Συναντήσαμε τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Φεστιβάλ της Αβινιόν, Tiago Rodrigues στο ψηφιακό δημοσιογραφικό τραπέζι που διοργάνωσε η Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, με αφορμή το εκτενές αφιέρωμα της φετινής επετειακής χρονιάς του πολιτιστικού οργανισμού στον σπουδαίο δημιουργό. Συζητήσαμε μαζί του ξεκινώντας από τα δύο του έργα που θα έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στη Στέγη σε λίγες ημέρες. Το Βy Heart που φιλοξένησε η Στέγη το 2016, και το H Απόσταση -τη νέα του δημιουργία- τα συνδέει μια συγκινητική συνθήκη: αποτελούν την πρώτη και την τελευταία του -μέχρι σήμερα- σκηνική κατάθεση μέσα στα χρόνια της καλλιτεχνικής του πορείας.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, επίσης, φαντάζει η δυνατότητα να τον γνωρίσουμε ακόμη καλύτερα, αφού θα πραγματοποιήσει Masterclass  με τίτλο «Η Κουζίνα»| το Σάββατο 9 Μαΐου, 11:00 -14:00 στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

BY HEART Texte, mise en scene et interpretation Tiago Rodrigues, Texte avec extraits et citations de William Shakespeare, Ray Bradbury, George Steiner et Joseph Brodsky, Traduction Thomas Resendes, Traduction du sonnet de William Shakespeare Francoise Morvan, Scenographie, costumes et accessoires Magda Bizarro.

Βy Heart

Η παράξενα τρυφερή και παράδοξα επαναστατική παράσταση Βy Heart έκανε πρεμιέρα στις 20 Νοεμβρίου 2013, στο Teatro Maria Matos στη Λισαβόνα της Πορτογαλίας. Το κείμενο το έχει γράψει ο ίδιος ο δημιουργός συνυφαίνοντάς το με αποσπάσματα από τους Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Ρέι Μπράντμπερι, Τζορτζ Στάινερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι.

Έχει δύναμη ένα ποίημα να αλλάξει τον κόσμο; Μπορεί οι λέξεις να μετατραπούν σε μια επαναστατική υπερδύναμη του καλού; Ένα ποίημα, 10 θεατές-εθελοντές επί σκηνής διαρρηγνύοντας τη σχέση ηθοποιού-θεατών θα δεχθούν να απομνημονεύσουν  ένα ποίημα  διδαγμένο από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του φεστιβάλ της Αβινιόν, συγγραφέα, σκηνοθέτη και ηθοποιό Tiago Rodrigues.

 H Απόσταση

Η τελευταία δημιουργία του θεατράνθρωπου είναι ένα αλληγορικό παραστασιακό παραμύθι από το (δυστοπικό) μέλλον τής υπό αφανισμό ανθρωπότητας. Μεταφερόμαστε στο μέλλον. Βρισκόμαστε στο 2077 μ.Χ. Οι συνθήκες διαβίωσης στον πλανήτη Γη είναι πλέον επισφαλείς: οικονομική κρίση, κλιματική κρίση, ελλείμματα δημοκρατίας. Αναζητώντας ένα πιο υγιές και ασφαλές μέλλον ένα κομμάτι του ανθρώπινου πληθυσμού – νεαρής κυρίως ηλικίας – θα βρει καταφύγιο στον πλανήτη Άρη. Παραμένοντας στη Γη, ένας πατέρας προσπαθεί να διατηρήσει τη σχέση του με την κόρη του που έχει πάει στον Κόκκινο Πλανήτη. Μια σκηνική σπουδή στην έννοια της απόστασης. Την κυριολεκτική, τη συναισθηματική, τη συμβολική. Αυτή που δημιουργείται ανάμεσα στις γενιές. Ένας πατέρας και μια κόρη. Δύο κόσμοι άρρηκτα συνδεδεμένοι και ταυτόχρονα διαχωρισμένοι. Μετέωροι. Αντιμέτωποι με έναν κόσμο σε αναταραχή.

BY HEART Texte, mise en scene et interpretation Tiago Rodrigues, Texte avec extraits et citations de William Shakespeare, Ray Bradbury, George Steiner et Joseph Brodsky, Traduction Thomas Resendes, Traduction du sonnet de William Shakespeare Francoise Morvan, Scenographie, costumes et accessoires Magda Bizarro.

