«Το ταξίδι επιστροφής είναι πάντα ταξίδι αλλά ποτέ επιστροφής. Είναι πένθος, εσωτερικός νεκροθάλαμος όπου εισερχόμαστε για να αναγνωρίσουμε το πτώμα ενός πράγματος που θεωρούσαμε ακόμα ζωντανό. Αυτό συμβαίνει για κείνες που θεωρούν ότι θα ξαναβρούν κάποτε τη μητέρα τους αλλά και για τη μητέρα που θεωρεί ότι κάποτε θα ξαναβρεί τις κόρες της. Είναι μια αρχαία ιστορία που επαναλαμβάνεται διαρκώς από τα βάθη του χρόνου» – Ουαζντί Μουαουάντ
Στο πλαίσιο του Κύκλου Contemporary Ancients (σύγχρονοι Αρχαίοι) παραστάθηκε στο αργολικό θέατρο -κατόπιν ανάθεσης από το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου- σε παγκόσμια πρεμιέρα η τελευταία δημιουργία του Ουαζντί Μουαουάντ που τιτλοφορείται «Ο όρκος της Ευρώπης».
Γεννημένος στο Λίβανο το 1968, εκτοπισμένος κατά την παιδική του ηλικία από τη γενέτειρά του εξαιτίας του Λιβανέζικου εμφύλιου πολέμου που μαινόταν, θα αναζητήσει καταφύγιο με την οικογένειά του στη Γαλλία όπου θα ζήσουν πέντε δύσκολα χρόνια. Αναγκάστηκαν τελικά να καταφύγουν στο Κεμπέκ όπου ο διακεκριμένος καλλιτέχνης έζησε μέχρι το 2000.
Ο σημαντικότατος συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός, και καλλιτεχνικός διευθυντής, τα τελευταία χρόνια του Théâtre National de la Colline στο Παρίσι έχει βραβευθεί αρκετές φορές για την πολυσχιδή προσφορά του στην τέχνη με τιμητική αιχμή των βραβεύσεών του αυτήν της ανακήρυξής του ως Ιππότη του Εθνικού Τάγματος Τεχνών και Γραμμάτων της Γαλλίας το 2002, του Καναδά το 2009 και του Κεμπέκ το επόμενο έτος.
Το έργο του διαπνέεται από έντονο πολιτικό στίγμα, δύναμη, ωμότητα αλλά και με μια ποιητικότητα σπάνια για τη σύγχρονη δυτική σκηνή. Δομική θεματική του η προσπάθεια απελευθέρωσης του ατόμου από το συλλογικό τραύμα ενός ατελείωτου κύκλου αίματος και βίας.
Η πολιτισμική ταυτότητα, το διαγενεακό τραύμα, η συλλογική μνήμη, η βίαιη απομάκρυνση από την πατρική γη, οι τραυματικές συνθήκες της προσφυγιάς, η αναζήτηση του εαυτού υπ’ αυτές τις τραυματικές συνθήκες αποτελούν βασικές θεματικές των καλλιτεχνικών αναζητήσεών του. Διερωτάται πόσο ο άνθρωπος καθορίζεται από την πολιτισμική του ταυτότητα, πόσο από την πολιτισμική ανατροφή του και πόσο από την καταγωγή του και αν μπορεί διατηρώντας την κουλτούρα του, να απελευθερωθεί από τις δεσμεύσεις τους, αισθανόμενος μέλος μιας πανανθρώπινης κοινότητας.
Σκηνοθεσία – δραματουργία
Το παραστασιακό του εγχείρημα δείχνει να ανταποκρίνεται στην βαθύτερη ουσία του Κύκλου Contemporary Ancients (σύγχρονοι Αρχαίοι) και αυτή είναι η πρώτη μεγάλη αρετή του, αφού δεν περιορίζεται στο να επανανοηματοδοτήσει θεματολογικά και ιδεολογικά το Αρχαίο Δράμα αλλά παρακινημένος από τον θαυμασμό του για την Αρχαία Τραγωδία θα αποπειραθεί να ανατρέξει στο γενετικό της υλικό που δεν είναι άλλο από τον Μύθο. Θα ανακαλέσει το ηθικό σχήμα από το οποίο διαπνέεται, δηλαδή την Ύβρη, την Άτη, την Νέμεση, την Τίση και την Κάθαρση χρησιμοποιώντας αυτές τις έννοιες ως θεμέλιο λίθο για να δομήσει το σύγχρονο σκηνικό του αφήγημα.
Ο αέναος κύκλος της βίας και του αίματος, οι προαιώνιοι ηθικοί νόμοι, οι αρχετυπικές μορφές που βίαια αλλά μάταια απωθούνται από τον σύγχρονο άνθρωπο, το ιστορικοπολιτικό συμφραζόμενο ως μοχλός συντριβής του ατόμου θα αποτελέσουν τα υλικά του δραματουργικού αρχιτεκτονήματος της παράστασης. Η σκηνική του κατάθεση θα αναπτυχθεί με ειλικρίνεια, ευθυβολία και πάθος στο θέατρο όπου συντελέστηκε η σύγχρονη αναβίωση του Αρχαίου Δράματος, του μοναδικού είδους θεάτρου που γεννήθηκε από την άμεση Δημοκρατία, και που από το 1954 και αδιάλειπτα για 70 συναπτά χρόνια τιμά με τις εκφάνσεις αναβίωσής του αυτή τη συνέχεια στην ουσία της.

