Το βράδυ της Τετάρτης 5 Ιουνίου το ελculture βρέθηκε για set visit στα γυρίσματα της «Σπασμένης Φλέβας», της νέας δηλαδή ταινίας του Γιάννη Οικονομίδη. Τα γυρίσματα τη συγκεκριμένη μέρα, τη συγκεκριμένη νύχτα μάλλον, γίνονται σε εργοστάσιο στη Λεωφόρου Κηφισού, σε τοπίο που μοιάζει από μόνο του αρκετά οικείο, αρκετά οικονομιδικό, αλλά και αρκετά μπισμπικικό επίσης.

Είναι η έκτη ταινία του Οικονομίδη, έχουν προηγηθεί το «Σπιρτόκουτο», «Η Ψυχή στο Στόμα», ο «Μαχαιροβγάλτης», «Το Μικρό Ψάρι» κι «Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς». Υπάρχει βέβαια και το «Στέλλα Κοιμήσου», που μολονότι ήταν κανονικότατη θεατρική παράσταση, στο μυαλό μου αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της φιλμογραφίας του. 

 

 

Με τι καταπιάνεται όμως η «Σπασμένη Φλέβα»; Αντιγράφω από τη σύνοψη του δελτίου Τύπου: «Ένας μεσοαστός επιχειρηματίας, οικογενειάρχης, ο Θωμάς Αλεξόπουλος με τ’ όνομα, βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση και ανεξέλεγκτη τροχιά. Στη δουλειά του είναι ασφυκτικά στριμωγμένος, τα έχει κάνει μαντάρα κι έχει πέσει σε πηγάδι βαθύ. Πέρα από αυτό πρέπει να σώσει το σπίτι και την οικογένειά του. Ο σατανικός τοκογλύφος και δανειστής του, κύριος Παντελής, απειλεί να του πάρει το πολυτελές διαμέρισμα του. Η οικογένειά του είναι έτοιμη να διαλυθεί και γι’ αυτό όλα πρέπει να διορθωθούν μέσα στις επόμενες πέντε ημέρες, καθώς το τίμημα θα είναι πολύ βαρύ». 

Τις πέντε περίπου ώρες που έμεινα στα γυρίσματα, ο Γιάννης Οικονομίδης δεν πρέπει να κάθισε να ξεκουραστεί λεπτό, ούτε στο διάλειμμα για φαγητό, όντας κυριολεκτικά αεικίνητος, προσπαθώντας να ελέγξει κάθε λεπτομέρεια του γυρίσματος, συζητώντας διαρκώς με τους συνεργάτες του για κάθε επιμέρους πτυχή του. Και γενικότερα μιλώντας, οι συνεργασίες του κρατάνε χρόνια και αντέχουν στον χρόνο.

Για να περιοριστούμε στους παρόντες στο συγκεκριμένο γύρισμα, ο Βασίλης Μπισμπίκης πρωταγωνιστούσε στην «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς», η Μαρία Κεχαγιόγλου στην «Ψυχή στο Στόμα», η Μαρία Καλλιμάνη στον «Μαχαιροβγάλτη», ο Γιάννης Αναστασάκης κρατά μικρούς αλλά πολύ χαρακτηριστικούς ρόλους στην «Ψυχή στο Στόμα», στον «Μαχαιροβγάλτη», στο «Μικρό Ψάρι», ενώ πρωταγωνιστούσε και στη θεατρική διασκευή σε μιούζικαλ του «Σπιρτόκουτου», ο Μπάμπης Παπαδόπουλος είχε γράψει τη μουσική και για το «Μικρό Ψάρι», ο διευθυντής φωτογραφίας Δημήτρης Κατσαΐτης είναι μόνιμος συνεργάτης στις ταινίες του, ενώ το σενάριο της «Σπασμένης Φλέβας» στο οποίο αναφέρθηκαν από μόνοι τους με κολακευτικότατα λόγια και οι τρεις ηθοποιοί με τους οποίους μίλησα, ο Οικονομίδης το έχει γράψει μαζί με τον Βαγγέλη Μουρίκη, ο οποίος εκτός από κεντρική φιγούρα των ταινιών του, έχει γράψει μαζί του και το σενάριο του «Μικρού Ψαριού». 