Βαθύς, στοχαστικός, χαμογελαστός, με οξύ νου αλλά και θαυμαστή απλότητα, ο Tiago Rodrigues δημιουργεί τη σπάνια αίσθηση της ζεστής οικειότητας ακόμα και μέσα από την ψυχρή ψηφιακή συνθήκη. Παρά το εξαιρετικά βεβαρυμμένο πρόγραμμά του, μας διέθεσε το χρόνο του με γενναιοδωρία και ενθουσιασμό. Απάντησε σε ένα σύνθετο πλέγμα ερωτήσεων με συναίσθηση επίγνωσης, αφοπλιστική ειλικρίνεια, και δυναμικό δημοκρατικό φρόνημα:

Η παράσταση “By Heart” διαρρηγνύει τα όρια μεταξύ θεατών και ερμηνευτή. Πώς αυτή η συνθήκη στη σκηνή αναδιαμορφώνει την ιδέα της αφήγησης; 

Δεν είναι αυτή η διαδικασία με την οποία δουλεύω συνήθως. Αντίθετα, θα έλεγα ότι ήταν μάλλον καινούργια για μένα, αλλά με βοήθησε να αποκαλύψω αυτό που νομίζω ότι συμβαίνει πάντα στο θέατρο, αλλά  με έναν αόρατο τρόπο. Και αυτό είναι η επικοινωνία των θεατών με τη σκηνή. Και επειδή αποφάσισα να ασχοληθώ με την έννοια της απομνημόνευσης, ήθελα να προτείνω έναν σκηνικό τρόπο όπου αυτή η επικοινωνία θεατών και σκηνής θα ήταν έκδηλη. Δεν πιστεύω ότι όλοι οι θεατές που πηγαίνουν στο θέατρο μαθαίνουν αποσπάσματα του κειμένου απέξω, αλλά  σίγουρα παίρνουν κάτι μαζί τους. Και αυτή είναι μια μορφή διατήρησης της μνήμης μιας παράστασης.

Έτσι, εμπνεύστηκα από την ιστορία της Ναντιέζντα Μαντελστάμ της συζύγου του Ρώσου ποιητή Όσιπ Μαντελστάμ, του οποίου κατέστρεψαν όλα του τα βιβλία όταν εκείνος φυλακίστηκε και τελικά και πέθανε σε ένα από τα Γκουλάγκ του Στάλιν. Εκείνη γνωρίζοντας πολλά από τα ποιήματά του απέξω, αποφάσισε να τα διδάξει σε άλλους ανθρώπους. Προσκαλούσε ανθρώπους στο σπίτι της και δίδασκε αυτά τα ποιήματα. Σε 10 άτομα κάθε φορά. Αργότερα, τα ποιήματά του επανεκδόθηκαν χάρη στην απομνημόνευσή τους από την Ναντιέζντα Μαντελστάμ και από αυτούς τους ανθρώπους που είχε διδάξει. Χάρη σε αυτούς πολλά ποιήματα ανακτήθηκαν και υπάρχουν μέχρι σήμερα. Σκέφτηκα ότι αυτή ήταν μια όμορφη εικόνα, τόσο θεατρική, τόσο πολιτική, αλλά και τόσο μα τόσο εύστοχη, για αυτό που νομίζω ότι συμβαίνει στο θέατρο. Προσπαθούμε, ξέρετε, να μεταδώσουμε κάτι που μας μεταδόθηκε. Ακόμα και όταν γράφουμε εμείς οι ίδιοι το κείμενο. Αλλά το σημαντικό είναι οι ιστορίες που μεταφέρουμε.

Έτσι, το να προσκαλούμε ανθρώπους στη σκηνή επέτρεψε αυτή την εικόνα και επέτρεψε στην παράσταση να μετατραπεί σε ένα πείραμα. Ένα πείραμα στην προσπάθεια να παράγουμε μαζί μνήμη. Και επίσης, ήταν μια σπουδή στο τι συμβαίνει όταν κάποιος απομνημονεύει κάτι. Κάτι που στην αρχή είναι έξω από εκείνον. Για παράδειγμα, προσπαθείς να μάθεις ένα ποίημα του Καβάφη. Στην αρχή, ανήκει στον Καβάφη. Στο τέλος, όμως, ανήκει σε εσένα. Και, αυτό δεν είναι μια μορφή ασέβειας προς τους ποιητές. Αντιθέτως, νομίζω ότι είναι μια μορφή αγάπης προς αυτούς. Αλλά τώρα έγινε δικό σου. Και έχει να κάνει με αυτό που ανακάλυψες σε αυτό το ποίημα. Το ότι το ξέρεις πλέον απέξω. Όπως και αυτό που αισθάνεσαι όταν το λες δυνατά, σχεδόν σαν ηθοποιός. Αν λοιπόν όλα πήγαν καλά σε μια παράσταση και λες «να είσαι ή να μην είσαι» στο κείμενο του Άμλετ, το λες πλέον «εσύ». Δεν είναι πια του Σαίξπηρ. Ο Σαίξπηρ στο μετέδωσε. Έτσι, με κάποιο τρόπο ήθελα το κοινό να το βιώσει αυτό. Να μπορέσουν, δηλαδή, οι θεατές να περάσουν από αυτή τη διαδικασία, να αρχίσουν να μαθαίνουν κάτι που δεν τους ανήκει, και σε ένα συγκεκριμένο σημείο, να αποτελέσουν μια κοινότητα και να αναλάβουν την ευθύνη αυτού του κειμένου και να το πουν στο τέλος.

