χαρτί, δουλεμένα με διάφορα υλικά, ακρυλικά, σκόνες, ενώ δεν έχω χρησιμοποιήσει καθόλου πινέλο, παρά μόνο κουτάλια και σφουγγάρια ως εργαλεία, ποτήρια και vaporizateur. Εργάζομαι έχοντας την επιφάνεια του χαρτιού ή του καμβά στο δάπεδο. Όπως δείχνουν και οι τίτλοι τους, που δεν έχουν δοθεί τυχαία καθώς είναι μέρος του έργου και της ιστορίας του τρόπου δημιουργίας τους, αποτελούν για εμένα έναν κόσμο μέσα στον οποίο αφέθηκα ελεύθερη. Με ενδιέφερε η ένταση, η εξάντληση όσο αυτό ήταν εφικτό των δυνατοτήτων των υλικών, η αίσθηση της εξάλειψης της βαρύτητας στον χώρο ακόμα και όταν το έργο «σφύζει» από υλικά. Επίσης εμπεριέχουν έντονα το στοιχείο της καταστροφής, του αφανισμού και της αναγέννησης της εικόνας. Και υπάρχει πάντα και η ποίηση, που όπως προανέφερα, με επηρεάζει πολύ στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι σχεδόν τα πάντα. Το έργο με τίτλο Love me είχε στον πυρήνα του ονόματός του έναν στίχο από το Paradise Lost του John Milton, όπου εκεί η Εύα, προδίδοντας ίσως και τις πραγματικές της προθέσεις για την παραβίαση των κανόνων και την τελική ρήξη με τους όρους για την παραμονή της στον Παράδεισο, λέει αφότου έχει δαγκώσει το μήλο: “And render me more equal, and perhaps, / A thing not undesirable, sometime / Superior; for inferior who is free?”. Αυτή η συνειδητοποίηση, αυτή η απόφαση να υπερβεί τις απαγορεύσεις, διεκδικώντας ακόμα και την ανωτερότητα, αυτή η επιθυμία, φανερώθηκε σε μένα μέσα από μια δέσμη φωτός, στο έργο με τίτλο Love me. Όπως ο έρωτας που φανερώνεται ξαφνικά διεκδικώντας τα πάντα, εύλογα ή μη, σίγουρα όμως καθοριστικά. Και κάπως έτσι πολλές φορές είναι και αυτός ένας τρόπος που καταλαβαίνω ότι ένα έργο έχει τελειώσει.

