H Aνόρα είναι χορεύτρια σε στριπτιτζάδικο. Έχοντας ρωσική καταγωγή ξέρει ρώσικα, ακόμα κι αν δεν τα μιλάει τόσο καλά. Άλλα Αμερικανίδα είναι, Άνι τη λένε, Άνι τη φωνάζουν κι όχι Ανόρα. Κι όταν την ειδοποιούν ότι ήρθε στο κλαμπ ένας ματσωμένος Ρώσος πιτσιρικάς και πρέπει να πάει να του προσφέρει τις υπηρεσίες της, του εξηγεί ότι προτιμάει να μιλάνε στα αγγλικά, ακόμα κι αν κι εκείνος με τη σειρά του δεν τα μιλάει τόσο καλά. Τη βρίσκουν πάντως την κοινή μεταξύ τους γλώσσα, εκείνη 23, ο Ιβάν 21, είναι η γλώσσα της κοινής νιότης, είναι η γλώσσα της αγοράς σεξουαλικών υπηρεσιών, καθώς εκείνος ενθουσιάζεται μαζί της, θέλει να τη δει κι εκτός κλαμπ, την βλέπει κι εκτός κλαμπ, θέλει να αρχίσει να τη βλέπει συχνά, τη βλέπει συχνά, θέλει τέλος να τη νοικιάσει αποκλειστικά για μια εβδομάδα, έναντι παχυλού οικονομικού ανταλλάγματος. 

 

 

Η Ανόρα μαθαίνει ξαφνικά πως είναι να ζεις με ένα μεγάλο παιδί που παρτάρει χωρίς αύριο και διαθέτει λεφτά χωρίς τέλος ικανά να υποστηρίξουν το κοινό τους ξεσάλωμα. Η Ανόρα ζει μέσα στην πολυτέλεια, σε μια πολυτέλεια πρωτοφανή για την ίδια αλλά και για τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων, ζει ζωάρα, πληρώνεται ακριβά, τι άλλο μπορεί να θέλει; Εκείνος όμως θέλει και κάτι άλλο, κάτι που του έρχεται ξαφνικά ως έμπνευση. Θέλει να την παντρευτεί. Για να πάρει την υπηκοότητα, για να γίνει κι εκείνος Αμερικάνος. Αλλά θα τον αφήσουν η μαμά κι ο μπαμπάς απ’ τη Ρωσία να παντρευτεί μια «πόρνη»; Άλλωστε δεν είναι όποιος κι όποιος ο μπαμπάς. Ένα γκουγκλάρισμα να κάνει η Ανόρα και θα καταλάβει ποιος είναι. Δεν θα έρθει να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη η ρώσικη μαφία ή έστω οι εν Αμερική τοποτηρητές του πατέρα;

Υπάρχουν δύο τρόποι να δει κανείς τον φετινό Χρυσό Φοίνικα, την “Anora” του Σον Μπέικερ. Ο πρώτος είναι εστιάζοντας στο τι είναι τελικά αυτό που θέλει να μας πει, πόση αξία και πόσο βάθος έχει, τι καινούργια στοιχεία εισάγει ως ιστορία, ως ιστορία μη κινηματογραφική, ως ιστορία που διηγείσαι σε κάποιον άλλον με λέξεις. Ο δεύτερος είναι να επιτρέψει στην ταινία να τον παρασύρει και να συντονιστεί μαζί της, ώστε να τη σκέφτεται όσο το δυνατόν λιγότερο και να τη νιώθει όσο το δυνατόν περισσότερο. Και όσο περισσότερο τη νιώθει, τόσο περισσότερο να την απολαμβάνει. 

 

 

Στο πρώτο μέρος της έκανα το λάθος να την παρακολουθώ με τον πρώτο τρόπο. Μια χαρά περνούσα με όσα έβλεπα, αλλά ταυτόχρονα αναρωτιόμουν: Ε και; Είναι όλα αυτά αντάξια μιας τέτοιας βράβευσης; Προς τι ο τόσος ντόρος; Τι σημαίνουν όσα βλέπουμε; Μήπως μας δείχνει όλη αυτή την κραιπάλη για να μας μιλήσει για το πώς είναι να έχεις λεφτά χωρίς όρια, για το που σε οδηγεί η παγκόσμια οικονομική ανισότητα όταν δεν ανήκεις στο 99% αλλά στο 1%; Σκεφτόμουν, έψαχνα να βρω συνδέσεις και σημασίες που θα με έκαναν να δώσω στο “Αnora” μια προστιθέμενη αξία.