Για να συμβεί αυτό, λοιπόν, υπάρχουν μερικοί κανόνες. Προσκαλώ τους ανθρώπους στη σκηνή. Προσπαθώ να είναι μια ευχάριστη, άνετη, ενδιαφέρουσα στιγμή για αυτούς. Προσπαθώ να μην τους χειραγωγώ. Και πάνω απ’ όλα, υπόσχομαι ότι το έργο είναι εύπλαστο στην παρουσία τους. Προσπαθώ να το διατηρήσω έτσι. Και αυτό μου επιτρέπει να μπορώ ακόμα να ερμηνεύω αυτό το έργο και να μου αρέσει. Να το ερμηνεύω δεκατρία χρόνια μετά αφού το εμπνεύστηκα για πρώτη φορά. Επειδή κάθε φορά είναι δέκα διαφορετικοί άνθρωποι, δέκα διαφορετικές προσωπικότητες, γι’ αυτό μετατρέπεται σε μια πραγματική εμπειρία. Έτσι το έργο είναι πάντα καινούργιο, είναι πάντα μια νέα συνάντηση. Είναι μια καινούρια αποκάλυψη. Έχω αυτό το συναίσθημα, μέσα από την καρδιά μου, κάθε φορά που ανεβαίνει αυτό το έργο. Είναι σαν μια κοιτίδα συνάντησης με ανθρώπους…ανακάλυψης ανθρώπων. Και αν είμαι πραγματικά ανοιχτός, η παράσταση είναι διαφορετική κάθε φορά, ακόμα κι αν διατηρεί τους ίδιους όρους του σκηνικού πειράματος.

BY HEART Texte, mise en scene et interpretation Tiago Rodrigues, Texte avec extraits et citations de William Shakespeare, Ray Bradbury, George Steiner et Joseph Brodsky, Traduction Thomas Resendes, Traduction du sonnet de William Shakespeare Francoise Morvan, Scenographie, costumes et accessoires Magda Bizarro.

Πιστεύετε ότι η διαδικασία της απομνημόνευσης μπορεί να λειτουργήσει ως μια πράξη αντίστασης στις μέρες μας;

Θεωρώ ότι  δεν είναι το πιο σημαντικό εργαλείο αντίστασης. Ωστόσο, μπορεί να λειτουργήσει ως τέτοιο, κάτω από ένα ποιητικό πρίσμα. Έχουμε πολλές ιστορίες στον 20ο αιώνα, είτε σε Γκουλάγκ, είτε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου η απομνημόνευση θεατρικών έργων, ποιημάτων, βιβλίων, έργων ζωγραφικής λειτούργησε ως εργαλείο αντίστασης. Υπάρχει αυτή η όμορφη ιστορία αυτών των δύο ανδρών που διατήρησαν την ψυχική τους υγεία σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, επειδή περιέγραφαν από μνήμης ο ένας στον άλλον πίνακες του Λούβρου. Έτσι, δημιούργησαν στον νου τους ένα φανταστικό Λούβρο και πάντα μοιράζονταν ο ένας με τον άλλον τους πίνακες που μπορούσαν να θυμηθούν. Ή -για  παράδειγμα- η Σαρλότ Ντελμπό που έπαιξε Μολιέρο σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, σκηνοθετημένο από μνήμης. Ήξερε σχεδόν όλα τα έργα του απέξω. Νομίζω ότι ήταν ο Δον Ζουάν, που έστησε στο Άουσβιτς, από μνήμης. Όταν απελευθερώθηκε, τότε συνειδητοποίησε ότι η εκδοχή της ήταν αρκετά διαφορετική από την πρωτότυπη, ωστόσο κατάφερε τον στόχο της.

