Παρακολούθησα την παγκόσμια πρεμιέρα της παράστασης «Ο όρκος της Ευρώπης» του Ουαζντί Μουαουάντ στην Επίδαυρο, μία διεθνής συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και του La Colline – théâtre national και νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ μαζί σας όλα όσα ένιωσα Ευρωπαϊστές φίλοι μου.

Ξημερώματα επέστρεφα από την disco Καπάκι με τα πόδια προς το ξενοδοχείο που μένω προβληματισμένος. Επί 20 λεπτά περπατούσα σκεφτόμουν κι απορούσα με μένα, με εμάς, με την Ευρώπη μας, με τον πλανήτη μας, με όλες εμάς τις μονάδες που αποτελούμε την ανθρωπότητα του παρόντος χρόνου. Γιατί το έχουμε πάει όλο τόσο λάθος, γιατί; Μετά την παράσταση δεν είχα όρεξη να φάω μου ‘χε σφιχτεί το στομάχι, κάθισα για λίγο στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου και συνομιλούσα με μια γιαγιά Ελληνίδα που ‘χει πάει στο Σικάγο για να κρατάει το εγγόνι της το πρώτο, να βοηθήσει όπως μπορεί κι αυτή τα παιδιά της που ζούνε στο εξωτερικό. Έπινε το κρασί της, έπινα τη βότκα λεμόνι μου και λέγαμε για το πώς μεγαλώναμε παλιά, που τα σπίτια ήταν χαμηλά, που είχαν γλέντια, που οι γειτονιές ήτανε ανοιχτές και ο φόβος λίγος. Τότε που ζευγάρια ήτανε 20 κάτι χρόνων όταν αποκτούσαν το πρώτο τους παιδί και παιδιά μεγαλώσανε παιδιά. Αυτή η γενιά μεγάλωσε και μένα, μια γενιά γονιών που πέρασε τα παιδικά της χρόνια μέσα σε μια χούντα, σε μια γύψινη Ελλάδα και αποζητούσε το καλύτερο για τα παιδιά της. Γι’ αυτό εμείς τα παιδιά της γενιάς του ’80 γίναμε ευρωπαϊστές, αγαπήσαμε την έννοια της ενωμένης Ευρώπης διότι πρέσβευε κάποιες αρχές, είχε δοθεί ένας «όρκος». Η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η πίστη στη Δημοκρατία, ένα κράτος δικαίου, ειρήνη και συμφιλίωση, αλληλεγγύη, ισότητα, ελευθερία κίνησης των πολιτών και διακίνησης των αγαθών, πολιτιστική ποικιλομορφία. Κι ήρθε αυτός ο Ουαζντί Μουαουάντ σε μια νύχτα στην Επίδαυρο να μου σκάσει μια φούσκα με το έργο του Ο όρκος της Ευρώπης. 

Μια φούσκα που προφανώς είχε σκάσει μέσα μου εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Δεν την θέλω άλλο αυτή την Ευρώπη μήτε ’γώ πια. Θέλω μια άλλη νέα Ευρώπη. Μα το θέατρο και μια σωστή παράσταση αυτά σου προκαλούν, δεν σ’ αφήνουν να σφυρίζεις αδιάφορα και να επιστρέφεις ανέμελα μεθυσμένος. Σου τρίβουν στη μούρη τα τραύματα και σου φωνάζουν «κοίτα τα, εδώ είναι κάτι πρέπει να κάνεις για να κλείσουν οι πληγές». Δεν μπορούσα να φάω μήτε να κοιμηθώ μετά την παράσταση. Πήγα στο «Καπάκι» μπας και ξαναμπώ στον κόσμο της ανεμελιάς, του «νταξει μωρέ μαλακίες συμβαίνουν». Μα το να διασκεδάσω μου ήτανε αδύνατον. Καθόμουν σε μια γωνιά έβλεπα τους ανθρώπους να χορεύουν κι απορούσα γιατί έχουμε πάρει τη ζωή μας λάθος και δεν αλλάζουμε ζωή; Γιατί η Ευρώπη μας έχει λησμονήσει τους όρκους της; Γιατί έχει μετατραπεί σε ένα γραφειοκρατικό κοινοβούλιο του Βελγίου που μοιράζει κονδύλια ανάπτυξης και δεν πρεσβεύει πια καμία από τις αρετές της Ευρώπης της ενωμένης που οραματιζόμασταν;

