Το παρελθόν είναι μονόχρωμο· το μαρτυρούν και οι παλιές φωτογραφίες άλλωστε. Αλλά αν κοιτάξεις έντονα μια παλιά φωτογραφία για αρκετά λεπτά, τότε τα μάτια σου συνηθίζουν και βυθίζεσαι στην εικόνα όσο ο κόσμος της γίνεται η πραγματικότητά σου. Τα χρώματα επιστρέφουν.
Έτσι ξεκινάει και το Butch Cassidy and the Sundance Kid, με ένα χρώμα. Σέπια. Αλλά μετά από λίγα λεπτά τα πάντα γίνονται πολύχρωμα καθώς τα μάτια μας συνηθίζουν στο «παρελθόν» και ανακαλύπτουμε πως η μεγαλύτερη δύναμη της ταινίας είναι η διαχρονικότητά της. Γυρίστηκε τη δεκαετία του ’60 και μιλάει για το 1899, αλλά δεν πρέπει να μας ξεγελά η φήμη της ταινίας και ο θρύλος της. Όσοι μιλούν γι’ αυτήν, συνήθως της προσθέτουν ένα βάρος –το βάρος που προστίθεται σε όλες τις παλιές και σημαντικές ταινίες– αλλά επιτρέψτε μου να σας διαβεβαιώσω πως μόνο βαριά δεν είναι. Είναι ένα buddy-comedy στην Άγρια Δύση και δυστυχώς πολλοί προτιμούν να την παρουσιάζουν γενικευμένα ως ένα ακόμα γουέστερν. Ίσως σε αυτό ευθύνεται η φοβία πως αν αποκαλέσουμε κάτι κωμωδία αυτόματα σημαίνει πως είναι λιγότερο σοβαρό από ένα δράμα και ταυτόχρονα έχει λιγότερη αξία.

Το Butch Cassidy and the Sundance Kid δεν έχει κάποια συγκεκριμένη πλοκή. Δεν πρέπει να σώσουν τον κόσμο, την πριγκίπισσα, ή να καταστρέψουν ένα μαγικό δαχτυλίδι. Η «πλοκή» είναι οι πρωταγωνιστές της, ο Μπουτς και ο Σάντανς, και η μεγάλη τους αντίσταση να προσαρμοστούν στο μέλλον που καλπάζει γοργά ξοπίσω τους. Ο Μπουτς και ο Σάντανς είναι αυτό που θα λέγαμε «έντιμοι ληστές». Δεν είναι δολοφόνοι, δεν είναι βασανιστές, απλά κλέβουν τράπεζες και τρένα με τη συμμορία τους και έχουν ένα τεράστιο χαμόγελο όσο το κάνουν –ο Μπουτς δηλαδή, ο Σάντανς είναι πιο σοβαρός. Μια μέρα ληστεύουν ένα τρένο που δεν έπρεπε να ληστέψουν και έτσι ξεκινάει μια τεράστια καταδίωξη που στέλνει τους χαρακτήρες εκτός χώρας.
Υπάρχει μια σκόπιμη αφέλεια στο έργο, η αφέλεια ενός μικρού παιδιού που κάνει συνεχώς ερωτήσεις και αποκαλύπτει την υποκρισία των μεγαλύτερων που ακολουθούν κανόνες σε έναν κόσμο που ούτε και οι ίδιοι καταλαβαίνουν. Το έργο δεν είναι μια ρεαλιστική αναπαράσταση της ζωής στην Άγρια Δύση, άλλωστε ξεκινάει ενημερώνοντας το κοινό πως «τα περισσότερα απ’ όσα ακολουθούν είναι αλήθεια».
Η καρδιά της ταινίας είναι η σχέση των δύο πρωταγωνιστών που ενσαρκώνουν τέλεια ο Πωλ Νιούμαν και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Ο Μπουτς είναι το μυαλό της παρέας, καταστρώνει σχέδια και ο νους του είναι όλο στα λεφτά. Ο Σάντανς είναι το γρήγορο πιστόλι που διατηρεί έναν αέρα μυστηρίου γύρω του. Η χημεία των δύο ανδρών είναι αποκαλυπτική, τόσο για τον κινηματογράφο του ’60, αλλά και για τον κινηματογράφο του 2025. Έχουμε δει μιμήσεις του στυλ και του ύφους της ταινίας αμέτρητες φορές και συγκεκριμένα μιμήσεις του εξαιρετικού διαλόγου γραμμένο από τον αξεπέραστο Γουίλιαμ Γκόλντμαν ακόμα περισσότερες, αλλά τέτοια χημεία και μαεστρία με τον διάλογο δύσκολα μπορεί να τη μιμηθεί κανείς. Τα αστεία και οι ατάκες διαδέχονται το ένα το άλλο με καταιγιστικό ρυθμό, έναν ρυθμό που σε έναν θεατή του 21ου αιώνα μπορεί να θυμίζει τις απόπειρες μοντέρνων blockbuster να κάνουν χιούμορ και καταλήγουν να χαλάνε την ένταση και την ατμόσφαιρα μιας σκηνής –κάτι που δεν συμβαίνει ποτέ στο Butch Cassidy and the Sundance Kid. Ο Γκόλντμαν ποτέ δεν θυσιάζει την ακεραιότητα μιας σκηνής για ένα φτηνό γέλιο, αντίθετα το χιούμορ είναι ένας μηχανισμός άμυνας των ηρώων για να επιβιώσουν στις αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζουν.