Η δεύτερη μεγάλη αρετή του εγχειρήματος είναι ότι κατατάσσει την έννοια της Συμφιλίωσης, -μια έννοια εδώ και καιρό απαξιωμένη -ως καθοριστική της επούλωσης των συλλογικών τραυμάτων της ανθρωπότητας.
Οι ισχυρές σκηνικές δυναμικές, η αφοπλιστική παραστασιακή ευθυβολία, οι εξαιρετικές ερμηνείες, η ειλικρινής καλλιτεχνική κατάθεση εξουδετερώνουν τις δραματουργικές απλουστεύσεις και τις σκηνοθετικές αστοχίες και κάποιους ατυχείς συμβολισμούς. Παρά το ακραίο του θέματος, της ωμότητας και της αγριότητας των περιγραφών και των γεγονότων, το αποτέλεσμα της πρόσληψης είναι μια συνεκτική συγκίνηση που κατακλύζει τους θεατές.




Ομολογώ ότι την σκηνή του τέλους με τις τρεις κόρες της Ευρώπης να προσπαθούν να ισορροπήσουν στα στραφταλίζοντα γοβάκια Christian Louboutin μόνο ως ειρωνική θα μπορούσα να την αποδεχτώ. Δεν νομίζω όμως ότι υπήρξε τέτοια πρόθεση από τον σκηνοθέτη και τη δραματουργό του. (Κείμενο – Σκηνοθεσία: Wajdi Mouawad – Δραματουργία: Charlotte Farcet)
Έργο και ανάλυση
Παρακολουθούμε μια 75χρονη γυναίκα που ονομάζεται «Ευρώπη» να συνομιλεί σε έναν εσωτερικό ακίνητο χωροχρόνο με τον φασματικό παιδικό εαυτό της και να παραδέχεται ότι στα οκτώ της χρόνια κατά τη διάρκεια μιας αιματηρής αλληλοσφαγής της κοινότητάς της και καθώς οι δικοί της σφάγιαζαν ανελέητα, οι διωκόμενοι στην προσπάθειά τους να διασφαλίσουν την συνέχεια της γενιάς τους έκρυψαν δεκαοκτώ παιδιά στο σχολείο για να τα διασώσουν. Τότε, εκείνη, ρίχνοντας μια φωτοβολίδα ενημέρωσε τους δικούς της για την ύπαρξη των παιδιών και εκείνοι με τη σειρά τους ελευθέρωσαν άγρια σκυλιά που τα κατασπαράξαν.
Η αποτρόπαια πράξη της γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό και επαίνους από την κοινότητά της, πλην του μεγαλύτερου αδερφού της που εναντιώνεται στις ανόσιες πράξεις των σφαγών, βασανίζεται φρικτά από τον πατέρα και τον θείο του, πεθαίνει, παραμένοντας όμως ηθικά άθικτος, ενώ καθώς ψυχορραγεί, επιβάλλει όρκο στην αδερφή του ότι οφείλει να εξαγνιστεί για την ανόσια πράξη της: «Έχεις ένα μαχαίρι στη μήτρα», θα της πει ενώ ξεψυχά.