Επομένως ναι, σε προσωπικό επίπεδο, θεωρώ ότι μπορεί να γίνει… Μπορεί να γίνει ένας τρόπος επιβίωσης, που είναι και ένας τρόπος αντίστασης. Είναι ένας τρόπος να έχεις κάτι που κανείς δεν μπορεί να σου το στερήσει όσο είσαι ζωντανός. Γιατί το να είσαι ζωντανός είναι κάτι, ξέρετε, που μπορούν να σου το στερήσουν. Ο George Steiner λέει -και το αναφέρω και στην παράσταση-  «Έχουμε μάθει ότι μπορούν να μας στερήσουν τις οικογένειές μας, τα σπίτια μας, τα μέσα διαβίωσής μας, αλλά υπάρχουν πράγματα που κρατάμε μέσα μας που δεν μπορούν να μας τα στερήσουν». Το βλέπω, λοιπόν, αυτό ως μορφή αντίστασης, αλλά κυρίως ως μορφή  έμπνευσης. Έτσι, για μένα, είναι επίσης μια μεταφορά για την απίστευτη δύναμη των λέξεων και των ιδεών, όταν απειλείται η ελευθερία μας.

Η πίστη μας στην ελευθερία μπορεί να είναι μέσο αντίστασης ακόμη και σε μια δικτατορία. Έτσι, αυτή είναι η βασική ιδέα ότι η απομνημόνευση σημαίνει να διατηρείς τις ιδέες σου και την ελευθερία σου, ακόμα κι αν δεν μπορείς να τις εκφράσεις επειδή σου απαγορεύεται. Και αισθάνομαι ότι αυτό εξακολουθεί να ισχύει. Αυτό είναι πηγή έμπνευσης για μένα και εξακολουθεί να ζει σε πολλές στιγμές μέσα στην καρδιά μου. Και στην περίπτωση της γιαγιάς μου, η οποία είναι μία από τις ιστορίες που βρίσκονται στο επίκεντρο αυτού του έργου, ήταν επίσης ένας τρόπος αντίστασης στο γήρας, που είναι μια άλλη μορφή δικτατορίας, όπως και ο θάνατος και η γήρανση και η τύφλωση. Αυτή είναι η δικτατορία της βιολογίας, ας πούμε. Και η αποστήθιση είναι επίσης ένας τρόπος αντίστασης ή αντιμετώπισης. Ναι, απολύτως. Ωστόσο δεν θα τολμούσα να πω σε έναν νέο άνθρωπο από μια χώρα, όπου η δημοκρατία απειλείται ότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει είναι να απομνημονεύσει. Νομίζω ότι υπάρχουν άλλοι τρόποι να αγωνιστεί κανείς για τη δημοκρατία που είναι πιθανώς πιο αποτελεσματικοί, αλλά θα πρόσθετα πάντα ότι η αποστήθιση μπορεί να είναι ο τρόπος επιβίωσης ακόμα και αν χαθούν πολλές μάχες. Και ιστορικά ήταν ένας τρόπος να διατηρείται ζωντανή η φλόγα.

LA DISTANCE Texte et mise en scene Tiago Rodrigues Avec Alison Dechamps, Adama Diop Traduction Thomas Resendes Traduction pour le surtitrage Daniel Hahn (anglais) Scenographie Fernando Ribeiro Costumes Jose Antonio Tenente Lumiere Rui Monteiro Musique et son Pedro Costa Collaboration artistique Sophie Bricaire Assistanat a la mise en scene Andre Pato Stagiaire a la mise en scene Thomas Medioni

Ως καλλιτέχνης με ισχυρή πολιτική φωνή, πώς αντιμετωπίζετε τη σιωπή των Ευρωπαίων ηγετών, ενώ η πολιτική του Τραμπ και η ιμπεριαλιστική πολιτική γενικότερα κατακτά ολόκληρο τον κόσμο και την καθημερινότητά μας;

Αναρωτιέμαι πριν από την ιμπεριαλιστική πολιτική για την οποία μιλάτε ποια ήταν η άλλη πολιτική; Η πολιτική του Τραμπ! Έχω την τάση να μην αντιλαμβάνομαι καν το όνομά του με την πρώτη! Νομίζω είναι μια σχεδόν βιολογική απώθηση… Πιστεύω, όμως ότι όσον αφορά τους ηγέτες, το ζήτημα δεν εδράζεται μόνο στην Ευρώπη. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι η πλειοψηφία των Ευρωπαίων ηγετών -αν μιλάμε για πρωθυπουργούς και προέδρους-, πίστευαν και εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορούν να ξεγελάσουν όχι μόνο τον Τραμπ, αλλά και τη σύγχρονη ολιγαρχία και τον αυταρχισμό, και τους ηγέτες της ακροδεξιάς.

