Τα κλασικά κείμενα αποτελούν τον απόλυτο πειρασμό, αλλά και την απόλυτη σπαζοκεφαλιά για κάθε σκηνοθέτη που αποφασίζει να καταπιαστεί μαζί τους. Έργα που όλοι έχουμε δει και ξαναδεί, κι όμως ασκούν μαγνητική έλξη σε κοινό και δημιουργούς να δοκιμάσουν ακόμα μια φορά την τύχη τους μαζί τους. Ειδικά στο «Ρωμαίος και Ιουλιέττα», η γοητεία είναι εύλογη: ο απόλυτος έρωτας που οδηγεί στον θάνατο, οι νεαροί (νεαρότατοι) εραστές που δεν διστάζουν στιγμή να ακολουθήσουν την πορεία τους μέχρι το τέλος, η τραγική κατάληξη λόγω κακού συγχρονισμού σε όλα, η ευνόητη επιθυμία του θεατή να περίμενε ο Ρωμαίος λίγες στιγμές ακόμα ώστε να δει την Ιουλιέττα να ξυπνά κι όλα να πάρουν διαφορετική πορεία… Από τη στιγμή που γράφτηκε, το έργο είχε όλα τα στοιχεία για να γίνει αθάνατο.
Ο Δημήτρης Καραντζάς καταπιάστηκε με το έργο προερχόμενος από μία από τις καλύτερες δουλειές του μέχρι σήμερα, τον «Θείο Βάνια». Το αποτέλεσμα, συγκρινόμενο με την προηγούμενη απόπειρά του πάνω στον Σαίξπηρ στην ίδια αυτή Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου με τη «Δωδέκατη νύχτα», δείχνει πόσο μεγάλα βήματα έχει κάνει από τότε: η φόρμα ως αυτοσκοπός έδωσε τη θέση της σε μια δημιουργική ωριμότητα που αποδεικνύει με κάθε νέο του βήμα.
Το «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» είναι μια τραγωδία λόγω της διαρκούς επιτάχυνσης. Ο Ρωμαίος θα μπει κρυφά στον χορό μεταμφιεσμένων των Καπουλέτων για να συναντήσει τη Ροζαλίνα, το αντικείμενο του έρωτά του. Σε αυτό τον χορό θα συναντήσει την Ιουλιέττα και θα ανταλλάξουν το πρώτο τους φιλί. Τα ξημερώματα θα λάβει χώρα η μυθική σκηνή του μπαλκονιού. Την επόμενη μέρα, κρυφά από όλους, θα παντρευτούν στο κελί του Πατέρα Λαυρέντιου. Λίγη ώρα αργότερα ο Ρωμαίος σκοτώνει τον εξάδελφο της αγαπημένης του Τυβάλδο και καταδικάζεται σε εξορία. Με την Ιουλιέττα θα περάσουν μαζί την πρώτη και τελευταία τους νύχτα, κι αυτός θα φύγει μόλις χαράξει για τη Μάντουα. Ο Καπουλέτος, για να παρηγορήσει την Ιουλιέττα για τον φόνο του εξαδέλφου της, αποφασίζει τον άμεσο γάμο της με τον Πάρι –τον οποίο μάλιστα επισπεύδει κατά μία μέρα όταν εκείνη, έχοντας σχεδιάσει με τον Λαυρέντιο τον ψεύτικο θάνατό της, δίνει την ψεύτικη συναίνεσή της για τον γάμο. Ένα εικοσιτετράωρο και το μυθικό ζευγάρι– και ο Πάρις- θα είναι νεκροί. Ιλιγγιώδης ταχύτητα, περιδίνηση, vertigo, συντριβή.
