Φέτος, θα έχουμε τη σημαντική ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μια καινούρια «σπουδή» πάνω στο θέμα του ιψενικού δράματος, σε νέα διασκευή και με Έλληνες ηθοποιούς σε μια συμπαραγωγή της βερολινέζικης Schaubühne και του δικού μας Θεάτρου του Νέου Κόσμου. Δικαίως, λοιπόν, ο Μίλτος Σωτηριάδης, καλλιτεχνικός διευθυντής του ΘΝΚ, στη συνέντευξη τύπου που δόθηκε στις 15 Οκτωβρίου στο ανακαινισμένο θέατρο «Κνωσσός» που αποτελεί την καινούρια του στέγη -ένιωθε περήφανος και δικαιωμένος. Αφού η συνεργασία αυτή έρχεται αφενός να επισφραγίσει το ιδεολογικό πλαίσιο του ΘΝΚ που είναι αδελφοποιτό με αυτό του Τόμας Όστερμάιερ και αφετέρου κατόρθωσε μια συνεργασία που επιδιώκουν οι μεγαλύτεροι πολιτιστικοί οργανισμοί της Ευρώπης και όχι μόνο. Ο καλύτερος τρόπος να γιορτάσει τα προεόρτια -αφού σε λιγότερο από έναν χρόνο συμπληρώνονται -τριάντα χρόνια στιβαρής παρουσίας του στην πολιτιστική μας ζωή, δικαιώνοντας με τη σημαντική αυτή συνεργασία το όραμα του δημιουργού της Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Το μακρύ ταξίδι του «Εχθρού του λαού» σε σκηνοθεσία Τόμας Όστερμάιερ
Από τον Ιούλιο του 2012 που ο «Εχθρός του λαού» σε σκηνοθεσία Τόμας Όστερμάιερ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ της Αβινιόν ως και σήμερα -που ετοιμάζεται για την πρεμιέρα του με ελληνική διανομή -η παράσταση αυτή έχει διαγράψει έναν μεγάλο κύκλο περιοδειών και διανομών από ηθοποιούς άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αυτό το μεγάλο ταξίδι του ιψενικού έργου υπό την σκηνοθετική μπαγκέτα του φημισμένου πλέον καλλιτεχνικού διευθυντή της θρυλικής Schaubühne-Berlin δεν είναι μια στείρα επανάληψη της αρχικής σκηνοθετικής γραμμής. Ο διεθνής δημιουργός το επαναπροσδιορίζει σκηνοθετικά, δραματουργικά, κειμενικά και ιδεολογικά διατηρώντας τη βασική ιδέα ως παραστασιακό καμβά και εμπλουτίζοντάς τον σε κάθε καινούργια παραστασιακή του αναδιατύπωση.
«Ο Εχθρός του λαού, δεν είναι έργο για έναν ήρωα»
«Ο Εχθρός του λαού, δεν είναι έργο για έναν ήρωα». Αυτή είναι η βασική δραματουργική θέση του Τόμας Όστερμάιερ απέναντι στον πυρήνα του ιψενικού έργου και τον κεντρικό του ήρωα: «Ο Τόμας Στόκμαν», όπως μοιράστηκε μαζί μας ο δημιουργός «είναι ένας άνθρωπος που δεν φοβάται να μιλήσει, αν και γνωρίζει ότι το κόστος για αυτό θα είναι η κοινωνική του καταστροφή. Γιατί θα τον κυνηγήσουν οι συμπολίτες του, θα τον κυνηγήσει ο αδερφός του, θα τον κυνηγήσει ο πεθερός του και τελικά θα αφανιστεί. Ωστόσο είναι θαρραλέος. Μπαίνει σε όλο αυτό τον κόπο, γιατί έχει βαθιά πιστή στην αλήθεια που πρεσβεύει και στη δικαίωση που προσδοκά. Δεν γνωρίζει ότι δεν θα υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα. Δεν ξέρει ότι στο τέλος θα εκδιωχθεί από την κοινότητά του. Είμαστε μάρτυρες της ριζοσπαστικοποίησης ενός χαρακτήρα. Και αυτή η ριζοσπαστικοποίηση συμβαίνει λόγω των συνθηκών, οι οποίες είναι εξαιρετικά απαιτητικές και εξαιρετικά δραματικές. Πρόκειται για την πόλη του, η οποία δηλητηριάζεται».

