Από πού να πιάσεις μια παράσταση που έχει επιλέξει ο δημιουργός και σκηνοθέτης της Ευάγγελος Λάλος ως τίτλος της να φέρει τη λέξη «Πουστάρα». Θα πει κάποιος είναι προκλητική παράσταση, ειδικά άμα δει και την καταπληκτική -εικαστικά- αφίσα της που στέκει ως δήλωση από μόνη της. Από την άλλη δεν υπάρχουν κακές λέξεις, όλες λέξεις είναι που έχουν την ετυμολογική σημασία τους. Το θέμα πάντα ήταν και θα είναι ο τρόπος χρήσης τους και με τι έχουν συνυφαστεί κοινωνικά. Όταν ήρθαν απ’ τη Σμύρνη στην Αθήνα οι γυναίκες οι μορφωμένες που είχανε μάθει να κάνουν κάθε μέρα μπάνιο, ο λαός του τότε που έκανε μπάνιο κάθε Κυριακή τις αποκαλούσε παστρικές. Η πάστρα είναι η καθαριότητα αλλά έλα που οι καλοθελητάδες αποφάσισαν να την εξισώσουν με την πόρνη που πλένεται μετά από κάθε πελάτη. Η λέξη πουστάρα σαφέστατα υπήρξε ως μία από τις πιο διαδεδομένες προσβολές στην ελληνική γλώσσα. «Μην μου κάνεις πουστιά, μην είσαι πούστης, κοιτά ρε την πουστάρα». Χρησιμοποιήθηκε ως όπλο εξευτελισμού και ως τρόπος κοινωνικού αποκλεισμού.

Στην παράσταση όμως που παρακολούθησα η λέξη πουστάρα χρησιμοποιείται ως ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα σε μια κοινωνία που ακροβατεί ανάμεσα σε δυο διαφορετικές εποχές. Τη σύγχρονη εποχή που η ποικιλότητα -και όχι η λέξη διαφορετικότητα- αρχίζει να θεσμοθετείται και τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αποκτούν δικαιώματα. Ένα ας πούμε από αυτά να κυκλοφορούν στον δρόμο ντυμένα όπως αρέσκονται. Υπάρχουν φυσικά και συνάνθρωποί μας που θέλουν να ζήσουν και να επιβάλλουν την παλαιά εποχή, όπου όποιος είχε μούσια ήτανε τεντιμπόις και έπρεπε να ξυριστεί με την ψιλή, όποια γυναίκα ήθελε να γίνει καλλιτέχνις θα γινόταν πουτάνα. Χρυσές εποχές που οι λέξεις συκιά, λούγκρα, αδελφή, πισωγλέντης, λεσβία, αντρογύναικο, τζιβιτζιλού, βόδι, φακλάνα, τσούλα, γυαλάκια, φυτό, καθυστερημένο, προσέφεραν απλόχερα μια καθημερινή εμπειρία φόβου, αποκλεισμού και λεκτικής βίας. 

