Η Εθνική Λυρική Σκηνή με τις Εκπαιδευτικές & Κοινωνικές Δράσεις της πραγματοποίησαν μια γιορτή μνήμης και αναγέννησης στις 12 Ιουλίου υπό τη μορφή ενός περιπατητικού μουσικοθεατρικού δρώμενου στην Κρύα Βρύση της Βόρειας Εύβοιας. Το πρωτότυπο αυτό δρώμενο αποτελεί την κορύφωση του δεύτερου κύκλου του ετήσιου προγράμματος Μέλισμα. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα Μέλισμα ξεκίνησε το 2022 από το Υπουργείο Πολιτισμού και την Εθνική Λυρική Σκηνή ως μία δράση στήριξης της τοπικής κοινωνίας μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2021. Μέσω της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της συμμετοχικότητας γίνεται μια σημαντική προσπάθεια να φύγει η στάχτη από τα μάτια και να ξυπνήσουν μνήμες όμορφες του παρελθόντος χρόνου που για μας τους τωρινούς λειτουργούν ως μνήμες δανεικές.

«Στη Γη των Κρίνων» αυτή η περιπατητική παράσταση-δρώμενο σχεδόν τελετουργικό άντλησε την έμπνευσή της από το έργο Πολύτοπα του μύστη και πρωτοπόρου Έλληνα της ηλεκτρονικής μουσικής Ιάννη Ξενάκη. Τα Πολύτοπα ήταν συνθέσεις που σκοπό είχαν να περιγράψουν τόπους. Τόπους του Γεωγραφικού, του Καλλιτεχνικού, τόπους του Φωτός, τόπους της Ιστορία, της Ποίησης. Οι τόποι όμως αποτελούνται και από τους ανθρώπους που τους κατοικούν οι τοπικές κοινωνίες τους. Μια συνομιλία με τους κατοίκους της Κρύας Βρύσης της Βόρειας Εύβοιας και εμάς των επισκεπτών. Η έμπνευση από τα Πολύτοπα του Ξενάκη μα η πράξη μέσα από τα 70 πρόσωπα που συμμετείχαν και τα άλλα τόσα που συνέδραμαν για να γίνει πραγματικότητα αυτό το ταξίδι Στη Γη των Κρίνων. Μια εμπειρία που ‘χε στοιχεία πολλά της λαϊκής παράδοσης των μύθων και των τελετουργιών κι όλα αυτά σε έξι στάσεις.

Όταν βρέθηκα στην πλατεία του χωριού της Κρύας Βρύσης δεν μπορούσα καν να φανταστώ τι μπορούσε να με περιμένει. Υπέθεσα ότι θα περπατούσαμε, θ’ ακούγαμε κάποιες αφηγήσεις, αλλά η εμπειρία που έζησα ξεπέρασε τις προσδοκίες μου. Όλα ξεκίνησαν στην πλατεία που ήταν ο πρώτος από τους έξι σταθμούς αυτού του δρώμενου του ταξιδιού στον χρόνο που στόχο είχε κάπως να φωτίσει τις παραδόσεις, τα τελετουργικά της Εύβοιας. Δεν ήταν μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, ήταν μια διαδρομή ποιητική. Ο πρώτος σταθμός ήταν στην πλατεία κι εμείς το κοινό μπορούσαμε να περιφερόμαστε ελεύθερα στον χώρο μέχρι να ξεκινήσει η παράσταση. Ανάμεσά μας έστεκαν ζωντανά αγάλματα. Ήταν άνθρωποι τοποθετημένοι στην πλατεία σαν αγάλματα σε στάση που αναπαριστούσε την καθημερινότητα. Ντυμένοι με καθημερινά ρούχα, άλλα όχι τωρινά σαν τα δικά μας, μα μιας παλιάς εποχής εμπνευσμένα από τα παραδοσιακά. Μια εικόνα που με ανατρίχιασε ήταν εκείνη ενός ζωντανού αγάλματος που βαστούσε μια φωτογραφία. Η φωτογραφία έδειχνε σε ένα τραπεζάκι καφενείου τέσσερεις ανθρώπους, τέσσερεις φίλους άλλης εποχής που κάθονταν. Πίσω από αυτό το άγαλμα, το ζωντανό, έβλεπα το ίδιο τραπεζάκι της φωτογραφίας, στο οποίο όμως τώρα πια κάθονταν δύο αντί για τέσσερα άτομα. Αμέσως σκέφτηκα έφυγαν  οι δυο κι απέμειναν οι άλλοι δυο, τους πήρε ο χρόνος κι απέμειναν ως μνήμη αποτυπωμένοι σε μια φωτογραφία.