Οικονομικά συμφέροντα εναντίον της αλήθειας στη δημόσια σφαίρα
Συνεχίζοντας ο Τόμας Όστερμάιερ: «Αυτό το έργο, προφανώς, θέτει το ερώτημα πώς η αλήθεια αποκαλύπτεται και ποιες συνέπειες απορρέουν από αυτήν την αποκάλυψη. Τα οικονομικά συμφέροντα κινδυνεύουν όταν έρχεται στο φως η αλήθεια. Τίθεται αυτό το δίλλημα μεταξύ αλήθειας και οικονομικών συμφερόντων. Όπως αντίστοιχα το μεγάλο δίλημμα της δικής μας εποχής είναι η μεγάλη αντίφαση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων και οικολογίας. Η μεγαλύτερη σύγκρουση της σύγχρονης εποχής. Παρακολουθούμε, λοιπόν, πως οι άνθρωποι της εξουσίας χειραγωγούν τους άλλους ανθρώπους και παραποιούν την αλήθεια για να μην εκτεθούν αφενός, και αφετέρου πως ένα πολιτικό ή ένα κοινωνικό κίνημα καταρρέει. Βλέπουμε στην αρχή του έργου μια κοινότητα πολύ ισχυρή και δεμένη. Ωστόσο, αργότερα αυτό που παρακολουθούμε είναι τη συνειδητοποίηση του τι σημαίνει να υπερασπίζεται κανείς τα πολιτικά του πιστεύω και ότι αυτό, μερικές φορές, έχει ως συνέπεια την καταστροφή της φήμης του και τον κίνδυνο της ζωής του. Βλέπουμε λοιπόν αυτή τη διελκυστίνδα μεταξύ των δύο καταστάσεων και το πώς ότι αυτή η κοινότητα σιγά-σιγά καταρρέει. Είναι σοκαριστικό πώς ένα έργο που γράφτηκε εκατόν σαράντα χρόνια πριν, είναι τόσο καίριο σήμερα».

Ο «Εχθρός του λαού»: Το αγαπημένο έργο του Αδόλφου Χίτλερ…
Ο Τόμας Όστερμάιερ θα επισημάνει ότι: «Σήμερα οι συνθήκες είναι επίσης επεισοδιακές, αφού βρισκόμαστε ενώπιον δραματικών συνθηκών, με ανθρώπους σε ακραία φτώχια για παράδειγμα, και όπως το έχει θέσει και η ίδια η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μπροστά στην καταστροφή μπορούμε να επιλέξουμε είτε τον σοσιαλισμό είτε τη βαρβαρότητα. Έχει ενδιαφέρον ότι το αγαπημένο έργο του Χίτλερ ήταν ο “Εχθρός του λαού”. Το αντιλαμβανόταν σαν μια μεταφορά σε σχέση με την εποχή του που τη θεωρούσε δηλητηριασμένη και θεωρούσε ότι ο ίδιος ήταν επιφορτισμένος να την εξαγνίσει. Αυτό εννοώ όταν λέω ότι το έργο μπορεί να έχει έρεισμα και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος. Μπορεί αυτό το έργο να βρει απήχηση τόσο σε δημοκρατικές, προοδευτικές και φιλελεύθερες φωνές, όσο και στις αντίθετές τους».

Η διασκευή: Εγγενές στοιχείο της Θεατρικής πράξης
Ο Τόμας Όστερμάιερ μίλησε για τη δραματουργική επέμβασή του στο ιψενικό έργο που οδήγησε στη διασκευή που θα παρακολουθήσουμε: «Σε δραματουργικό επίπεδο επέλεξα να αφήσω το τέλος του έργου ανοιχτό στο κοινό για να κρίνει εκείνο την έκβασή του. Στο πρωτότυπο έργο υποκρύπτεται ένα εθνικιστικό στοιχείο, το οποίο έχω αφαιρέσει. Στο τέλος δε του έργου, ο πρωταγωνιστής ιδρύει ένα σχολείο υποστηρίζοντας ότι η κοινωνία είναι σάπια, οπότε αποφασίζει ότι πρέπει ο ίδιος να μορφώσει και να γαλουχήσει τις καινούριες γενιές για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου. Ωθεί τα δικά του παιδιά να φέρουν παιδιά της ηλικίας τους, ώστε στο νέο αυτό σχολείο να υπάρξουν μαθητές. Σημείο που επίσης έχει αφαιρεθεί. Στη δική μας εκδοχή του τέλους, ο κεντρικός ήρωας ζητάει από το κοινό να σηκώσουν το χέρι τους όσοι συμφωνούν με εκείνον. Περίπου το 60 με 80% είναι υπέρ του. Έχει πολύ ενδιαφέρον η αντίδραση του κοινού. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον ότι έχει καταφέρει να μεταπείσει το κοινό, αλλά όχι τον πεθερό του και τον αδερφό του».
