Κείμενο: Πέννυ Ζαμπούκα 

 «Μισώ αυτή τη χώρα…Τι θα μείνει όμως απ’ αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είν’ αυτή όταν δεν θα ‘χει μείνει τίποτα από μας;» Με αυτά τα λόγια, όντας βυθισμένοι στο απόλυτο σκοτάδι, ξεκινά η παράσταση με τον παράξενα οικείο τίτλο “Πεθαίνω σα χώρα”.

Με αφορμή τα έργα του Δημήτρη Δημητριάδη, Ανάθεση και Πεθαίνω σα χώρα, η χοροθεατρική ομάδα Paracoon συνέθεσε μια συμβολική παράσταση, τονίζοντας τη διαχρονικότητα των έργων του συγγραφέα, φέρνοντας σε άμεση επαφή το κοινό με τους ηθοποιούς-χορευτές, σε ένα έργο που τα λόγια είναι φειδωλά και οι εκφραστικές κινήσεις των σωμάτων των “παικτών”, αντικαθιστούν την εκδήλωση των συναισθημάτων που εναλλάσσονται κατά τη διάρκεια της παράστασης.

Στα 70 λεπτά που διαρκεί το δρώμενο μεταφερόμαστε σε ένα παράλληλο σύμπαν με το δικό μας, διακρίνοντας λεπτομέρειες που μας θυμίζουν έντονα ένα παρελθόν με πολέμους, παράφρονες δικτάτορες και ικανούς δημαγωγούς που παίρνουν εντολές από την κεντρική εξουσία. Ο στόχος είναι να παραπληροφορήσουν κατάλληλα την κοινή γνώμη και να δώσουν τις κατευθυντήριες γραμμές που επιβάλει ο άνωθεν άρχων, ένας λιγομίλητος αυταρχικός μονάρχης που κάνει την εμφάνιση του μόνο όταν αυτός κρίνει σκόπιμο να παρέμβει για να ρυθμίσει τις καταστάσεις σύμφωνα με τα συμφέροντα του. Στον αντίποδα υπάρχει ο λαός, το τρομαγμένο πλήθος που έχει πεισθεί ότι πρέπει να υποταχθεί σε αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων, για το καλό του. Τα βράδια μπορεί να πονούν και να υποφέρουν, άυπνοι, ξεσκίζοντας τα μαξιλάρια τους (όπως υποδηλώνεται πολύ εκφραστικά και μέσα από την παράσταση), όμως μονάχα λίγοι αντιφρονούντες εμμένουν να αντιστέκονται, βάζοντας φωτιές (η χορογραφία με τις δάδες εν είδει μολότοφ είναι ευρηματικότατη) και αρνούμενοι να καταταγούν και να λάβουν μέρος σε αυτόν τον παράλογο πόλεμο που το αποτέλεσμα του είναι προαποφασισμένο.

Εμείς ως θεατές μένουμε να ατενίζουμε τα χρόνια που περνούν, χρόνια κατοχικά με γενιές ολόκληρες χωρίς απογόνους, καθώς έτσι αποφασίστηκε, ομαδικούς τάφους, εξαφανίσεις “επικίνδυνων” ατόμων, και τη χαμένη έννοια του έθνους καθώς ο λαός στροβιλίζεται όπως ένας δερβίσης προσπαθώντας να βρει τις νέες ισορροπίες και να μη τσακιστεί πουθενά (πολύ πετυχημένη η μεταφορά αυτής της σκηνής). Η ένταση κορυφώνεται όσο εναλλάσσονται οι πράξεις, τρελαμένοι φαντάροι ανεβαίνουν στη σκηνή, ένας ρίψασπις κι ύστερα κι άλλοι, πολλοί, ώσπου να επέμβουν οι εξουσιαστές και να καταπνίξουν κάθε μικρή εστία διαφορετικότητας, πριν εξελιχθεί σε φωτιά και χαθεί από τον έλεγχο τους. Εξάλλου το θέμα είναι πάντα ο έλεγχος. 

Ο πολιτικός λόγος σε αυτή την παράσταση που βρίθει συμβολισμών είναι έντονα παρών, και μας κρούει τον κώδωνα για την περίπτωση που διαλέξουμε το δρόμο του εφησυχασμού, εφόσον όλα όσα περιγράφει φαντάζουν ως déjà vu που επαναλαμβάνεται με οδυνηρό τρόπο στις μέρες μας.

Σε μια εποχή που επιτρέψαμε στις λέξεις να χάσουν την αληθινή τους σημασία και ολότητα, αλλά βολευόμαστε με το περίπου (περίπου δημοκρατία, περίπου ελευθερία του λόγου, περίπου επιλογή), αυτή η παράσταση  τολμά μέσω της αμεσότητας που εξασφαλίζει η χορογραφία των σωμάτων να μας θυμίσει όλα όσα διακυβεύουμε να χάσουμε ξανά: το συνάνθρωπο και τελικά τον ίδιο μας τον εαυτό.

Αντί επιλόγου, ας σκεφτούμε αυτή τη φράση που ακούγεται σε κάποια στιγμή στην παράσταση: “Το αδιέξοδο ήταν στις ψυχές των ανθρώπων”.  Το αδιέξοδο νομίζουμε πως βρίσκεται μπροστά μας, αλλά τελικά βρίσκεται μέσα μας, και απλά νομίζουμε πως δεν έχουμε άλλη επιλογή. Οφείλουμε να θυμόμαστε όμως ότι πάντοτε έχουμε το δικαίωμα της επιλογής. Και αυτή η παράσταση φτιάχτηκε για να μας το υπενθυμίσει.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση διαβάστε εδώ.