Στο μυαλό μου τριγυρνούσε η φράση της Leora Rivlin που έπαιζε την Ευρώπη που αφού ξεσκέπασε το πλαστικό που έκρυβε όλη τη σκηνή που ήταν πάνω στην ορχήστρα της Επιδαύρου εμφανίστηκε ανάμεσα σε καρέκλες σχολικές, ένα κορίτσι 8 χρονών. Της είπε «75 χρόνια τώρα είσαι 8 χρονών κι εγώ είμαι 8 χρονών εδώ και 75 χρόνια. Δεν αντέχω άλλο. Δώσαμε έναν όρκο. Θυμάσαι;»

Έτσι ξεκίνησε Ο όρκος της Ευρώπης, με μια μεγάλη σε ηλικία γυναίκα που απευθυνόταν σε ένα 8χρονο κορίτσι ντυμένο στα λευκά, την Adéle Réto-Lefort που υποδυόταν τη νεαρή Ευρώπη. Κατόπιν εισέβαλε στη σκηνή η Daria Pisareva με μια βαλίτσα και τις γόβες της Λουμπουτέν της έξαλλη, έπαιζε την Άσσια, την ανταποκρίτρια των Ηνωμένων Εθνών που καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης προσπαθούσε να πείσει την Ευρώπη να ομολογήσει τη σφαγή που ήταν μάρτυρας, όταν ήταν 8 ετών στην Ακσάι-Τζάλι-Χαντάν. «Ευρώπη πρέπει να πεις την ιστορία, ο πόλεμος είναι γύρω μας, ο πόλεμος μας διαλύει».

Έψαχνα στη μηχανή αναζήτησης όσο ήμουν στο Καπάκι αν σ’ αυτή την περιοχή είχε γίνει κάποια σφαγή από τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες κάπου κάποτε, μα αυτή ήταν μια περιοχή που δημιούργησε ο Ουαζντί Μουαουάντ. Το μυαλό μου όμως που ξέρει ιστορία αναζητούσε τον τόπο. Σφαγές γενοκτονίες κι άλλα άδικα αποικιοκρατικά συμβαίνουν τη στιγμή αυτή τώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές ακόμα και με τις ευλογίες μερικών ευρωπαϊκών κρατών. Η Ευρώπη της παράστασης είχε κάνει 18 παιδιά που τα έπνιγε βάζοντάς τα μέσα σε μια λεκάνη στο βαθύ ποτάμι, δεν ειπώθηκε μα πιστεύω ήταν όλα τους αγόρια. Τρεις κόρες γλίτωσαν που εμφανίστηκαν επί σκηνής με τις βαλίτσες τους κι αυτές. Δεν γνώριζαν ότι είναι κόρες της Ευρώπης, μήτε τις συνθήκες γέννησής τους, τα ανακάλυπταν μαζί με μας τους θεατές και το δραματικό όλο και πιο πολύ γινόταν τραγικό.

Η Μεγάρα (Δανάη Επιθυμιάδη) σεισμολόγος, υπεύθυνη για την προστασία ιερών μνημείων φρόντιζε να μην καταρρεύσει ο Παρθενώνας ή το Ηρώδειο κι ας είχε καταρρεύσει η ζωή της. Η Ευρώπη την γέννησε επταμηνίτικη και την άφησε να ζήσει. Μα η ζωή της Μεγάρα, κόλαση, έχανε το ένα παιδί μετά το άλλο μέσα στην κοιλιά της. Η Ζοβέτ (Violette Chauveau) που γλίτωσε τον θάνατο, γιατί η Ευρώπη την λυπήθηκε και την έστειλε μακριά στον Καναδά ήταν γιομάτη νεύρα, κρίσεις πανικού και βρέθηκε εκεί πλάι στις άλλες κόρες-αδελφές της λόγω της αναγκαιότητας. Θα προτιμούσε να «πηγαίνει» με τον ψιλικατζή και να ήταν η βασίλισσα του ψιλικατζίδικου. Η Ουεντίχα (Juliette Binoche) δεν πέθανε από τα χέρια της μάνας της, γιατί την σιχάθηκε και την έστειλε στην ανατολή. Μα εκείνη μάταια προσπαθούσε τις θυμωμένες τις αδελφές να κατευνάσει λέγοντάς τους «μας εγκατέλειψε γιατί μας αγαπούσε, κρύβει αγάπη και η εγκατάλειψη», «δεν έχω αραβικό αίμα, έχω κόκκινο αίμα» ενώ η Ευρώπη κυνικά τους απαντούσε και μιλούσε.