Στη συνέχεια προχωρήσαμε στη δεύτερη στάση ανάμεσα σε καλάμια, εκεί μας σταμάτησε ένας άνθρωπος, ο οποίος μας μίλησε για το θαλασσόκρινο και μας έφερε σε επαφή με μυθικά στοιχεία της Εύβοιας κάνοντας και μία αναφορά στο δρακόφιδο. Ο περφόρμερ αυτός στην αρχή μας ψάρωσε, γιατί νομίζαμε ήταν κάτοικος του χωριού, όταν μας φώναξε στην αρχή δυνατά «Εεεεεε, σταματάτε εδώ. Μην πατάτε τα θαλασσόκρινα». Ήμασταν σε μια παραλία, όπου τα θαλασσόκρινα είναι προστατευόμενο είδος.

Η επόμενη στάση ήταν η πιο συγκλονιστική, διότι ήταν σε ένα σημείο που έβλεπες μπροστά σου θάλασσα, δίπλα έναν ψηλό βράχο σαν γκρεμό και πίσω σχηματιζόταν μια λίμνη. Η στάση αυτή ήταν σαν ένα ταξίδι στην προϊστορία της Εύβοιας κι όλο υπό τους ήχους του κρουστού οργάνου γκρανκάσα.

Στη συνέχεια προχωρήσαμε ξανά, περάσαμε στο μονοπάτι το αμμουδερό και στο αριστερό μας χέρι βλέπαμε κι άλλα αγάλματα, στατικούς ανθρώπους-περφόρμερ, που περνάνε διάφορες στάσεις. Η τέταρτη στάση της Γης των Κρίνων ήταν η μεγαλύτερη σε διάρκεια. Εκεί στον κάμπο είχανε στήσει αργαλειούς. Μα το εντυπωσιακό ήταν οι γυναίκες που σχεδόν στατικές, απλά χτυπούσαν το ξύλο κι ακουγόταν το τάκου-τάκου του αργαλειού και μαζί με τη μουσική του Σταμάτη Πασόπουλου δεν ήταν ρυθμός εργασίας μα μια μαγεία, ένας ύμνος της αιώνιας φροντίδας που προσφέρει η Γυναίκα.

Μετά μία ακόμα έκπληξη μας περίμενε, όταν εμφανίστηκε η Παιδική Χορωδία της Κρύας Βρύσης να μας τραγουδήσει. Οι παιδικές φωνές καλοκουρδισμένες ήταν σαν χορωδία αγγέλων μέσα στη φύση με το μουσικό εξαμελές σύνολο, το οποίο ήταν στην άλλη άκρη τοποθετημένο να τη συνοδεύει.

