Το πούλμαν μάς πηγαίνει απ’ την Αιδηψό στις Ροβιές και κάπου στον δρόμο περνάμε μπροστά από μια μεγάλου μεγέθους πινακίδα, την οποία καταλαμβάνει ολόκληρη μια φωτογραφία του Βασίλη Καρρά να τραγουδάει με νταλκά σε κάποιο νυχτερινό κέντρο. Η φωτογραφία συνοδεύεται με τους στίχους «Aπ’ το βορρά μέχρι το νότο να μ’ αγαπάς δεν βρήκα τρόπο». Όσο πρόλαβα να δω δεν διαφήμιζε κάτι, κάποιο τοπικό κέντρο ή κάτι άλλο, ήταν απλά ένα γράμμα αγάπης, ένας φόρος τιμής. Πριν λίγα χρόνια στο οσκαρικό «Τρεις Πινακίδες, Έξω απ’ το Έμπινγκ του Μιζούρι» η ηρωίδα σφετερίζεται τη συνήθη λειτουργία των διαφημιστικών πινακίδων, προκειμένου να περάσει ένα διαφορετικού τύπου μήνυμα (όχι για κάποιο εμπορικό προϊόν, ούτε για κάποιον κοινωφελή σκοπό), εδώ δεν υπάρχει καν μήνυμα. Μια τεράστια αφίσα του Καρρά να τραγουδάει, αλλά όχι για να πωληθεί κάτι. Εδώ η πινακίδα δεν είναι απλά εκτός του κύκλου της αγοράς, είναι αφιερωματική. 

Και φυσικά πέραν της γενικής λατρείας για τον μακαρίτη, κρίνοντας απ’ τους συγκεκριμένους στίχους, η κινητήριος δύναμη για την πινακίδα είναι η καψούρα, το μαράζι, το να ξυνόμαστε πάνω στη ματαίωση. Ίσως γιατί τελικά αυτή είναι που βρίσκεται πιο κοντά στο βαθύτερο νόημα της ύπαρξης, αυτή είναι που αποκαλύπτει την αλήθεια της ανθρώπινης κατάστασης, η οποία θα είναι πάντα ελλειμματική, με την πληρότητα να είναι αν όχι κάτι ουτοπικό, πάντως είτε κάτι προσωρινό, είτε όταν επιτυγχάνεται να αδυνατεί να μας γεμίσει με τον τρόπο που μας γεμίζει η ματαίωση, αφού εκπίπτει προς κάτι το οποίο συνηθίζεται, σχετικοποιείται, απέχει από το απόλυτο. Όταν θα βρεθεί ο τρόπος να αγαπηθεί ο Καρράς, το ταξίδι απ’ τον βορρά μέχρι τον νότο θα σταματήσει και το τραγούδι δεν θα έχει λόγο γέννησης.

Το σινεμά «Απόλλων» στην Αιδηψό (στην οποία βρεθήκαμε στο πλαίσιο του 5oυ Evia Film Project) έχει μια ιδιομορφία: είναι μεν κινηματογράφος, αλλά από τη μια του πλευρά, την πλευρά του παραθαλάσσιου δρόμου, δεν είναι καν περιτοιχισμένος. Μπορεί έτσι κανείς να δει την ταινία που προβάλλεται είτε μπαίνοντας μέσα, είτε μένοντας έξω καθισμένος στο πεζούλι. Ή μπορεί απλά να κοντοσταθεί ενώ κάνει τη βόλτα του. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν και ξανάρχονται. Τρόπον τινά και εδώ μια διαφορετική χρήση του κινηματογράφου, όπως της πινακίδας. Μια ανοικτότητα, ένα, έλα, δεν τρέχει τίποτα, στάσου να δεις λίγο, είμαι ένα θέαμα ανοιχτό σε όλους. 

Την προβολή στο «Απόλλων» του «Όταν Ξέσπασε η Βία» του Τζον Μπούρμαν, ακολουθεί την επόμενη ημέρα μια συζήτηση με τίτλο «Αρρενωπότητα, βία και η εκδίκηση της φύσης», που συμπεριλαμβάνει στη θεματική της και δυο ελληνικές ταινίες που επίσης προβλήθηκαν, την «Αγέλη Προβάτων» του Δημήτρη Κανελλόπουλου και το “Digger” του Τζώρτζη Γρηγοράκη. Τις αρχικές σκέψεις – εισηγήσεις ακολουθεί μια φάση όπου νέες φοιτήτριες κινηματογράφου τα βάζουν με μεσήλικους άνδρες, την ανδροκρατούμενη οπτική τους, το ανδροκρατούμενο σινεμά τους. Μεσήλικος κι εγώ, γράφω πριν μερικές μέρες για μια ταινία φτιαγμένη από πολύ νέους ανθρώπους και που έχει κάνει θραύση στα νεανικά κοινά, την «Eμμονή» του Κέρι Μπάρκερ. Βλέπω στο instagram αντιδράσεις, που απ’ όσο μπορώ να καταλάβω προέρχονται από νέους ανθρώπους, οι οποίοι κάνουν εμότζι απόγνωσης, λένε unfollow ή μου απονέμουν βραβείο πανηλίθιου take. Η ενστικτώδης μου τάση είναι πρώτα να απορήσω, ύστερα να στραβώσω και μετά να με πιάσει κάτι υπερφίαλο σε σχέση και με τη διαφορά ηλικίας μας. Στη συνέχεια όμως σκέφτομαι ότι είτε είμαστε είτε δεν είμαστε ηλίθιοι, είτε είμαστε είτε δεν είμαστε μέρος του προβλήματος, χρήσιμο πάντως είναι να μας βλέπουν οι νέοι έτσι και ακόμα πιο χρήσιμο είναι να αναρωτιόμαστε κι οι ίδιοι μήπως στα αλήθεια είμαστε. Όχι γιατί οι νέοι έχουν εξ ορισμού δίκιο. Αλίμονο. Αλλά επειδή εξ ορισμού κοιτάνε τα πράγματα από μια διαφορετική οπτική γωνία από την οποία τα κοιτάζει ένας μεσήλικος. 

Αναρωτιέμαι λοιπόν μήπως κατάλαβα κάτι λάθος σε σχέση με την πινακίδα, μήπως δεν πρόσεξα ότι τελικά κάτι διαφημίζει και προτίμησα να σολάρω. Ή μήπως διάβασα ηλίθια την «Εμμονή». Ή αν, βλέποντας στον Απόλλωνα το «Παρασκευή και 13» μια μέρα μετά την ταινία του Μπούρμαν, το πανηλίθιο θα ήταν στο να έμενα πως αυτό το σινεμά προσωπικά το θεωρώ κακό. Την επόμενη όμως ημέρα μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παρουσίαση του Ορέστη Ανδρεαδάκη, που συνδέει το δημοτικό τραγούδι με τα σπλάτερ, δείχνει ότι ακόμα κι αν δεν σε αφορά ένα είδος σινεμά, όταν τα πράγματα δεν κλείνονται σε στεγανά και η λαϊκή παράδοση συνομιλεί με την ποπ κουλτούρα, τότε μόνο γόνιμες σκέψεις μπορεί να προκύψουν.

Βάζω το τραγούδι του Καρρά να παίζει. Εντάξει, δεν μου αρέσει. Αλλά τουλάχιστον το άκουσα.