Όλη αυτή η συμβολική εγκατάλειψη παιδιών και απόκρυψη της σφαγής που έζησε η 8χρονη τότε Ευρώπη είχε μια παράλληλη ιστορία σε άλλο χρόνο και τόπο. Την στορία του γιου της Ουεντίχα του Ζάκαρι (Emmanuel Schwartz). Ένας γυναικοκτόνος που δικαζόταν ξανά και δεν θα άλλαζε τίποτε απ’ όσα κτηνώδη έκανε σε κείνη την δύσμοιρη γυναίκα κι ας μπορούσε τον χρόνο να γυρίσει πίσω. «Είναι ένα στίγμα εκ γενετής μια κατάρα που δεν μπορείς ν’ αποφύγεις.» Αυτά σκεφτόμουν στον δρόμο προς το ξενοδοχείο, αυτά που μου ξύπνησε αυτή η παράσταση, αυτά που προσπάθησα ν’ αποβάλλω από μέσα μου μα δεν τα κατάφερα. Με νίκησε η ωμή αλήθεια που μου σέρβιρε Ο όρκος της Ευρώπης, μια παράσταση που είναι κρίμα να παιχτεί μόνο δυο φορές και την αδικεί το αν σταθούμε μόνο ότι παίζει η λατρεμένη Ζιλιέτ Μπινός. Ναι, θα λέω ότι είδα την Ζιλιέτ που θαυμάζω να παίζει στην Επίδαυρο μα είχα την ύψιστη τιμή να γίνω μύστης μιας παράστασης που είχε πολλαπλές αναγνώσεις με αλήθειες που πόναγαν. Οι πρωταγωνίστριες βάσταγαν και ύψωναν μαχαίρια, μα τα λόγια τους ήταν μαχαιριές για κάθε σκεπτόμενο πολίτη της γης. 

Σήμερα που ξημέρωσε και έφαγα το πρωινό μου, γράφω αυτές τις γραμμές για να καταγραφούν κάποια πράγματα. Σοφή η ιδέα της Κατερίνας Ευαγγελάτου να γίνει αυτή η σύμπραξη ηθοποιών διαφορετικών εθνικοτήτων. Άριστη η δουλειά που ρίξανε οι ηθοποιοί και συντελεστές της παράστασης αυτής. Τον Όρκο της Ευρώπης θα τον θυμάμαι όχι γιατί έπαιζε η Ζιλιέτ Μπινός μα γιατί ήταν μια παράσταση που είχε εικόνες και ατμόσφαιρες που προκαλούσαν όχι απλά για να προκαλέσουν. Εικόνες δυνατές, αφηγήσεις ανατριχιαστικές που σε έκαναν, φαντάζομαι ειδικά άμα είσαι γυναίκα, να ταράζεσαι. Παρακολουθούσα το κοινό και άκουγα τη δυσφορία των γυναικών να εκφράζεται με ουφ, ω και ωχ ενώ χάζευα τα γουρλωμένα από σοκ μάτια των αντρών. Άκουγα τη σιωπή της συνενοχής όλων μας. Προσωπικά πιστεύω έχουμε κάπως αποκτηνωθεί πια με τα τόσα άδικα και κτηνώδη που έχουν συμβεί στον πλανήτη που κατοικούμε, δεν με τάραξαν καθόλου οι αιματηρές περιγραφές μα με συντάραξε η απορία που μου δημιουργήθηκε. Η απορία του τι θα κάνουμε γι’ αυτές πια. Πώς θα σταματήσουμε γενοκτονίες; Πώς θα ξαναγίνουμε άνθρωποι; Η παράσταση αυτή είχε ανάσες γέλιου, είχε κρεσέντα που θύμιζαν αρχαία τραγωδία, είχε κινησιολογικές στιγμές που θύμιζαν Χορό αρχαίας τραγωδίας και λόγο που ήταν «τραγωδία», όχι αρχαία μα σύγχρονη. Η σύγχρονη πραγματικότητα έχει πια ξεπεράσει τη θεία τραγωδία του Αισχύλου, του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και οι φωνές μας δεν ακούγονται πια ή μήπως βάλαμε όλοι το mute στα συναισθήματα και τη λογική μας.