Η μικρή Ευρώπη έχει διαπράξει τριπλή ύβρη: έχει οδηγήσει ανυπεράσπιστα παιδιά σε μαρτυρικό θάνατο, έχει παραβιάσει το άσυλο του σχολείου που σε όποια συνθήκη πολέμου οφείλει να μένει αλώβητο, και έχει αφήσει τα παιδιά να κατασπαραχθούν από σκυλιά.
Την δράση του παραστασιακού εγχειρήματος, λοιπόν, εκκινεί η διάπραξη αυτής της τριπλής ύβρεως. Υβρις θεωρείται η υπέρβαση των ανθρώπινων ορίων και κυρίως μια συμπεριφορά βίαιη, αλαζονική, προσβλητική, ανίερη απέναντι στους ανθρώπινους νόμους αλλά κυρίως απέναντι στο άγραφο θεϊκό δίκαιο. Τα αποτελέσματα της ύβρεως βαραίνουν τόσο αυτόν που τη διέπραξε όσο και τις επόμενες γενεές που προέρχονται από αυτόν.
Καθώς ο φυσικός χρόνος περνά, και ενώ η Ευρώπη παραμένει ψυχικά εγκλωβισμένη στον ακίνητο χρόνο της σφαγής και στον φασματικό τόπο του σχολείου εκπίπτει στην άτη, την τύφλωση του νου εξαιτίας της ύβρεως που έχει διαπράξει και που την οδηγεί σε ακόμα πιο αποτρόπαιες πράξεις. Η Ευρώπη έχει αποφασίσει να γεννήσει δεκαοκτώ παιδιά, όσα και τα παιδιά που σφαγιάστηκαν εξαιτίας της, στην παιδική της ηλικία και να τα θανατώσει πνίγοντάς τα στο κοντινό ποτάμι του οικισμού. Και αυτό έχει κάνει στα τρία πρώτα νεογνά που είναι αγόρια.
Ο Μουαουάντ χρησιμοποιεί το αρχέτυπο της «τερατικής μητέρας» που όπως αναφέρει η Δ. Αναστασιάδου στην διδακτορική της διατριβή «Η διαχρονική πορεία της Μήδειας του Ευριπίδη» (*):
«Οι μητέρες είναι μήτρες της μνήμης, που μέσα από θρήνους δολοφονούν
επειδή έχασαν όσους αγάπησαν. Μητέρες ως μήτρες μνήμης και ζωής, που
παραφυλάττουν το διαρκές πέρασμα στον Άδη, σαν μύηση, γέννηση και ταξίδι, ότι
επίσης ανάγει την τραγωδία σε ωδή θανάτου, σ’ ένα διαρκή θρήνο, ένα πένθιμο
τραγούδι για τον θεό και τον άνθρωπο. Η μητρότητα στην αρχαία Ελλάδα είναι
πρότυπο του πένθους, δολοφονική και υπέρμετρη, όπως είναι και μάχιμη. Η
μαχόμενη θηλυκότητα είναι συνώνυμη της μάχιμης μητρότητας· τραβά μαχαίρι,
κάνοντας την υπόθεση “της θρηνούσας και εγκαταλελειμμένης γυναίκας” μια
υπόθεση επικίνδυνη. Το μαχαίρι είναι κρυμμένο στον γυναικείο χιτώνα, αλλά
συχνά υψώνεται δημόσια στην αρχαία τραγωδία»
Μέσα από την διάχυση της «τερατολογίας της μητρικής εικόνας» (*) ο σημαντικός δημιουργός επιτυγχάνει την επικράτηση του Αποτρόπαιου και την ανάδειξη του Τραγικού.
Όμως, η Ευρώπη δεν αντέχει να ολοκληρώσει την αποτρόπαια πράξη της και διασώζει τα τρία τελευταία παιδιά που γεννά, και τα τρία κορίτσια, αφήνοντάς τα δίπλα στο ποτάμι. Η τύχη των παιδιών αυτών παραμένει άγνωστη για την γηραιά πλέον Ευρώπη η οποία -αν και βασανίζεται φρικτά από την ανάμνηση της πράξης της- αρνείται να την ομολογήσει.

