Ο Μίκι Μπαρνς είναι κάπως βλάκας. Τι κάπως δηλαδή – πολύ είναι. Μια σειρά από εντελώς λανθασμένες αποφάσεις, η μια πιο λάθος απ’ την άλλη, θα τον οδηγήσει να υπογράψει την ένταξή του στο πρόγραμμα των «αναλώσιμων». Θα κάνει αυτό που θα του λένε τα αφεντικά του, οσοδήποτε επικίνδυνο κι αν είναι, αν χρειαστεί να πεθαίνει, θα πεθαίνει και μετά φτου κι απ’ την αρχή. «Μίκι, πώς είναι να πεθαίνεις;», έχει κουραστεί να ακούει την ερώτηση. Το έχει πάθει τόσες πολλές φορές, ώστε οι άλλοι αναρωτιούνται αν είναι κάτι που το συνηθίζεις ή εξακολουθεί να σε χαλάει. Ψέματα όμως, δεν αναρωτιούνται από ενδιαφέρον για εκείνον και την πολλαπλότητα των θανάτων του, αναρωτιούνται από αγωνία για τη μοναδικότητα του δικού τους.

Βρισκόμαστε στα μέσα του αιώνα μας, άρα όχι και τόσο μακριά, 25 – 30 χρόνια από σήμερα, και μια επαναστατική τεχνολογία αλλάζει άρδην τα υπαρξιακά δεδομένα. Τα σώματα των ανθρώπων μπορούν να επανατυπώνονται σε τρισδιάστατους εκτυπωτές και όλα τα δεδομένα της μνήμης τους να φορτώνονται αμέσως μετά στον εγκέφαλό τους. Όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, το γεγονός εγείρει μείζονα ζητήματα βιοηθικής, απασχολώντας φορτισμένα τον δημόσιο διάλογο. Εξίσου πάντως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι μια τέτοια εφεύρεση θα γινόταν περίπου ανάρπαστη, νομίμως ή παρανόμως, προκειμένου οι άνθρωποι να αποκτήσουν την πολυπόθητη διαιώνιση της ζωής τους. Και κατεξοχήν ανάμεσα στους ανθρώπους, εκείνη που θα έσπευδε πρώτη να την αποκτήσει θα ήταν η ελίτ τους. Την ταινία δεν την απασχολεί καθόλου το θέμα, είναι σαν να μην περνάει καν απ’ το μυαλό της, καθώς το φόκους της ως προς τις συνέπειες της εφεύρεσης είναι διαφορετικό. Και μολονότι υπάρχει έντονη η παρουσία ενός ζευγαριού – εκπροσώπου της ελίτ, ούτε εκείνους τους απασχολεί καθόλου.

 

Copyright: © 2025 Warner Bros. Entertainment Inc. All Rights Reserved. | Photo Credit: Jonathan Olley, Caption: (L to r) ANAMARIA VARTOLOMEI as Kai, DANIEL HENSHALL as Preston and ROBERT PATTINSON as Mickey 17 in “MICKEY 17,” a Warner Bros. Pictures release.

 

Το ένα ζήτημα λοιπόν που εγείρεται είναι αυτή καθαυτή η δυνατότητα να μην τελειώνει ο άνθρωπος με τον θάνατό του, το άλλο είναι ότι υπάρχει επίσης η δυνατότητα να προκύψουν αντίγραφα των ανθρώπων όσο ακόμη εκείνοι βρίσκονται εν ζωή. Το δεύτερο απαγορεύεται ρητώς και κατηγορηματικώς και θεωρείται εξαμβλωματικό, στο πρώτο βρίσκεται το παραθυράκι ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο εκτός της Γης, καθώς ήδη η ανθρωπότητα έχει προλάβει να ξεκινήσει διαδικασίες αποίκισης άλλων πλανητών. 