Μιας και είπα για mute στον Όρκο της Ευρώπης οι ηθοποιοί είχανε στο μέτωπο ένα μικρόφωνο, μα άλλοτε ήτανε κλειστό κι άλλοτε ανοιχτό. Άκουγες και την αληθινή τους φωνή ν’ αντηχεί, θαύμαζες τα κορμιά τους να πάλλονται για ν’ ακουστούν ίσαμε τα άνω διαζώματα. Ο μονόλογος του Ζάκαρι, ένα αριστούργημα κατ’ εμέ γιομάτο αλήθεια, με κλειστό το μικρόφωνο σαν τον άκουγα να λέει: «Είναι σημάδι εκ γενετής η κατάρα, ένα στίγμα που όσο κι αν προσπαθείς να τ’ αποφύγεις μπροστά σου θα το βρεις». Πρέπει να το πάρουμε αλλιώς, ειδικά εμείς οι Ευρωπαίοι που πρεσβεύουμε τη γέννηση της δημοκρατίας και της αναγέννησης, επιβάλλεται να το πάρουμε αλλιώς. Να ξαναφορέσουμε τα παπούτσια μας οι άντρες και οι γυναίκες τα τακούνια σας. Να μάθουμε να περπατάμε ξανά όλοι μαζί, πλάι πλάι για να πάθουμε ανάταση. Να βαδίσουμε όλοι μαζί προς έναν κοινό στόχο θείο όχι τραγικό και ντροπιαστικό.

Είθε η Επίδαυρος να φιλοξενεί στην ορχήστρα της παραστάσεις προκλητικές και ενοχλητικές για μερικούς, διότι αυτές οι παραστάσεις προκαλούν την ίαση της ψυχής και σε κάνουν να περπατάς νύχτα στην Επίδαυρο με σφιγμένο το στομάχι και να θες ν’ αλλάξεις τον κόσμο, να σου προκαλούν αυτή την επιθυμία αλλαγής. Πολλοί θα σταθούν στο γεγονός ότι έπαιξε η Ζιλιέτ Μπινός μα πάνω στη σκηνή ήταν 7 άνθρωποι κι από πίσω άλλοι τόσοι συντελεστές. Γω θα σταθώ στην παράσταση σαν προσευχή, σαν ένα σύνολο καλοδουλεμένο και καλοκουρδισμένο. Μια παράσταση σε τρεις γλώσσες αγγλικά, γαλλικά, ελληνικά που ο υποτιτλισμός της ήταν κι αυτός σκηνοθετημένος έξυπνα. Υπέρτιτλοι πάνω στη σκηνή να σπάνε και να σε κατευθύνουν.

Φυσικά ως Έλληνας Ευρωπαίος δεν θα αντέξω θα πω κι ένα συγχαρητήρια στη Δανάη Επιθυμιάδη που έδωσε την ψυχή της και με την ερμηνεία της με έκανε να νιώσω σαν να πήρε χρυσό μετάλλιο στους ολυμπιακούς η χώρα μου. Ήταν μια διαπολιτισμική παράσταση, ένας αγώνας να σταθούν όλοι αντάξιοι του τόπου, των ρόλων και του έργου. Ενός έργου σύγχρονου, τωρινού, γεμάτο αίμα και ντροπή για όλα όσα γινόμαστε μάρτυρες καθημερινά. Μα η επιθυμία μου παραμένει-οφείλουμε- δεν γίνεται αλλιώς πια και να δώσουμε νέους όρκους εμείς οι Ευρωπαίοι, αλλιώς κάλλιο να μας φάνε τα σκυλιά.