Η Νέμεση (η οργή του Θείου στην Αρχαία Ελληνική γραμματεία) στην παράσταση του Μουαουάντ προσωποποιείται από την Άσσια Φαντιάγκχα, μια διπλωμάτη των Ηνωμένων Εθνών που πιέζει την γηραιά Ευρώπη να ομολογήσει τα εγκλήματά της, εκείνη αρνείται πεισματικά, μέχρι που δέχεται να μιλήσει αν η διπλωμάτις της φέρει μπροστά της τις τρεις χαμένες κόρες της που αγνοούν και το ποια είναι η μητέρα τους και την ύπαρξη η μία της άλλης.

Η Άσσια Φαντιάγκχα θα κρατήσει τον λόγο της. Τρεις γυναίκες, η Μεγάρα, η Wadiha και η Ζοβέτ, και οι τρεις κόρες της Ευρώπης θα βρεθούν απέναντί της. Η τίση (τιμωρία) που επέφερε η δική της Ύβρη θα της επιβληθεί μέσω των όσων διαγενεακά υποφέρουν τα παιδιά της: Η Ζοβέτ υποφέρει από φοβίες και έχει έναν ακατανόητο τρόμο για τα σκυλιά, παραμένει άνεργη, ανερμάτιστη, περιπλανώμενη και άπατρις. Η Μεγάρα πάρα τις επαναλαμβανόμενες εξωσωματικές δεν κατορθώνει να γεννήσει, αποβάλλοντας τα έμβρυα και η Ουεντίχα -η ενσάρκωση του καλού- έχει ένα γιο που αρνείται να ομολογήσει το ειδεχθές έγκλημα που έχει διαπράξει δηλαδή ότι σκότωσε, ασέλγησε, και έφαγε τα σωθικά της ερωμένης του που τον εγκατέλειψε, αποτρόπαια πράξη και ανθρωποφαγία που παραπέμπουν στα Θυέστεια δείπνα.

Η Ύβρις της αρχαίας ελληνικής γραμματείας με το διαγενεακό τραύμα συναντιούνται δραματουργικά στην προσπάθεια του σημαντικού δημιουργού να μιλήσει για την συντριβή του Ανθρώπου στο σύγχρονο ανίερο ιστορικοπολιτικό συμφραζόμενο.
Το οκτάχρονο κοριτσάκι που κατοικεί την εβδομηνταπεντάχρονη γυναικα θα ομολογήσει την αποτρόπαια πράξη. Θα αποκαλύψει ότι είναι η Μητέρα των τριών γυναικών. Η Μητέρα των πληγών του σύγχρονου κόσμου. Η Γηραιά Ήπειρος που γεννά πολιτισμό και τον θανατώνει κατ’ εξακολούθηση. Η ομολογία αυτή θα δημιουργήσει εκρήξεις οργής και οδύνης αλλά θα οδηγήσει στην κάθαρση των προσώπων. Θα προσπαθήσουν να ορθοποδήσουν ρημαγμένα, λεηλατημένα αλλά απαλλαγμένα πλέον από τις ανόσιες πράξεις που τα βάραιναν επιζητώντας την συμφιλίωση σε όλες της τις μορφές.