Πόσο λάθος. Γιατί το πάρτι των δυο νέων τελειώνει. Έρχονται οι ενήλικοι να τους συμμορφώσουν. Και τότε αρχίζει ένα άλλο πάρτι. Κινηματογραφικό. Αφηγηματικό. Δημιουργικό. Αν αφαιρέσουμε από την “Αnora” το πώς είναι γυρισμένη η ιστορία που παρακολουθούμε, θα μας μείνουν μόνο θεωρίες και θεωρητικολογίες άνευρες, άσαρκες, εκτός του κέντρου της και της σαρωτικής της σαγήνης. Γιατί από ένα σημείο και ύστερα η ταινία είναι ένας ανεμοστρόβιλος που σε στροβιλίζει, ανατρέποντας ό,τι περιμένεις να δεις. Το ότι παίζει με τα στερεότυπα και τις προσδοκίες μας είναι το λιγότερο, το ότι εγκαθιδρύει όμως ένα δικό της ρυθμό, ανακαλύπτει ένα δικό της χώρο και αποκτά μια ολόδική της ταυτότητα είναι το πιο μεγάλο της δώρο.

Όλα όσα συμβαίνουν είναι ταυτόχρονα πολύ σοβαρά αλλά και πάρα πολύ αστεία, χωρίς προφανώς να είναι ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο κινηματογραφικό έργο που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύο, καθώς ακόμα και εδώ το κρίσιμο είναι ο ειδικότερος τρόπος, η ειδικότερη εκτέλεση, αυτό που δεν γίνεται να μεταφερθεί με λέξεις, ακριβώς γιατί είναι κινούμενες εικόνες που διηγούνται μια ιστορία, γιατί είναι η μουσική τους, το τέμπο τους, η συναρμογή τους, το μοντάζ τους. 

 

 

Ο Μπέικερ ως σκηνοθέτης, σεναριογράφος και μοντέρ ράβει και δένει ένα σώμα ταινίας με καρδιά που πάλλεται. Για άλλη μια φορά στη φιλμογραφία του ο Μπέικερ βγάζει τους ήρωές του στους δρόμους, οι άνθρωποι που κινούνται στους δημόσιους χώρους κι ο τρόπος που τους κοιτά να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και με τους δημόσιους χώρους είναι το προνομιακό του πεδίο. Προσπαθώ να θυμηθώ ποια ήταν η τελευταία φορά που με είχε καταλάβει το συγκεκριμένο είδος κινηματογραφικής ευφορίας και το μυαλό μου πάει στο “Toni Erdmann”. Δεν είναι συγκρίσιμες ταινίες με άλλον τρόπο, είναι συγκρίσιμες όμως στο να αναρωτιέσαι ενθουσιασμένα τι ακριβώς βλέπουμε εδώ.

Και να μιλήσουμε για χαρακτήρες; Ο Σον Μπέικερ είχε εντοπίσει την πρωταγωνίστρια Μάικι Μάντισον (Μάικι συμπτωματικά λεγόταν κι ο ήρωας του “Red Rocket”) στη σύντομη παρουσία της στο «Κάποτε στο Χόλιγουντ». Και ναι, η Ανόρα είναι και πάρα πολύ ταραντινική ηρωίδα στο πώς συμπεριφέρεται και πώς μιλάει, όντας ταυτόχρονα και μια – δυο σκάλες πιο σύνθετη στον ψυχισμό της απ’ το ταραντινικό σύνηθες. Η Ανόρα δεν είναι ένα εύθραστο πλάσμα, η Ανόρα δεν θα γίνει θύμα κανενός. Η δύναμη που βγάζει δεν είναι μόνο σωματική, είναι κατεξοχήν και ψυχική. Τα στερεότυπα καταλύονται όχι μόνο σε σχέση με τη φυσική της δύναμη, αλλά και στον χαρακτήρα της, καθώς δεν μπορεί να χωρέσει μέσα σε έναν χαρακτηρισμό: ούτε κυνική σκέτα είναι, ούτε ρομαντική σκέτα είναι, ούτε μια κυνική που μετατράπηκε η καημενούλα σε ρομαντική είναι, ούτε ασυμβίβαστη σκέτα είναι, ούτε συμβιβασμένη σκέτα είναι, ούτε αγύριστο κεφάλι σκέτα είναι, ούτε κεφάλι που ξέρει να υποκύπτει σκέτα είναι, η Ανόρα πηγαίνει με το ρεύμα των πραγμάτων, προσπαθώντας πραγματιστικά να δει εντός του τι είναι τι, ποιος είναι ποιος, τι μπορεί να κερδίσει η ίδια, να κερδίσει όμως όχι μόνο ωφελιμιστικά, αλλά και ουσιαστικά και συναισθηματικά.