Κάπως έτσι γεννιέται το πρόγραμμα των «αναλώσιμων», κάπως έτσι η τεχνολογία της αέναης αναγέννησης της ζωής, αντί να στραφεί προς άλλες κατευθύνσεις, μετατρέπεται σε μια ακόμα εκδοχή εκμετάλλευσης του ανθρώπινου δυναμικού, σε μια ακόμα εκδοχή εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι θα ακούσουμε ξανά και ξανά ότι πρόκειται για δουλειά. Ο Μίκι έχει πιάσει δουλειά ως αναλώσιμος. Μακριά από τη Γη, εκεί που οι συνθήκες διαβίωσης σε ανεξερεύνητους πλανήτες είναι εξίσου ανεξερεύνητες, ένα καλός άνθρωπος – πειραματόζωο, ένας πειραματάνθρωπος, είναι καταλυτικής σημασίας προκειμένου να δοκιμαστούν πάνω στους διαδοχικούς θανάτους του τα δεδομένα που θα οδηγήσουν σε εμβόλια, φάρμακα, λυτρωτικές για το είδος μας συνέπειες. Όταν η δουλειά σου είναι να είσαι αναλώσιμος, η εργατική σου δύναμη είναι η ίδια η ζωή σου, την οποία θα δώσεις όσες φορές χρειαστεί.

 

Copyright: © 2025 Warner Bros. Entertainment Inc. All Rights Reserved. | Photo Credit: Jonathan Olley, Caption: STEVEN YEUN as Timo in “MICKEY 17,” a Warner Bros. Pictures release.

 

Το 2019 ο Μπονγκ Τζουν-χο έγραψε ιστορία με τα «Παράσιτα», ίσως στο πιο ανέλπιστο όσκαρ καλύτερης ταινίας ως τότε αλλά και έβερ (αν και οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ένα βασικό χαρακτηριστικό των όσκαρ καλύτερης ταινίας των τελευταίων ετών είναι ακριβώς το ότι όταν φτιάχνονταν, κανείς δεν περίμενε ότι θα φτάσουν ως εκεί – χαρακτηριστικό φουλ επαινετό, είτε πρόκειται για ταινίες που αξίζουν και με το παραπάνω, όπως κατεξοχήν τα «Παράσιτα», αλλά και το «Τα Πάντα Όλα» και το “Αnora”, είτε για ταινίες που προκαλεί τουλάχιστον αμηχανία το γεγονός ότι έφτασαν ως εκεί όπως το “Coda” (αν κι εδώ μπαίνει ο αστερίσκος πως είχαμε να κάνουμε με χρονιά κόβιντ), είτε με πιο ενδιάμεσες περιπτώσεις όπως το “Νοmadland”. Πλάκα – πλάκα δηλαδή τα τελευταία χρόνια μόνο το «Οπενχάιμερ» ήταν κατασκευασμένο με τέτοιο βεληνεκές και τέτοια φιλοδοξία).

Όπως και να ΄χει, αποτέλεσμα του θριάμβου των «Παρασίτων» ήταν ότι βρέθηκε με μεγάλο μπάτζετ στα χέρια του και -παρόλο το μεγάλο μπάτζετ- με επίσης μεγάλη καλλιτεχνική ελευθερία. Και είναι ένα περίεργο ζώο η καλλιτεχνική ελευθερία, γιατί, ναι, εννοείται ότι τασσόμαστε υπέρ της και ότι αν μας έπεφτε λόγος θα την υπερασπιζόμασταν, αλλά πολλές φορές ένα κάποιο τρίτο πιο ψυχρό μάτι, ακόμη κι αν πρόκειται για το ψυχρό μάτι των παραγωγών, μπορεί να λειτουργήσει όχι εις βάρος αλλά υπέρ του τελικού αποτελέσματος. 

 

Copyright: © 2025 Warner Bros. Entertainment Inc. All Rights Reserved. | Photo Credit: Courtesy of Warner Bros. Pictures, Caption: (L to r) ROBERT PATTINSON as Mickey 18 and ROBERT PATTINSON as Mickey 17 in “MICKEY 17,” a Warner Bros. Pictures release.