Ωστόσο, σε πολλές χώρες βρίσκονται στην εξουσία λαϊκιστές ηγέτες και, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι είναι μια διεθνής αυταρχική πολιτική. Δεν πρέπει να ξεχνάμε χώρες, όπως η Ρωσία ή η Κίνα και τον τρόπο με τον οποίον αλλάζει ριζικά ο κόσμος γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά. Νομίζω, λοιπόν, ότι πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες πίστευαν ότι θα μπορούσαν να  ξεγελάσουν τον Τραμπ ή να καταλήξουν σε μια συμφωνία μαζί του ή ακόμα και να βρουν μια λύση χωρίς να τον αντιμετωπίσουν, ειδικά στον τομέα των αξιών. Νομίζω, όμως, ότι αυτό μας δείχνει την παρανόηση σχετικά με το ποια θα έπρεπε να είναι η βάση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Αυτό που θα έπρεπε να εξακολουθεί να αποτελεί μια κοινή συμφωνία μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών. Ωστόσο, πιστεύω ότι υπάρχουν φωνές ακόμη και στις κυβερνήσεις, ακόμα και στη θεσμική ηγεσία σε ορισμένες χώρες που είναι αρκετά γενναίες για να ξεκινήσουν τη συζήτηση. Όμως δεν βρίσκονται όλοι αυτοί  οι πολιτικοί ηγέτες στην εξουσία. Υπάρχουν αρκετοί που βρίσκονται, στην αντιπολίτευση. Και νομίζω ότι έχει ξεκινήσει μια ουσιαστική συζήτηση στην Ευρώπη. Και πιστεύω ότι αυτή η συζήτηση θα πρέπει να επεκταθεί και στον τομέα των αξιών. Διαφορετικά, αν οι αρχές, οι αξίες και οι έννοιες δεν βρίσκονται στην καρδιά των δημοκρατιών, τότε κινδυνεύουν να εκποιηθούν και να μετατραπούν σε κάτι άλλο.

Θα πρέπει αυτή η συζήτηση να αφορά τις ελευθερίες, τα δικαιώματα και τις αξίες και την ουσία του τι είναι δημοκρατία και τις δημόσιες υπηρεσίες που συνοδεύουν τη δημοκρατία και όχι τόσο το πώς θα επιβιώσουμε οικονομικά περιτριγυρισμένοι από μια γιγάντια τυραννία, κάτι που αποτελεί τάση στις μέρες μας. Έτσι, φυσικά, υπ’ αυτήν την έννοια, επικεντρωνόμαστε πολύ στην κυβέρνηση Τραμπ, επειδή με μεγαλύτερη ή μικρότερη δυσκολία, συχνά η Ευρώπη μπορούσε να ξεκινήσει διάλογο με τις Ηνωμένες Πολιτείες για να μιλήσει για τον κόσμο. Το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή είναι αδύνατο να γίνει διάλογος με την πολιτική διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών αλλάζει τα δεδομένα για την Ευρώπη.

Όμως αυτή η κατάσταση αποτελεί και μια ευκαιρία να αναλογιστούμε σε βάθος το ευρωπαϊκό εγχείρημα και να συζητήσουμε για τις ιδεολογίες. Τι είναι αυτό που θα μπορούσε να ενώσει χώρες που είναι, ξέρετε, πολύ διαφορετικές, αλλά που τις περισσότερες φορές ήθελαν να συμπορευτούν σε μια κοινή ιδέα δημοκρατίας και ειρήνης;

Πραγματικά είναι άκρως ανησυχητικός ο τρόπος με τον οποίο πολλές ευρωπαϊκές χώρες ασχολούνται με τον επανεξοπλισμό τους εις βάρος,- για παράδειγμα, του πολιτισμού- ή της υγείας ή της εκπαίδευσης. Μου αρέσει να επιστρέφω πάντα σε αυτή την ιστορία που λέγεται για τον Τσώρτσιλ, η οποία δεν ξέρω αν είναι αληθινή  αλλά παρ’ όλα αυτά μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα. Η ιστορία λέει ότι κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ρωτήθηκε ο Τσώρτσιλ, γιατί ενώ μείωσε πολλές δημόσιες παροχές προς όφελος των αναγκών του πολέμου, ποτέ δεν προχώρησε σε καμία περικοπή δαπανών που να αφορά τον πολιτισμό. Και εκείνος απάντησε: «Τότε για τι πολεμάμε;».