 

 

Στο πρόσωπο πάλι του Ιβάν μπορείς να δεις έναν άνθρωπο που αρνείται να ζήσει στην πραγματικότητα, που αποφεύγει την πραγματικότητα με κάθε κόστος, μέχρι την τελευταία στιγμή, μέχρι την τελευταία στιγμή της τελευταίας στιγμής, έναν άνθρωπο που θα ήθελε να είναι αλλιώς η πραγματικότητα, που της κάνει τσαλίμια και προσπαθεί να την ντριμπλάρει, μάλλον χωρίς να διατηρεί ούτε καν μια μακρινή ελπίδα ότι θα τα καταφέρει, απλά κερδίζοντας χρόνο, απλά γνωρίζοντας ότι αργά ή γρήγορα θα πρέπει να υποταχθεί, χωρίς να είναι στα αλήθεια διατεθειμένος να έρθει σε ρήξη με τους ως τώρα όρους της και να επιβάλει τους δικούς του. Η Ανόρα είναι δυνατή, ο Ιβάν είναι ένα έρμαιο. Η Ανόρα ζει όλη της τη ζωή με τα μάτια ανοιχτά, ο Ιβάν κλείνοντάς τα. 

Οι γονείς του είναι οι μόνοι χαρακτήρες που φλερτάρουν με το στερεότυπο. Αλλά και πάλι κάπως στο τσακ το αποφεύγουν. Ο πατέρας του (ο Αλεξέι Σερεμπριάκοφ, πρωταγωνιστής του «Λεβιάθαν») το αποφεύγει με ένα τρικ του Μπέικερ, με το τρικ της μη μεγάλης συμμετοχής του στα πεπραγμένα, με ένα τρικ αλλά και με ένα γέλιο, η μάνα του πάλι, που θα μπορούσες όντως να την πεις εντελώς καρικατούρα, αν το σκεφτείς λίγο δεν είναι καρικατούρα συζύγου Ρώσου ολιγάρχη: οι απειλές της δεν συμπεριλαμβάνουν όπλα, βία, μπραβιλίκια, εξαφανίσεις, οι απειλές της είναι εντελώς συστημικές, εντελώς αμερικάνικες, εντελώς του τρόπου που έχει το σύστημα και η εξουσία να σε τσακίζουν: με τον νόμο και με τα λεφτά, όχι με το να σε βρουν πεταμένο σε κάποιο χαντάκι.

Για να φτάσουμε στην τριάδα των ανατολικοευρωπαϊκής καταγωγής φίξερς, που σχηματίζουν μια τρομερά απολαυστική τριανδρία και μαζί με την Ανόρα ένα κουαρτέτο για ανθολογία. Και κάπου εδώ βρισκόμαστε ενώπιον ενός από τα πιο παράδοξα γαμώτο που μπορείς να πεις ποτέ στο σινεμά: ο Μπέικερ παίζει με τον θεατή, τον κάνει να νομίζει ότι εκείνος είναι που ξεχώρισε έναν χαρακτήρα, ότι θα είναι ο δικός του μυστικά αγαπημένος ήρωας, ο δικός του αφανής ήρωας, ο ήρωας που εκείνος επέλεξε και ανέδειξε. Αμ δε. 