 

Ένα τέτοιο premise sci-fi ταινίας, που βάζει ζητήματα θνητότητας και παράκαμψής της, ζητήματα ταυτότητας και πολλαπλότητας και διαφοροποίησης εαυτών, αλλά που θέλει να είναι και πολιτική και οικονομική αλληγορία, ο Μπονγκ Τζουν-χο επιχειρεί να το αντιμετωπίσει όχι με αντίστοιχο των θεμάτων του βάρος, αλλά με έναν τόνο υπονομευτικά ανάλαφρο, διατηρώντας το δικαίωμα για σποραδικές ενέσεις τρυφερότητας. Τα κατάφερε όμως;

Το “Mickey 17” δεν ξεκινάει απλά καλά, ξεκινάει λίαν εντυπωσιακά. Στο πρώτο του μέρος ο δημιουργός του κρατάει το τιμόνι με δεξιοτεχνική ενορχηστρωτική σταθερότητα, καθώς παρακολουθείς να ξεδιπλώνεται μια ιστορία, που το μοντάζ όπως δένεται με τη φωνή off της αφήγησης του ήρωα, η υπέροχη μουσική, η εξαιρετική καλλιτεχνική διεύθυνση, το σενάριο και το σκηνοθετικό βλέμμα, όλα συνθέτουν ένα συμπαγές και ενιαίο σώμα. Αλλά μετά, όσο περνάει η ώρα, η ταινία αρχίζει να μένει από δυνάμεις, σαν ποδοσφαιρική ομάδα που πρέσαρε ασφυκτικά στο ξεκίνημα του αγώνα δίνοντάς τα όλα και ταυτόχρονα παρουσιάζοντας παραπλανητική εικόνα για τις αληθινές της δυνατότητες, μέχρι να καταλήξουμε προς το φινάλε στην πλήρη κατάρρευσή της.

 

Copyright: © 2025 Warner Bros. Entertainment Inc. All Rights Reserved. | Photo Credit: Courtesy of Warner Bros. Pictures, Caption: (L to r) ANAMARIA VARTOLOMEI as Kai Katz in “MICKEY 17,” a Warner Bros. Pictures release.

 

Κι ίσως αυτή είναι μια βασική διαφορά ανάμεσα σε ένα επιτυχημένο και σε ένα μη επιτυχημένο κινηματογραφικό εγχείρημα: στην πρώτη περίπτωση ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του, αποδεικνύοντας όσο κυλά πως όλα υπηρετούσαν ένα σχέδιο το οποίο ξέροντας πολύ καλά που θέλει να οδηγηθεί, δεν είχε κανένα άγχος να φανερώσει όλα τα χαρτιά του από την αρχή. Στο “Μickey 17” όταν τελειώνει ο εντυπωσιασμός και εγκαθιδρύεται εντελώς η συνθήκη του σύμπαντος της ταινίας, το από εκεί και πέρα αρχίζει να αποσυντίθεται μπροστά στα μάτια μας με τρόπο ίσως ακόμη εντυπωσιακότερο. Ως συνολική πρόθεση το “Μickey 17” φιλοδοξεί να μιλήσει άλλοτε σαρκαστικά κι άλλοτε εμπνευστικά για ένα σωρό πράγματα, ως αποτέλεσμα ξεκινά γεμάτο υποσχέσεις για εντελώς γόνιμες δυναμικές και αλληλεπιδράσεις, για να καταλήξει προϊούσης της εξέλιξής του σε έναν αχταρμά επικίνδυνα κοντά στην αφέλεια και τη σάχλα. 

 

Copyright: © 2025 Warner Bros. Entertainment Inc. All Rights Reserved. | Photo Credit: Courtesy of Warner Bros. Pictures, Caption: STEVEN YEUN as Timo in “MICKEY 17,” a Warner Bros. Pictures release
Copyright: © 2025 Warner Bros. Entertainment Inc. All Rights Reserved. | Photo Credit: Courtesy of Warner Bros. Pictures, Caption: A scene from “MICKEY 17,” a Warner Bros. Pictures release.