Αναπόφευκτα η συζήτηση θα στραφεί στις θεατρικές διασκευές εν γένει. Σε όσους τις θεωρούν καταστροφικές ο Τόμας Όστερμάιερ θα απαντήσει με γνώση και χιούμορ: «Οι διασκευές υπάρχουν στο DNA του θεάτρου, διαφορετικά το θέατρο δεν θα είχε καταφέρει να επιβιώσει. Δεν ξέρω αν γνωρίζετε, αλλά πάρα πολλά κλασικά έργα του Μολιέρου, του Σαίξπηρ είναι διασκευές από παλαιότερα έργα. Ο “Άμλετ” είναι διασκευή από ένα έργο σκανδιναβικής και ελληνικής μυθολογίας αντίστοιχα. Τα περισσότερα έργα του Σαίξπηρ που έχουν ως τόπο δράσης την Ιταλία είναι διασκευές από ιταλικά μυθιστορήματα. Υπάρχει μια αστική νοοτροπία που θεωρεί ότι το θέατρο έχει μια συγκεκριμένη ταυτότητα που δεν θα πρέπει να αλλάζει. Αυτό, όμως, δεν αφορά καθόλου το ίδιο το θέατρο. Είναι κάτι που συμβαίνει πάρα πολύ συχνά. Άλλωστε το βασικότερο είναι ότι είμαστε απόλυτα ελεύθεροι να κάνουμε ό, τι θέλουμε στην τέχνη. Μόνο έναν κανόνα έχει η τέχνη: να είμαστε ελεύθεροι.
Όσον αφορά ωστόσο τη συγκεκριμένη διασκευή έχουμε κάνει αρκετές αλλαγές. Οι κυριότερες αφορούν την ίδια τη δραματουργία. Δεν ήμουν ιδιαίτερα ευχαριστημένος από τους γυναικείους χαρακτήρες, οπότε συνδυάσαμε τον ρόλο της κόρης και της συζύγου σε ένα πρόσωπο, έτσι ώστε να είναι πιο αμφίσημος ο χαρακτήρας, να έχει περισσότερες πτυχές. Ταυτόχρονα αφαιρέσαμε και κάποιους χαρακτήρες από το έργο».

Ο Πολίτης Τόμας Όστερμάιερ
Καθώς η συνέντευξη τύπου φτάνει στο τέλος της, διαπιστώνουμε ότι ο ίδιος ο Τόμας Όστερμάιερ βάζει σε δεύτερη μοίρα τη χαρισματική καλλιτεχνική του προσωπικότητα και προτάσσει την πτυχή ενός βαθιά σκεπτόμενου πολιτικού όντος. Έντιμος ιδεολογικά, με υψηλό αξιακό σύστημα, δείχνει να σπαράσσεται από το τραύμα του Β’ παγκοσμίου πολέμου και την προγονική ενοχή της ναζιστικής Γερμανίας. Θα ζητήσει συγγνώμη ενώπιον μας για τη σκληρή οικονομική πολιτική που εφάρμοσε η χώρα του στην Ελλάδα την εποχή των μνημονίων αλλά και για τη φρικαλεότητα του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Θα αναφερθεί στην άνοδο της ακροδεξιάς που του προκαλεί τρόμο και θα μιλήσει για τις ευθύνες μιας νωθρής αριστεράς που αδυνατεί πανευρωπαϊκά να επιτελέσει τον ρόλο της. Μιας κατ’ επίφασιν αριστεράς.