Οι συντελεστές
Τόσο τα σκηνικά του (σημαντικού) Emmanuel Clolus όσο και τα κοστούμια της Isabelle Flosi αισθάνομαι ότι δεν ήταν ιδιαίτερα εμπνευσμένα ούτε λειτουργικά. Ιδίως ο σκηνικός χώρος δημιουργούσε μια ψευδαίσθηση σκηνής κλειστού θεάτρου που εξουδετέρωνε τη δύναμη της Ορχήστρας του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου.
Ο σχεδιασμός φωτισμού του Laurent Schneegans είχε δύναμη και ενδιαφέρον.
Ο σχεδιασμός ήχου της Annabelle Maillard και η μουσική σύνθεση του Αλέξανδρου Δράκου Κτιστάκη συνοδοιπορούν αρμονικά με την παράσταση.


Οι ερμηνείες
Η Daria Pisareva ερμηνεύει με ακρίβεια την Άσσια Φαντιάγκχα (διπλωμάτη των Ηνωμένων Εθνών) της οποίας η ταξική της υπεροχή θα διαρραγεί όταν αποκαλυφθεί ότι ανήκει στους απογόνους της φυλής που σφαγιάστηκε και αναζητά την αλήθεια και τη δικαίωση.

Επαρκής η Violette Chauveau ως Jovette.

Στην πιο πλήρη ερμηνεία της μέχρι τώρα η Δανάη Επιθυμιάδη, ως Μεγάρα. Εξαιρετικά εύστοχη η υποκριτική της αντίθεσης σπαραγμού και βιτριολικού χιούμορ.

Ο Emmanuel Schwartz ως Zacharie (κυρίως στην ομολογία του ειδεχθούς εγκλήματος) μας πρόσφερε μια συνταρακτική ερμηνευτική κατάθεση: μέτρο, λιτότητα, σπαραγμός, βαθύτητα, τρυφερότητα.

Η Juliette Binoche, ως Wadiha πέρα από τη θαυμαστή υποκριτική της δεινότητα έχει μια σπάνια ηθική ποιότητα με την οποία διακονεί την τέχνη της: σεμνότητα, δεξιοτεχνία και φως.

Η Leora Rivlin ως Ευρώπη μας πρόσφερε μια συναρπαστική ερμηνευτική κατάθεση: συντετριμμένη και τερατώδης. Ανίσχυρη στον ζόφο που δημιούργησε και παντοδύναμη μέσα από την ηρωική πράξη της ομολογίας.

Ομολογώ, ότι αρχικά με ανησύχησε η παρουσία ενός τόσο μικρού παιδιού σε ένα τόσο ακραίο θέαμα. Όμως η μικρούλα Adèle Réto-Lefort έμοιαζε τρισευτυχισμένη στην υπόκλιση, τόσο προστατευμένη συναισθηματικά που μου έφυγε κάθε ενδοιασμός.

Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια που νομίζω αξίζει να αναφερθεί είναι ότι ο Μουαουάντ έχει γράψει και βιβλία για παιδιά: το “La petite pieuvre qui voulait jouer du piano” (το μικρό χταπόδι που ήθελε να παίξει πιάνο) και το “Pacamambo” για μεγαλύτερα παιδιά, που με απαλότερο τρόπο ασχολείται και πάλι με τις γνωστές θεματικές του.
…Συνοψίζοντας
Μια παράσταση γεμάτη σπαραγμό και φως. Ποίηση και ζόφο. Ειλικρίνεια και ηθική ποιότητα. Που η δύναμη και το βάθος της εξουδετέρωσαν τις όποιες δραματουργικές και σκηνοθετικές αδυναμίες.

(*) Αναστασιάδου Δ: Η διαχρονική πορεία της Μήδειας του Ευριπίδη, Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου (1999)