LA DISTANCE Texte et mise en scene Tiago Rodrigues Avec Alison Dechamps, Adama Diop Traduction Thomas Resendes Traduction pour le surtitrage Daniel Hahn (anglais) Scenographie Fernando Ribeiro Costumes Jose Antonio Tenente Lumiere Rui Monteiro Musique et son Pedro Costa Collaboration artistique Sophie Bricaire Assistanat a la mise en scene Andre Pato Stagiaire a la mise en scene Thomas Medioni

Το La distance επεκτείνει την οικειότητα ανάμεσα στους πλανήτες. Το Βy Ηeart μετατρέπει τη μνήμη σε στρατηγική επιβίωσης. Η Ευρώπη, εν τω μεταξύ και ολόκληρος ο κόσμος νιώθει σαν να παρασύρεται ιστορικά, πολιτικά, συναισθηματικά. Είναι ακόμα ικανό το θέατρο να συγκρατήσει μια κοινή μνήμη ή έχει υποχωρήσει σε κάτι πιο ιδιωτικό, πιο απομονωμένο, σχεδόν συνένοχο στον κατακερματισμό; Τι σημαίνει να είσαι καλλιτέχνης σήμερα, όταν ακόμη και οι πιο ριζοσπαστικές χειρονομίες απορροφώνται γρήγορα, αισθητικοποιούνται και αναδιανέμονται από τα ίδια τα συστήματα που επιδιώκουν να αμφισβητήσουν;

Αυτά είναι πολλά ερωτήματα διατυπωμένα σαν ένα, αλλά, ναι, θα απαντούσα ότι νομίζω ότι το θέατρο διατηρεί τη δύναμη της συλλογικής εμπειρίας. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να συγχέουμε αυτή τη συλλογική δύναμη με τον αριθμό των ανθρώπων που έχουν πρόσβαση σε αυτήν. Αυτό είναι συχνά κάτι που τροφοδοτεί ένα είδος απαισιοδοξίας σχετικά με τη σημασία του θεάτρου, και το ποσοστό των ανθρώπων που τους αγγίζει το θέατρο. Αλλά όπως γνωρίζουμε πολύ καλά, επειδή ζούμε σε έναν κόσμο που όλα ποσοτικοποιούνται όλο και περισσότερο η ποσότητα δεν σχετίζεται με το βάθος και την ποιότητα των εμπειριών μας. Έτσι, ο αριθμός των ανθρώπων που εμπλέκονται σε μια εμπειρία δεν μεταφράζει την πολιτική, κοινωνική, οικονομική της σημασία στην κοινωνία, και σίγουρα όχι την πολιτιστική της σημασία.

Πιστεύω ότι η συλλογική δύναμη τριακοσίων ατόμων σε μια αίθουσα θεάτρου έχει πολύ μεγαλύτερη απήχηση στην κοινωνία από τη συλλογική δύναμη χιλίων ή πέντε χιλιάδων likes σε μία ανάρτηση ή σε ένα βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αλλά οι άνθρωποι που πηγαίνουν στο θέατρο ή που πηγαίνουν σε έναν χώρο παραστατικών τεχνών ή σε μια γκαλερί ή σε ένα μουσείο, συχνά ξοδεύουν τα χρήματά τους και τον χρόνο τους για να έχουν πρόσβαση σε κάτι, διακινδυνεύοντας να μην τους αρέσει. Επιδιώκουν μια εμπειρία. Μια συλλογική εμπειρία. Έτσι, η δική σας διαθεσιμότητα αυτή τη στιγμή, το δικό σας άνοιγμά σε αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Ψάχνετε για κάτι που ακόμα δεν ξέρετε τι είναι, αλλά το ψάχνετε ήδη. Έτσι, όλοι μας, επιλέξαμε να συμμετάσχουμε συλλογικά σε ένα μυστήριο. Και αυτό είναι καθοριστικά πολύτιμο για την κοινωνία μας σήμερα.