Θα αρνηθεί τα σύνορα και τα ιδεολογήματά τους και θα κατατροπώσει τα εθνικά αφηγήματα. Θα αυτοπροσδιοριστεί ως διεθνιστής Ευρωπαίος πολίτης. Θα μας αποκαλύψει ότι εξαιτίας της ρεπερτοριακής πολιτικής της Schaubühne εκείνος και οι συνεργάτες του δέχτηκαν απειλές θανάτου μέσω μέιλ αλλά και επιθέσεις από ακροδεξιούς όταν ανέβαζαν παραστάσεις με ακραία ριζοσπαστικό πολιτικό περιεχόμενο. Ωστόσο, ο διεθνής δημιουργός θεωρεί πιο επικίνδυνο, τον υφέρποντα φασισμό που μαστίζει την εποχή μας, θεωρώντάς τον ως έναν ακραίο πολιτισμικό πόλεμο. Θα δηλώσει σχετικά:
«Είναι μια πρακτική που πρώτα υιοθέτησε η άκρα δεξιά και στη συνέχεια η πιο συντηρητική παράταξη μαζί με άλλες διαδικασίες, όπως οι ρητορικές, ξενοφοβίας για παράδειγμα στο πλαίσιο μιας ψηφοθηρίας. Αυτό θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ επικίνδυνο. Ειδικά στη Γερμανία, για παράδειγμα, βλέπουμε ότι πολύ ισχυρά κινήματα όπως το κίνημα για τα τρανς άτομα, το κίνημα για τους πρόσφυγες, τα οποία ήταν πάρα πολύ κεντρικά στη γερμανική πολιτική σκηνή, πλέον έχουν δεχτεί ένα ισχυρό πλήγμα. Υπάρχουν τεράστιες επιπτώσεις από την υπαναχώρηση αυτών των κινημάτων. Επομένως, αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι το πώς αλλάζει ο δημόσιος λόγος σε σχέση με τις πραγματικές απειλές που προανέφερα, το πώς επιστρέφουμε σε ρητορικές που έχουν να κάνουν με το έθνος, με την οικογένεια, με τη θρησκεία, με το να μιλάμε για θεούς. Είναι σαν να μην συνέβησαν τα τελευταία 20 με 40 χρόνια του φοιτητικού δημόσιου λόγου. Νιώθω ότι σήμερα ο δημόσιος λόγος είναι ίσως χειρότερος από ότι ήταν στη δεκαετία του ’80. Γιατί είμαστε πιο αντιδραστικοί. Υιοθετούμε έντονα εθνικιστικά αφηγήματα και έχουμε περισσότερο μίσος προς τους φτωχούς. Και αυτό προέρχεται ακόμα και από ανθρώπους που βρίσκονται στην εξουσία, από ανθρώπους που δεν προσπαθούν να καταλάβουν την φτώχεια, αλλά έχουν μόνο απέχθεια προς τα φτωχά άτομα. Αυτό μου φαίνεται ότι είναι η πραγματική απειλή. Και βλέπω, για παράδειγμα, ότι στη Γερμανία το ακροδεξιό κόμμα, σύμφωνα με τα γκάλοπ είναι στο 26%, ενώ το Συντηρητικό Κόμμα βρίσκεται στο 24%. Ποτέ δεν πίστευα ότι μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και μετά την ύπαρξη των Ναζί στη Γερμανία, θα φτάσουμε να είναι το ακροδεξιό κόμμα στην πρώτη θέση της δημοφιλίας».

Το θέατρο μπορεί να είναι όντως ισχυρό, ωστόσο οι πραγματικοί αγώνες δεν δίνονται στο θέατρο
Συνεχίζοντας ο Τόμας Όστερμάιερ μοιράζεται στη συνέντευξη τύπου: «Οι πραγματικοί αγώνες δίνονται στον δρόμο και στην πραγματική πολιτική. Έρχομαι εδώ ως Γερμανός γιατί είμαι Γερμανός και ως Γερμανός μπορεί να νιώθω ενδεχομένως και ντροπή και προς την Ελλάδα και όσον αφορά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, αλλά και όσον αφορά οικονομικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν στη χώρα, στα νεότερα χρόνια. Ωστόσο, επειδή είμαι ένας άνθρωπος που δεν πιστεύει στα έθνη, έρχομαι εδώ περισσότερο, ως διεθνιστής, γιατί πιστεύω ότι τα έθνη είναι μια ιδέα που μπορούμε να καταρρίψουμε σιγά σιγά».
Θα προσθέσει: «Νιώθω ότι σήμερα είμαστε σε συνέντευξη τύπου πολιτικού κόμματος και όχι παράστασης. Σε απάντηση στο γιατί οι άνθρωποι ψηφίζουν εθνικιστικά κόμματα πιστεύω ότι σε ένα βαθμό ευθύνεται και η ίδια η Αριστερά. Γιατί εγκατέλειψε την υπεράσπιση των φτωχών ανθρώπων και των ανθρώπων σε πιο επισφαλή κατάσταση και υιοθέτησαν αφηγήματα διαφορετικά. Και αυτό οδήγησε σε μια στροφή προς τη Δεξιά. Το έργο λοιπόν είναι, εκτός των άλλων, μια κριτική ανάγνωση του πώς ένα προοδευτικό κίνημα μπορεί να προδοθεί. Είναι ένα κριτικό σχόλιο σε σχέση με τους αριστεριστές, τους φιλελεύθερους, τους χίπστερς, οι οποίοι μπορεί να οδηγούν ποδήλατο, μπορεί να είναι βίγκαν, μπορεί να κάνουν γιόγκα, αλλά όταν πραγματικά έχει σημασία, μπορεί να βρεθούν στη θέση να προδώσουν αυτό το κίνημα εκ των έσω».