Υπάρχει ένας παράγοντας επιτάχυνσης που συχνά παραβλέπεται: η πανούκλα. Αυτή που εμποδίζει τον άνθρωπο του Λαυρέντιου να φτάσει στη Μάντουα να ενημερώσει τον Ρωμαίο για τον ψεύτικο θάνατο της αγαπημένης του –βρέθηκε σε ύποπτο σπίτι και τέθηκε υπό κράτηση-καραντίνα! Αυτή κρύβεται και πίσω από το οργιώδες πάρτι στο οποίο εξελίσσεται κατά Καραντζά ο χορός των Καπουλέτων: κανείς δεν ξέρει αν θα ζει και αύριο, οπότε χαίρεται την ενδεχομένως τελευταία νύχτα του –ας μην ξεχνάμε πως παρόμοιο πνεύμα βρίσκεται και πίσω από το «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου. Πίσω από την έκλυση και την ελευθεριότητα, κρύβεται η αθωότητα της δίψας για μια ζωή που η πανδημία καθιστά αδόκητα σύντομη. Έτσι κι αυτά τα –πολύ νεαρά- παιδιά ζουν τον έρωτά τους σαν να μην υπάρχει αύριο –γιατί πιθανότατα δεν θα υπάρξει. Λόγω βεντέτας, λόγω πανούκλας… Ποιος ξέρει; Εκεί μοιάζει να παραπέμπει και το πλήθος των σωμάτων που σωριάζονται το μνήμα στο τελευταίο μέρος της παράστασης.
Ο Δημήτρης Καραντζάς, με μια ομάδα που έχει πλέον σταθεροποιηθεί, οδηγείται σε μια απολαυστική αισθητικά ανάγνωση του σαιξπηρικού αριστουργήματος. Απίστευτης ομορφιάς και λειτουργικότητας το σκηνικό της Μαρίας Πανουργιά, με τη διπλή, σιγά-σιγά, σελήνη πάνω από το μπαλκόνι –”star-crossed lovers” ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα σύμφωνα με την εισαγωγή του Βάρδου- και τη μικρή ανθοστολισμένη εκκλησία που όπως διακρινόταν μέσα από τη –σοφά μισάνοιχτη την περισσότερη ώρα- πόρτα, μου θύμισε το νεκρικό δωμάτιο της συζύγου στο «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι» του Μπερτολούτσι.
Συνεχίζει η Πανουργιά ένα ξέφρενο σερί δημιουργικότητας που αξίζει κανείς να παρακολουθεί με προσοχή. Τα κοστούμια της Ιωάννα Τσάμη φέρουν την χαρακτηριστική υπογραφή της ενδυματολόγου, και υπηρετούν απόλυτα την άποψη του σκηνοθέτη. Πολλές οι εικαστικές αναφορές -αγαπημένη μου, η εικόνα του ζευγαριού στον χορό έτοιμου να ανταλλάξει το πρώτο φιλί, απευθείας βγαλμένη από τον γνωστό πίνακα. Οι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη είναι ακριβώς αυτό που η παράσταση απαιτούσε. Η κίνηση του Τάσου Καραχάλιου εξαιρετική, ειδικά στη σκηνή του οργιώδους χορού που υπηρετήθηκε με δυναμισμό και ενέργεια στο όριο της αυτοανάφλεξης από το σύνολο της ομάδας. Λάτρεψα τη μουσική του Γιώργου Πούλιου, που εξελίσσεται διαρκώς και θεαματικά –εξαιρετικά καίριες οι ηχητικές του παρεμβάσεις, απολαυστικά τα θέματά του χωρίς παραχωρήσεις στο ύφος.