Η παράσταση που παρακολούθησα ανήκει στην κατηγορία θέατρο – ντοκουμέντο. Η αρχική παράσταση “Maricon” του Ευάγγελου Λάλου δημιουργήθηκε μετά από την έρευνα για το τι σημαίνει να είσαι γκέι άντρας στην Ισπανία του σήμερα. Ζει και εργάζεται χρόνια στο εξωτερικό και ήρθε στην Αθήνα να μας κεράσει την ελληνική βερσιόν. Μα η παράσταση που είδα δεν αφορά μόνο τους ΛΟΑΤΚΙ+ Έλληνες, σίγουρα δεν αφορά τους ομοφοβικούς και τους φασίστες. Αφορά όλους εμάς που θέλουμε κανείς να μην χάνει τα δικαιώματά του και να τον υποτιμούν για τις επιλογές του. Να θυμάστε αν χάνονται για κάποιους τα δικαιώματα και η ελευθερία έκφρασης δεν θα αργήσουν να χαθούν για όλους μας. Αυτές οι σιωπηλές αποδοχές μας τόσα χρόνια μας έχουν οδηγήσει από χούντες, χρεοκοπίες, λιντσαρίσματα, βιασμούς, γυναικοκτονίες ίσαμε γενοκτονίες. Τα χρόνια τού βλέπω και δεν μιλάω, του δεν ανακατεύομαι έχουνε περάσει ανεπιστρεπτί. Οι καθημερινές μας πράξεις είναι πολιτική στάση και θέση, δεν είναι ανάγκη να καταφύγεις στον ακτιβισμό αλλά όταν βλέπεις ένα παιδί να το τραμπουκίζουν οι ανήλικοι συμμαθητές του μπορείς να πεις ένα σταματήστε. Αν δεις ένα αγόρι που θέλει να αυτοπροσδιορίζεται ως κορίτσι στον δρόμο να το χτυπάνε, μπορείς να ορμήσεις να το σώσεις. Είναι άνθρωπος, είναι μια ψυχή που ’σύ αν λογάς τον εαυτό σου ως άνθρωπο που άνω θρώσκει οφείλεις να την προστατεύσεις.

Ο Ευάγγελος Λάλος συγκέντρωσε μια ομάδα ηθοποιών που του κατέθεσαν μέσα από τις ζωές τους και τις προσωπικές τους μαρτυρίες το τι σημαίνει να είσαι ομοφυλόφιλος άντρας στην Ελλάδα του σήμερα. Έστησαν μια γιορτή πληροφορίας και ενσυναίσθησης με ζωντανή μουσική από τον Σταύρο Τσαντέ που με έκανε να γελάσω, να χορέψω στον ρυθμό της, να θυμώσω με μένα και με τους άλλους, να θυμηθώ τη ζωή μου και τις πράξεις μου. Εδώ δεν πρόκειται για ήρωες μυθοπλασίας μα για ανθρώπους, ψυχές, καρδιές που έχουνε πληγωθεί από μια κοινωνία που δεν θέλει να τους σεβαστεί. Και ήρθε η ώρα η «αποδοχή» να φύγει από το λεξιλόγιο μας, δεν μας ζήτησε κανείς να αποδεχτούμε, αλλά να δείξουμε σεβασμό. Σιχάθηκα πια κι αυτή τη φράση «δεν έχω πρόβλημα μαζί τους ας κάνουν ό,τι θέλουν στο κρεβάτι τους αρκεί ’γώ να μην το βλέπω». Το ότι δεν θες να το δεις, δεν πάει να πει ότι δεν συμβαίνει γύρω σου. Το ότι υπάρχει γύρω σου και εσύ δεν θες να το σεβαστείς, σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά με σένα. Δεν σε αναγκάζει κανείς να κάνεις τίποτε. Δεν νομίζω ότι σε καλούν ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα να τους πάρεις μάτι ή τρανς άτομα να ψωνίσετε μαζί φορέματα ή non binary άτομα να τους βοηθήσεις στο μακιγιάζ. Δεν σου φόρεσε κανείς μια woke ατζέντα, απλά ήρθε η ώρα και στην Ελλάδα να σεβαστούμε την ποικιλότητα δίχως να την στοχοποιούμε και να τη δαιμονοποιούμε.