 

 

Παρότι έχει και σημαντικότατες διαφορές, το σινεμά του Σον Μπέικερ φέρνει στο μυαλό το σινεμά του Αλεξάντερ Πέιν. Σε αντίθεση με τους ήρωες του Πέιν οι ήρωές του κινούνται στο περιθώριο, σε αντίθεση με τους ήρωες του Πέιν οι ήρωές του δεν είναι καθώς πρέπει, τα προβλήματά τους είναι πρωτίστως οικονομικά και επιβίωσης, ενώ στον Πέιν το οικονομικό είναι κάπως λυμένο και τα προβλήματα πιο υπαρξιακά, ωστόσο και οι δυο τους μας χαρίζουν σταθερά ένα άλλο βλέμμα στην Αμερική, στην πιο μέσα Αμερική, στη λιγότερο ή καθόλου φανταχτερή, στη μη βίαιη Αμερική, στην Αμερική ούτε του μεγάλου πλούτου ούτε των όπλων και της βίας, στην Αμερική που δεν βλέπουμε να αναπαρίσταται συχνά με τους συγκεκριμένους όρους σε ταινίες και σειρές. Ήρωες γεμάτοι ψεγάδια και μαύρα σημεία, αλλά κι ένα κοινό ουμανιστικό βλέμμα πάνω τους, μια ανθρωπιά που δεν τους εξωραΐζει ντε και καλά ως χαρακτήρες, τους κοιτά όμως με αδιαπραγμάτευτη τρυφερότητα.  

Ας χρησιμοποιήσουμε κι εμείς τον συμπεριληπτικό όρο σεξεργάτες και σεξεργάτριες για τους ήρωες του Μπέικερ: οι τρανς που κάνουν πεζοδρόμιο στο “Tangerine”, γυναίκες που πηγαίνουν περιστασιακά με άνδρες επί πληρωμή για να τα βγάλουν οικονομικά πέρα στο “The Florida Project” αλλά και στο “Red Rocket”, στο “Red Rocket” ο πρωταγωνιστής είναι πορνοστάρ, στο “Anora” η ηρωίδα είναι στρίπερ. Σε σχέση με τους ήρωες των προηγούμενων ταινιών του, η Αnora δεν είναι τόσο χάλια οικονομικά. Είναι ακόμα σε ηλικία και σε φάση που το επάγγελμά της της επιτρέπει να είναι κάπως καλύτερα. Αλλά ως εκεί. Και έρχεται με τη μορφή της οικογένειας Ζαχάροφ ο αντίποδας. Από την τελειωτική πενία που κινηματογραφούσε ως τώρα ο Μπέικερ, αρχίζει να μας δείχνει πώς είναι κι η άλλη πλευρά του νομίσματος, πώς είναι και ο τελειωτικός πλούτος.

Ενώ όμως το σινεμά του Μπέικερ έχει πολύ διακριτό στίγμα, τόσο θεματολογικά όσο και υφολογικά, ενώ η “Anora” είναι οργανικό μέρος ενός προσωπικού σύμπαντος, θα πω για μια τελευταία φορά, ότι κατ’ εμέ η αξία της δεν πηγάζει απ’ το είναι αυτό που λέει ή που έστω προσπαθεί να πει. Δεν θα προσφέρει καμιά μεγάλη αλήθεια για το πώς λειτουργεί ο κόσμος, δεν θα εισηγηθεί καμιά ανατρεπτική οπτική. Τα ταξικά συστατικά του κόσμου είναι γνωστά. Και ο αγώνας για την επιβίωση και το χάστλινγκ είναι πολύ ζωτικά και διαρκώς παρόντα για να έχεις χρόνο για κάτι άλλο. Ούτε καν για ένα ηθικό δίδαγμα. Στο σινεμά του Μπέικερ υπάρχει ένα διαρκές αίτημα επιβίωσης. Αυτή η νον στοπ εγρήγορση όμως σε κρατάει και κάπως ψυχικά ζωντανό. Όσο για τα συναισθήματα, θα υπάρξουν και θα αναπτυχθούν πάντα σε σχέση με τους αμείλικτους υλικούς όρους της επιβίωσής σου. 

Ο Μπέικερ έκλεινε ως τώρα συνήθως τις ταινίες του δίνοντας στην έννοια «γλυκόπικρο φινάλε» μια άλλη διάσταση, με έναν μετεωρισμό ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, σε μια πραγματικότητα που είναι χάλια και που το μόνο που μπορεί να της αντισταθεί είναι είτε το όνειρο της φυγής είτε η διαπροσωπική τρυφερότητα. Δεν θα πω βέβαια πως κλείνει η “Αnora”, ούτε τι είδους φινάλε έχει. Θα πω όμως ότι αξίζει να το δείτε, αξίζει να φτάσετε ως εκεί, αξίζει να παρασυρθείτε στον ανεμοστρόβιλο που θα σας βγάλει τελικά εκεί.