 

Ο Ρόμπερτ Πάτινσον είναι εξαιρετικός στην πιο κλοουνίστικη και χαζοβιόλικη εκδοχή του Μίκι. Έχει ανακαλύψει και κατακτήσει εδώ έναν δικό του ερμηνευτικό χώρο, τον οποίο υπηρετεί όχι μόνο με τις εκφράσεις του, αλλά και με όλη την κινησιολογία του, όπως επίσης κατεξοχήν και με τη φωνή του. Δεν θεωρώ ότι είναι εξίσου καλός στην πιο σκληρή εκδοχή του Μίκι, αλλά μάλλον μικρό το κακό. O Mαρκ Ράφαλο στο “Poor Things” ήταν ένα χάρμα ερμηνευτικής ακρίβειας και ισορροπίας. Εδώ ίσως και επειδή παραμένει έντονα στην μνήμη ο θετικός αντίκτυπος από τον ρόλο του εκεί, στην αρχή αρχίζεις και πιστεύεις ότι πάλι θα έχει φτιάξει κάτι αξιομνημόνευτο και ότι η στροφή του σε ρόλους πιο μπουφόνικους είναι ευεργετική. Δυστυχώς όμως η πλάνη αυτή διαλύεται σχετικά γρήγορα, καθώς βυθίζεται στην καρικατούρα όλο και περισσότερο. Προφανώς η ευθύνη δεν είναι μόνο δική του, ενδεχομένως να μην είναι καν κυρίως δική του και η υπερβολή στην ερμηνεία του να είναι προϊόν σκηνοθετικών οδηγιών. Αλλά το πρόβλημα με τις ερμηνείες ξεκινά συχνότατα από τον ρόλο που οι ηθοποιοί καλούνται να υποδυθούν. Όταν οι ρόλοι είναι τόσο σχηματικοί, είναι πιο δύσκολο και για τον ηθοποιό να βρει τον τρόπο να τους αποδώσει, καταφεύγοντας σε τερτίπια που θα καλύπτουν τα κενά. Η Τόνι Κολέτ δίπλα του συγκρατεί πάντως το δικό της γκροτέσκο με πιο φυσικό και μη ενοχλητικό τρόπο.  

 

Copyright: © 2025 Warner Bros. Entertainment Inc. All Rights Reserved. – Photo Credit: Courtesy of Warner Bros. Picture | Caption: (L to r) NAOMI ACKIE as Nasha and ROBERT PATTINSON as Mickey 17 in “MICKEY 17,” a Warner Bros. Pictures release.
Copyright: © 2025 Warner Bros. Entertainment Inc. All Rights Reserved. | Photo Credit: Jonathan Olley, Caption: (L to r) NAOMI ACKIE and director BONG JOON HO on the set of “MICKEY 17,” a Warner Bros. Pictures release.

 

Όχι μόνο λόγω του Ράφαλο, το “Μickey 17” φέρνει το σινεμά του Λάνθιμου στο μυαλό. Ανυπομονούμε να δούμε πώς θα κινηθεί στον χώρο του ανάλαφρου sci-fi ο Λάνθιμος με τη “Bugonia” του που την περιμένουμε προσεχώς, διασκευή νοτιοκορεάτικης μάλιστα ταινίας. Ακόμα και τις φορές που αποτυγχάνει πάντως ο Λάνθιμος, ποτέ δεν είναι επειδή έφτιαξε κάτι ρηχό. Όταν την πατάει την πατάει επειδή η πολλή αποδόμηση και το πολύ φεύγα σε πετάνε κάπου έξω. Όταν την πατάει είναι επειδή οι ταινίες του παραπροσπάθησαν να είναι πιο έξυπνες από τον θεατή τους. Εδώ ο Μπουνγκ Τζουν-χο παραδίδει μια ταινία που τελικά καταλήγει να είναι μάλλον λιγότερο έξυπνη από τον θεατή της. Η πρώτη εκδοχή αποτυχίας (ή ας μιλάμε καλύτερα για μη επιτυχίες και όχι για αποτυχίες όταν πρόκειται για τέτοιου διαμετρήματος δημιουργούς, που ακόμα και στις λιγότερο καλές στιγμές τους δεν γίνεται να μην προσφέρουν και κάτι γόνιμο) υποφέρει από εστετισμό, η δεύτερη από χοντροκοπιές. 

Και τέλος, βλέπεις ότι κάπου προς την μέση, κάπου λίγο πριν αρχίσει να παίρνει η ταινία τον κατήφορο, ο Μπονγκ Τζουν-χο πάει να παίξει με ζητήματα σεξουαλικότητας. Κάνει πίσω. Ο Γιώργος μας δεν θα έκανε ποτέ πίσω.