Η παράσταση «Πουστάρα» έχει χορογραφία αδέσμευτη, εικόνες οικείες, συγκίνηση όχι εκβιαστική και γέλιο αβίαστο. Δεν είναι καθόλου διδακτική παράσταση, δεν θέλει να σε βαρύνει με πληροφορίες στατιστικές και σίγουρα δεν θέλει να σου τρίψει στα μούτρα τίποτε. Θέλει μόνο να μοιραστεί το τι περάσανε ο Ηλίας Βογιατζηδάκης, ο Δημοσθένης Ελευθεριάδης, ο Πάνος Θεοδωρακόπουλος, ο Δημήτρης Θεοδωρόπουλος και ο Γιώργος Μακρής κατά την πορεία της ζωής τους αποζητώντας το αυτονόητο. Το να ζήσουν όπως τους επιτάσσει το εσωτερικό τους θέλω, το ένστικτο της επιβίωσής τους, το τι τους ίδιους τους κάνει ευτυχισμένους. Μια ιστορία απ’ τον καθένα τους ακούς τη φορά και ενδιάμεσα μια δράση ομαδική. Δεν θέλω να σας χαλάσω τις εκπλήξεις που κρύβει αυτή η παράσταση για τον θεατή μα θέλω να μοιραστώ μαζί σας στιγμές που με άγγιξαν. Η φράση ας πούμε «η πιο τοξική σχέση της ζωής μου είναι αυτή με τους γονείς μου». Άλλη φράση που βαστάω απ’ την παράσταση «η μεγαλύτερη πληγή είναι η ελληνική επαρχία». Δεν μπορεί κανείς μας ν’ αρνηθεί ότι στην ελληνική επαρχία που όλοι ξέρουν όλους, που η κοινωνία είναι κλειστή, έχουν γίνει πολλά εγκλήματα που δεν αφορούν μόνο το αίμα αλλά και την ψυχή. Έχουμε διαλυθει άνθρωποι από ένα κουτσομπολιό, από έναν κακό λόγο ακόμα και από μια παρεξήγηση.

Στην Πουστάρα θα δεις πέρα από τις καταθέσεις αλήθειας των ηθοποιών και έναν δικτάτορα του παρελθόντος με τη χρήση του ΑΙ να βγάζει ένα μικρό διάγγελμα. Θα δεις μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας, μια οικογενειακή φωτογραφία που μιλά, το πώς τρώει, περπατάει, χορεύει μια «αδελφή» και ένας «κανονικός». Θα δεις ένα γάμο και θ’ ακούσεις τραγούδια γνωστά, θα χορέψεις ακόμα και μπλουζ αν θέλεις. Αυτό που καλούνται να κάνουν οι ηθοποιοί είναι το πιο δύσκολο απ’ όλα στο θέατρο, να είναι οι εαυτοί τους, να είναι αληθινοί. Αυτό ελοχευει τον κίνδυνο του να γίνουν εκβιαστικά συγκινητικοί, να τους φύγουν δάκρυα αλλά δεν το κάνουν. Επαναφέρουν στη μνήμη τους και το κορμί τους τραύματα του παρελθόντος τους και τους αξίζουν συγχαρητήρια για αυτή τους την τόλμη. Η απόδειξη ότι το πράττουν σωστά ήταν η αντίδραση του κοινού. Το γέλιο μας είχε διάφορες ποικιλίες: χαρά, ανακούφιση, ειρωνεία. Βγάζαμε και κάποια ουφ και αχ κουνώντας το κεφάλι συγκαταβατικά. Είχαμε ηχηρές σιωπές πηχτές και μας ερχόταν να χειροκροτήσουμε ανά στιγμές. Η όλη έμπειρα της παράστασης στηρίζεται και κατά πολύ στη ζωντανή μουσική και τη φωνή του Σταύρου Τσαντέ. Στο τέλος αφού απλώθηκε το σεντόνι του γάμου και υποκλίθηκαν καταχειροκροτούμενοι όλοι οι συντελεστές, μας τραγούδησε ο θίασος:

«Υπάρχω, μην αρνείσαι πως υπάρχω / θέλω τη ζωή μου να ’χω / ούτε πρόκειται ξανά να φοβηθώ. Είμαι, τιμημένη πουστάρα / κι αν μαζί μου γελάς και το παίζεις γαμιάς / κατά βάθος πονάς γιατί είσαι ντουλάπα».