Το πρόβλημα της παράστασης -ο δικός μου προβληματισμός, πιο σωστά- εντοπίζεται σε μια απόπειρα αντιστοίχισης ενός μέρους τους με τη σημερινή εποχή. Το ζήτημα της πατριαρχίας προφανώς και είναι σημαίνον μέσα στο έργο, στο σημείο που ο Καπουλέτος επιβάλλει στην κόρη του τον γάμο με τον κόμη. Εύλογη και η επιθυμία του σκηνοθέτη να αναφερθεί σε ένα ζήτημα καυτό, κυρίαρχο και επείγον σήμερα. Όμως αισθάνομαι ένα άλμα: οι εποχές είναι ριζικά διαφορετικές. Η βάναυση συμπεριφορά που βλέπουμε επί σκηνής, δεν είμαι σίγουρος πως θα ήταν καν απαραίτητη σε μια κοινωνία, όπου η πατρική και συζυγική εξουσία ήταν αδιαμφισβήτητη: θα αρκούσε ο πατέρας-αφέντης να υψώσει τον τόνο της φωνής του για να επιβληθεί. Είναι σήμερα που επιτέλους αυτή η εξουσία τρίζει από τα θεμέλια που η βιαιότητα έχει τέτοιες διαστάσεις –όπως οι αγριότητες του στρατού κατοχής υπήρξαν πιο θηριώδεις, όταν είχε πια φανεί πως μετρούν μέρες για την ήττα και την αποχώρηση. Δεν βρίσκω επιτυχή την αναφορά στο σήμερα, παρόλες τις αγαθές προθέσεις.
Σαρωτική η Ρένη Πιττακή ως νένα, μοιάζει να απολαμβάνει αυτό που κάνει –κι εμείς μαζί της. Η Άννα Καλαϊτζίδου ως Κυρία Καπουλέτου υπενθυμίζει πόσο σπουδαία ηθοποιός είναι –σε περίπτωση που κάποιος είχε κάνει το σφάλμα να το ξεχάσει. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης ως Λαυρέντιος καταγράφει μία από τις καλύτερες ερμηνείες του των τελευταίων ετών. Ο Γιάννης Νταλιάνης ως Καπουλέτος εκφράζει με μέτρο και με εξαίρετη ακρίβεια αυτό που του ζητήθηκε. Άψογος ως συνήθως ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης ως πρίγκιπας Έσκαλος. Καίριοι κι απολαυστικοί οι σύντροφοι του Ρωμαίου Άρης Μπαλής (Μπενβόλιο) και Γιάννης Κλίνης (Μερκούτιο). Δεν με έπεισε ο Άρης Νινίκας ως Τυβάλδος: μου φάνηκε υπερβολικά μπρούτος και μονοδιάστατος. Οι Μοντέγοι αν δεν απατώμαι ήταν ελαφρώς σε δεύτερο πλάνο από σκηνοθετική άποψη, οπότε δεν θεωρώ ότι μπορώ να κρίνω τις ερμηνείες τους –αντιστοίχως και ο Πάρις.
Ο Έκτορας Λιάτσος ως Ρωμαίος έδινε την αίσθηση ότι τον κυνηγάει το κείμενο. Άρθρωνε τον λόγο σωστά, χωρίς αστοχίες αλλά και χωρίς εξάρσεις. Δεν έχω κάτι να του προσάψω, αλλά δεν θα μπορούσα να μιλήσω και για αξιομνημόνευτη ερμηνεία. Η Ηρώ-Ελένη Μπέζου ως Ιουλιέττα ήταν για ακόμα μια φορά αγνώριστη: ενσάρκωσε τόσο άψογα την αρχική δειλία και συστολή, την κατοπινή ορμή και τον κοριτσίστικο αισθησιασμό του αρχετυπικού της ρόλου, που θα ορκιζόμουν –αν δεν φαινόταν τόσο η γνώση στην ερμηνεία της- πως είχα να κάνω με μια νεαρή, πολύ ταλαντούχα, πρόσφατη απόφοιτη δραματικής σχολής. Σίγουρα από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της, αλλά και η ικανότερη να μεταμορφωθεί για κάθε ρόλο.
Δεν θα ήθελα να τοποθετηθώ για τη μετάφραση του Διονύση Καψάλη. Καθώς έχω προβεί προ ετών στο ίδιο εγχείρημα, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν ορθό δεοντολογικά.