Στο τέλος φεύγοντας από εκεί, γίναμε όλοι κομμάτι ενός πανηγυριού, όπου σε κάποιο σημείο πήραν τον λόγο οι έφηβοι που συμμετείχαν και έκαναν ερωτήσεις «άβολες» για μας. Γιατί πρέπει να τσακωνόμαστε; Γιατί να μην υπάρχει αλληλεγγύη; Ερωτήματα που έθεταν σε μας μέσα από χοάνες και που εμείς οι ενήλικες δεν είχαμε απαντήσεις. Στο τέλος αυτοί οι έφηβοι στάθηκαν μπροστά από τη θάλασσα σχηματίζοντας μια σύνθεση, μια εικόνα από το μέλλον. Έναν αστερισμό είδαν τα μάτια μου καθώς βαστούσαν φωτεινές πηγές στα χέρια τους και τις κουνούσαν. 19:45 ξεκίνησε η διαδρομή και στις 22:00 που ‘χε πια βραδιάσει ήμασταν πάλι στην πλατεία της Κρύας Βρύσης. Είχε φως και τώρα πια είχε νυχτώσει μα δεν πήγαμε να κοιμηθούμε. Ξεκινήσαμε από την πλατεία και καταλήξαμε στην πλατεία, σε ένα μεγάλο πανηγύρι που το μουσικό σύνολο αποτελούμενο από τους: Χαρά Σώζου (φωνή), Γιάννης Λαουτάρης (κρουστά), Μενέλαος Μωραΐτης (τούμπα), Κωνσταντίνος Καλαμάκης (βιολί), Σπύρος Τζίτζης (μαντολίνο), Βασίλης Παλληκάρης (ακορντεόν) ξεκίνησαν να παίζουν νησιώτικα και ηπειρώτικα. Γλέντι τρελό από το πουθενά και ‘μεις πήγαμε για ύπνο στις δύο το ξημέρωμα.

Στη Γη των Κρίνων παρακολουθήσαμε γύρω στα 600 άτομα, ήμασταν και ’μείς ένα μικρό χωριό κι όλοι μας εντελώς συνεπαρμένοι. Μας είχανε μάλιστα χωρίσει και σε δύο ομάδες. Περπατούσα ανάμεσα σε άγνωστους και στιγμές στιγμές συνέπιπταν τα βλέμματά μας και κουνάγαμε το κεφάλι μας σαν να λέμε τι ωραία στιγμή μοιραζόμαστε. Παρακολουθούσαμε μια διαδραστική ουσιαστικά περφόρμανς που λειτούργησε κι ήταν προσεγμένη στη λεπτομέρειά της, δουλεμένη με αγάπη. Την καλλιτεχνική διεύθυνση του δεύτερου κύκλου του προγράμματος υπέγραψε η Άννα Τζάκου που ανέλαβε τη σκηνοθεσία και την επιμέλεια της κίνησης. Τη μουσική σύνθεση υπέγραψε ο Σταμάτης Πασόπουλος, ενώ τη δραματουργία συνδημιούργησαν οι Μαρία Όλγα Αθηναίου, Άννα Τζάκου, Άννα Χουσιάδα και Σταμάτης Πασόπουλος σε συνεργασία με τον Μάριο Χατζηπροκοπίου, ο οποίος έγραψε και τα κείμενα της παράστασης. Τους στίχους των τραγουδιών συνυπέγραψαν οι Σταμάτης Πασόπουλος και Μαρία Όλγα Αθηναίου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια επιμελήθηκε η Άννα Χουσιάδα, τους φωτισμούς η Ελένη Χούμου και τον ήχο ο Κώστας Χαϊκάλης. Η Μαρία Όλγα Αθηναίου, μαζί με την Άννα Τζάκου, είχε την ευθύνη της υποκριτικής εκπαίδευσης, καθώς και της θεατροπαιδαγωγικής προσέγγισης και καθοδήγησης της ομάδας μέσω processwork, ιδιαίτερα στις ηλικιακές ομάδες παιδιών και εφήβων.

Επιστρέφοντας την επόμενη μέρα στη ρουτίνα της καθημερινότητάς μου σκεφτόμουν το πόσο σημαντικό είναι να γίνονται τέτοιου είδους εκπαιδευτικά προγράμματα. Δίνοντας έτσι την ευκαιρία να ανοίξει ο πολιτισμός και σε άλλες περιοχές που δεν είναι μακριά από την πρωτεύουσα μα δεν απολαμβάνουν τα όσα ζούμε εδώ στην Αθήνα εμείς οι «πρωτευουσιάνοι». Πρωτευουσιάνοι που όλοι από μια επαρχία καταγόμαστε και κουβαλάμε και ‘μεις τις μνήμες, τις δανεικές από τις ιστορίες των συγγενών μας που μεγάλωσαν και εκπαιδεύτηκαν σε άλλους τόπους και χρόνους.