Και μιλάμε για πραγματικά αντίξοες. Ένας επιχειρηματίας, του οποίου τα τρένα ληστεύουν οι πρωταγωνιστές, προσλαμβάνει κυνηγούς για να τους πιάσουν νεκρούς ή ζωντανούς. Το κυνήγι είναι αμείλικτο και οι διώκτες τους φαίνεται σχεδόν να έχουν υπερφυσικές δυνάμεις, καθώς είναι ικανοί να τους κυνηγήσουν στα πέρατα του κόσμου δίχως να χάσουν το ίχνος τους. Όμως, το μόνο που βλέπουμε από αυτούς είναι οι σιλουέτες τους, γιατί ενώ είναι μια φυσική απειλή για τους πρωταγωνιστές, η έλλειψη χαρακτηριστικών υπογραμμίζει τον συμβολισμό που φέρνουν μαζί τους αυτοί οι άγνωστοι κυνηγοί επικηρυγμένων. Είναι το μέλλον, είναι ο νόμος που έρχεται να εξημερώσει την Άγρια Δύση και να βάλει τους πάντες στα κουτάκια που ξέρουμε ότι θα καταλήξουν.
Ενώ όμως ξέρουμε πως η Δύση στο τέλος θα εξημερωθεί, το έργο επιμένει και ρωτάει αν αξίζει το ρίσκο; Η προφανής απάντηση είναι ναι, ειδικά αν κανείς σκεφτεί όλα τα αποτρόπαια εγκλήματα που γινόντουσαν, αλλά ακόμα κι έτσι ο Γουίλιαμ Γκόλντμαν, σε ένα σενάριο γεμάτο μικρές ανατροπές, χρησιμοποιεί την αφέλεια των ηρώων του για να εξερευνήσει το κόστος του νόμου και της «πολιτισμένης» κοινωνίας.
Ο Μπουτς και ο Σάντανς αποφασίζουν να σταματήσουν την παράνομη ζωή και να βρουν μια νόμιμη δουλειά με κανονικό μισθό. Έτσι, γίνονται φύλακες για μια εταιρεία εξόρυξης, όπου η δουλειά τους είναι να προστατεύουν τον υπάλληλο που πάει να παραλάβει τον μισθό των εργαζομένων από τις τράπεζες. Στην επιστροφή, μια συμμορία δολοφονεί τον υπάλληλο και αποπειράται να κλέψει τις εισπράξεις, μα ο Μπουτς και ο Σάντανς βάζουν τέλος στο σχέδιό τους. Σε αυτό το σημείο, πριν αρχίσει το πιστολίδι, ο Μπουτς αποκαλύπτει στον Σάντανς πως δεν έχει ξαναπυροβολήσει άνθρωπο. Τώρα, που απέκτησε νόμιμη δουλειά, ήταν η πρώτη φορά που σκότωσε κάποιον. Το τίμημα για νόμιμη εργασία ήταν η ανθρώπινη ζωή, κάτι που δεν χρειάστηκε ποτέ να πληρώσει όσο ήταν παράνομος. Φυσικά, το μέλλον είναι αναπόφευκτο, αλλά είναι κάτι με το οποίο ο Μπουτς και ο Σάντανς δεν μπορούν να συμβιβαστούν και σκοπεύουν να πολεμήσουν και να λένε αστεία μέχρι το τέλος.
Ο Πωλ Νιούμαν πέθανε το 2008 σε ηλικία 83 ετών. Τώρα, σε ηλικία 89 ετών, πέθανε ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στις 16 Σεπτεμβρίου 2025. Ο θάνατός του είναι μια αφορμή να κοιτάξουμε το παρελθόν και το μέλλον που ερχόμαστε αντιμέτωποι καθημερινά, να το κοιτάξουμε στα μάτια και να ρωτήσουμε μέχρι πού μπορούμε να συμβιβαστούμε για να μπορέσουμε να ενταχθούμε σε μια κοινωνία; Μπορούμε ή το τίμημα είναι πάρα πολύ ακριβό;
Στην τελική, η ταινία προσφέρει τη λύση. Πάντα μπορούμε να μεταναστεύσουμε στη Βολιβία, αλλά καλό είναι πριν ληστέψουμε την πρώτη τράπεζα να μπορούμε να μιλάμε τη γλώσσα.