Αυτό είναι ένα κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας που είναι απαραίτητο. Είναι εκείνο το κομμάτι που μας κάνει να έχουμε νέες ιδέες. Να καινοτομούμε, να προοδεύουμε, να αμφισβητούμε τον εαυτό μας. Ξέρετε, αυτό είναι φιλοσοφία, αλλά μεταφράζεται σε ανθρώπινη εμπειρία και επαφή με τις τέχνες. Είναι η αιώνια περιέργειά μας. Αυτό, νομίζω, ότι ασκείται πολύ περισσότερο με μια πολιτική συλλογική δύναμη στο θέατρο, επειδή δεν το κάνουμε απλώς με ένα βιβλίο ή ψάχνοντας στο διαδίκτυο. Ξοδεύουμε τον χρόνο και τα χρήματά μας για να περιβαλλόμαστε από ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε και για να δούμε κάτι που ακόμα παραμένει άγνωστο. Και αυτή η δυνατότητα, πιστεύω, πρέπει να είναι πιο προσιτή, σε πολύ περισσότερους ανθρώπους και σε ένα πιο ποικιλόμορφο κομμάτι της κοινωνίας. Και αυτή είναι μια συλλογική δέσμευση. Γι’ αυτό, ξέρετε, η υπεράσπιση του πολιτισμού σε μια κοινωνία είναι σημαντική.

Και φυσικά, όσους ανθρώπους έχει αγγίξει ο πολιτισμός και οι τέχνες είναι οι πρώτοι που τον υπερασπίζονται. Είμαι λοιπόν απολύτως βέβαιος ότι αυτή η περιέργεια της ανθρωπότητας είναι πολύ πιο ισχυρή από την κατανάλωση αυτού που ήδη γνωρίζουμε. Και όταν αυτή η περιέργεια ασκείται συλλογικά, όπως στην περίπτωση του θεάτρου, τότε το βάθος αυτού που συμβαίνει, τόσο σε προσωπικό αλλά και πολιτικό επίπεδο, είναι ισχυρότερο. Και τότε δεν πρόκειται μόνο για την ποσότητα, πρόκειται κυρίως για την ποιότητα. Και, ναι, θα προτιμούσα να αγγίξω τις ζωές τριακοσίων ανθρώπων παρά να είμαι ένα προϊόν που καταναλώνεται από τρεις χιλιάδες.

Αισθάνομαι ότι το πρώτό σας έργο το “By Heart” με το τελευταίο το “La Distance” παρόλο που δεν έχουν καμία αισθητική ή θεματική συγγένεια σε πρώτο επίπεδο ενώνονται με ένα αόορατο νήμα: το πρώτο μιλά για έναν αγαπημένο πρόγονο (τη γιαγιά σας) και το δεύτερο για έναν αγαπημένο απόγονο (μία κόρη). Μιλούν δηλαδή και τα δύο για τη ροή της ζωής. Νιώθω ότι και στα δύο είστε ο ενδιάμεσος ανάμεσα στις δύο αυτές γενιές. Αν θέλετε μιλήστε μας για το πώς σας διαμόρφωσαν τα χρόνια που μεσολάβησαν από το ένα έργο στο άλλο ως δημιουργό, πολίτη, πατέρα.

Από τότε που δημιούργησα το έργο το περασμένο καλοκαίρι, πολλοί άνθρωποι έχουν παρατηρήσει σύνδεση μεταξύ του La Distance και του By Heart, αλλά κυρίως μέσω της θεματικής της μνήμης, ή του οικείου σε συνδυασμό με την πολιτική, αλλά όχι σε σχέση με το θέμα των γενεών. Για μένα υπάρχει πραγματικά η σύνδεση που αναφέρετε, με τον τρόπο που σχετίζομαι με τη ζωή. Όταν έκανα το “By Heart”, ήμουν ένας νεαρός πατέρας ενός πολύ μικρού κοριτσιού, και η γιαγιά μου βρισκόταν ακόμα στη ζωή. Έτσι, ένιωθα ακόμα σαν αποδέκτης ιστοριών αγάπης. Σήμερα, οι δύο χαρακτήρες που είναι παρόντες στην καρδιά μου, η γιαγιά μου, η οποία είναι ο κεντρικός χαρακτήρας, αλλά και ο πατέρας μου, ο οποίος είναι επίσης παρών με κάποιο τρόπο στο έργο, δεν είναι πια ζωντανοί. Σήμερα νιώθω πολύ περισσότερο σαν να είμαι αυτός που οφείλω να προσφέρω στη νεότερη γενιά. Επίσης, ως καλλιτέχνης, νομίζω ότι άλλαξα πολύ.

Όταν έκανα το “By Heart”, είχα την ομάδα μου. Υπήρχε τότε ήδη δέκα χρόνια. Αλλά ακόμα πάλευα να βρω έναν τρόπο να κάνω θέατρο στην Πορτογαλία. Σήμερα, αφού έχω υπάρξει καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θέατρου στην Πορτογαλία και μετά του Φεστιβάλ της Αβινιόν είχα το προνόμιο αλλά και την ευκαιρία να δουλέψω σε πολλές χώρες και σε μεγάλους θεατρικούς οργανισμούς, παράγοντας έργα όπως έκανα με τον «Χορό των Εραστών» στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση. Και αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε μια  προνομιούχα θέση. Και για αυτό νομίζω ότι είναι πιο εύκολο να είσαι γενναιόδωρος όταν μπορείς να επιλέξεις τι θα κάνεις.