Ευχαριστώ τον Πάνο που μου θύμισε την ελευθερία της αυτοδιαχείρισης του κορμιών μας. Τον Ηλία για κείνα τα πρώτα μας φιλιά και τα μπλουζ που δεν χορέψαμε. Τον Δημήτρη για το ότι οι γονείς μπορεί να μας βασανίζουν αλλά εξακολουθούμε να τους αγαπάμε έστω κι εξ αποστάσεως. Τον Γιώργο ότι δεν πρέπει να είμαστε πρότυπα κανενός μόνο του ίδιου μας του εαυτού. Τον Δημοσθένη για τη σημασία της συντροφικότητας. Η Πουστάρα είναι μια παράσταση που θα την χαρακτήριζα παραπάνω από τίμια, είναι μια παράσταση έντιμη που σε κοιτά στα μάτια και δεν ζητά ν’ αλλάξεις μα να σεβαστείς. Σας προτείνω να τη δείτε μόνοι σας ή με παρέα, με κάτι θα ταυτιστείτε απ’ όσα θα δείτε. Σίγουρα θα νιώσετε και θα σας προκαλέσει σκέψεις.

Κατηφόρησα επιστρέφοντας προς το σπίτι μου τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας: πλάι μου το στάδιο που θα κλείσει, έναν χώρο αθλητισμού μα και βίας. Απέναντι η ΕΛΑΣ, χώρος που δεν θέλεις να σε κλείσουν μέσα. Πιο κάτω το αντικαρκινικό του Αγίου Σάββα με τον πόνο και την ελπίδα που κρύβει μέσα του. Μετά τα Προσφυγικά που απεργίες πείνας γίνονται, γιατί οι άνθρωποι που κατοικούν δεν θέλουν να φύγουν από κει μέσα. Λίγο πιο κάτω το Εφετείο, μέσα του εδρεύει η τυφλή δικαιοσύνη που όμως αργεί πολύ ν’ αποδοθεί. Πέρασα την πλατεία Αργεντινής Δημοκρατίας, είδα κόσμο να κάθεται και να απολαμβάνει. Πιο κάτω οι λαμαρίνες από τα έργα του μέτρο και πολύ πιο κάτω το Πεδίον του Άρεως. Σκεφτόμουν τις συμβουλές των γονιών μου, τα πρώτα μου φιλιά, τους πρώτους μου έρωτες, τις πρώτες μου επαναστάσεις. Σκεφτόμουν ποιος είμαι και που θέλω ν’ ανήκω. Σκεφτόμουν αν έπραξα ορθά, αν έκανα λάθη αρκετά κι αν θα τα ξανάκανα αν είχα δεύτερη φορά. Σκεφτόμουν ότι είμαι μέλος μιας ελληνικής κοινωνίας που ακόμα εκπαιδεύεται και που οφείλω να μην είμαι σιωπηλός.

Σκεφτόμουν ότι οι καιροί είναι δύσκολοι και στους δύσκολους καιρούς πάντα ο άνθρωπος αγριεύει, θυμάται ότι είναι ζώο. Δεν θέλω να είμαστε ζώα, δεν μας πρέπει. Σκεπτόμενοι άνθρωποι να είμαστε που σεβόμαστε ο ένας τον άλλον. Δείτε που έχουμε καταντήσει κάποια παιδιά να είναι παραβατικά, να τραμπουκίζουν, να εκβιάζουν, να αυτοκτονούν. Εμείς όλοι ευθυνόμαστε γι’ αυτό, γιατί τα παιδιά όλα όλου του κόσμου οφείλουμε να τα προστατεύουμε ωσάν να ‘τανε τα δικά μας παιδιά, το «αίμα» μας. Μιμούνται αυτά που βλέπουν από εμάς, ξεστομίζουν λέξεις που λέμε εμείς. Σκεφτείτε αν σας ακούσει ένα παιδί να λέτε κάποιον πουστάρα και κανείς γύρω να μην αντιδρά, τότε το δίδαξες πως μπορεί να το λέει κι αυτό δίχως επίπτωση καμιά. Η εκπαίδευσή μας δεν τελειώνει με την αποφοίτησή μας… συνεχίζει μια ζωή.

Info παράστασης:

Πουστάρα | 1 – 30 Ιουνίου 2026 | Δευτέρα & Τρίτη στις 21:30 | Θέατρο Μαβίλη