Και αργότερα δεν χρειαζόταν να αγωνίζομαι τόσο για να έχω την ευκαιρία να δουλέψω. Αλλά ακόμα και τώρα είμαι πραγματικά πρόθυμος να δουλέψω. Είμαι πολύ «πεινασμένος». Θέλω να κάνω και άλλα έργα. Ωστόσο πλέον η προτεραιότητά μου είναι να μοιράζομαι την εμπειρία μου με άλλους δημιουργούς και να προσπαθώ να συνεισφέρω, να βοηθάω ώστε άλλοι δημιουργοί να πραγματοποιούν τις δικές τους ιστορίες παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να κάνουν θέατρο.

Όσον αφορά τη ζωή μου, τώρα η κόρη μου είναι εικοσιτεσσάρων ετών και δεν μένει πια στο σπίτι. Και αυτό είναι μια μεγάλη αλλαγή. Και είμαι σίγουρος ότι από μια πλευρά το La Distance είναι το έναυσμα να διαχειριστώ το ποιος είμαι αυτή τη στιγμή, ποιους ανθρώπους έχω γύρω μου και πώς αντιμετωπίζω τη ζωή. Έτσι, η ιδέα του πώς μπορείς να συμβάλλεις στον δρόμο- που, για παράδειγμα- μπορεί να ακολουθήσει μια κόρη στη ζωή της, ακόμα περισσότερο πώς μπορείς να συμβάλεις, όταν εκείνη επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο από αυτόν που θα ήθελες να έχει επιλέξει. Και να γνωρίζεις ότι τώρα οφείλεις να της προσφέρεις την ελευθερία που παλιότερα της είχες υποσχεθεί. Αυτό είναι κάτι που οφείλεις να σεβαστείς. Λοιπόν, αυτά είναι κάποια από τα πράγματα που αντιμετώπισα στη ζωή μου και για τα οποία δεν θα μπορούσα να γράψω αν δεν με φόβιζαν και αν δεν είχα καταφέρει να τιθασεύσω αυτούς τους φόβους. Έτσι, σήμερα, είμαι πραγματικά ανήσυχος για το μέλλον και νομίζω ότι το “La Distance” εκφράζει αυτές τις ανησυχίες.

Πιστεύω ότι μπορούμε ακόμα να συμβάλουμε στη διαμόρφωση του κόσμου για τις επόμενες γενιές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το έργο μιλάει για έναν πατέρα και μια κόρη. Και αυτός επίσης είναι ο λόγος για τον οποίο το έργο πραγματοποιείται στο μέλλον. Το θέμα του είναι απαισιόδοξο, σε αντιδιαστολή με την αισιοδοξία που θέλω να διατηρώ στη ζωή. Έτσι προσπαθώ να διοχετεύσω την απαισιοδοξία μου στη σκηνή.

Και, ναι, νομίζω ότι επειδή είμαι σαράντα εννέα ετών, δεν μπορώ πλέον να υποστηρίζω ότι αυτός είναι ο κόσμος που κληρονόμησα. Αυτή τη στιγμή αρχίζω να κατανοώ τα όρια των πραγμάτων που μπορώ να διαμορφώσω στον κόσμο και των πραγμάτων που μπορώ να αλλάξω. Τώρα, όμως, είμαι περισσότερο υπεύθυνος για αυτόν τον κόσμο από ό,τι ήμουν πριν από είκοσι χρόνια. Έτσι αρχίζω να νιώθω υπεύθυνος για τον κόσμο που θα κληρονομήσουν οι επόμενες γενιές. Και αυτό το αίσθημα ευθύνης, προσπαθώ να το μεταφράσω και σε θέατρο…

LA DISTANCE Texte et mise en scene Tiago Rodrigues Avec Alison Dechamps, Adama Diop Traduction Thomas Resendes Traduction pour le surtitrage Daniel Hahn (anglais) Scenographie Fernando Ribeiro Costumes Jose Antonio Tenente Lumiere Rui Monteiro Musique et son Pedro Costa Collaboration artistique Sophie Bricaire Assistanat a la mise en scene Andre Pato Stagiaire a la mise en scene Thomas Medioni

Info:

Ο Tiago Rodrigues επιστρέφει στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση με δύο παραστάσεις, ένα masterclass και μια συζήτηση