 

 

Στην πρώτη σκηνή που παρακολουθώ να γυρίζεται, μια μαύρη μερσεντές θα μπει στην είσοδο του εργοστασίου. Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι είναι μια απλή σκηνή, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις: το αυτοκίνητο θα μπει στην είσοδο, θα σταθεί για λίγο, ο σεκιουριτάς θα ανταλλάξει δυο κουβέντες με τους επιβάτες, θα ανοίξει την μπάρα, το αυτοκίνητο θα προχωρήσει μερικά μέτρα, θα στρίψει προς το πάρκινγκ, ο οδηγός θα βγει και θα βγάλει απ’ το πορτ μπαγκάζ μια τσάντα. 

Πόση σημασία έχει άραγε το πόσο γρήγορα θα σηκώσει την μπάρα ο σεκιουριτάς; Ο Οικονομίδης επιμένει ξανά και ξανά και ξανά, και συνεχίζει να επιμένει πολλές φορές, θέλει να γίνει η σκηνή πιο πειστική, να μην φαίνεται ετοιματζίδικη, πρέπει ο σεκιουριτάς να μη βιαστεί να βάλει το χέρι στην τσέπη για να πατήσει το κουμπί του τηλεκοντρόλ. 

Όταν δούμε την ταινία στο σινεμά, πιθανότατα δεν πρόκειται να θυμόμαστε καν ότι ανέβηκε μια μπάρα, δεν κρίνεται κάτι καίριο στο συγκεκριμένο ανέβασμα της μπάρας, αλλά μάλλον αυτό ακριβώς είναι το νόημα: αν χτυπούσε στο μάτι μας ως αναληθοφανής, τότε μπορεί και να τη θυμόμασταν, μπορεί να μας έβγαζε προσωρινά από την αλήθεια του κόσμου της «Σπασμένης Φλέβας». Η αλήθεια του κόσμου μιας ταινίας κρίνεται στην κάθε μία σκηνή της, στην κάθε μία ανθυπολεπτομέρειά της. Όταν τελειώσει, μονταριστεί, προβληθεί η «Σπασμένη Φλέβα», μπορεί να μας αρέσει, μπορεί να μην μας αρέσει, θα εστιάσουμε σε χίλια δυο πράγματα, στο πώς ανέβηκε η μπάρα όμως όχι: με τα πολλά ανέβηκε όπως έπρεπε να ανέβει, ανέβηκε αληθινά, δεν θα την παρατηρήσει κανείς, η σκηνοθετική επιμονή κατέκτησε την αόρατότητά της. 

 

 

Στην επόμενη σκηνή, ο οδηγός του αυτοκινήτου Βασίλης Μπισμπίκης θα περπατήσει μερικά μέτρα, θα συναντήσει τη Μαρία Καλλιμάνη που θα βγει απ’ το δικό της αυτοκίνητο και θα της δώσει κάτι. Στο τέλος κάθε λήψης, ο Οικονομίδης φωνάζει δυνατά και κοφτά «Έρχεται ο Παντελής!» και ο Μπισμπίκης και η Καλλιμάνη στρέφουν το βλέμμα τους ανήσυχα προς το βάθος. Και πες ότι την πρώτη φορά που τον ακούς ταράζεσαι γιατί δεν το περιμένεις, στις επόμενες λήψεις ενώ ξέρεις ότι θα το πει, εξακολουθείς κάπως να ταράζεσαι: η ένταση της φωνής του, η απειλή της φωνής του, η τσίτα της φωνής του – η τσίτα, η ένταση, η ατμόσφαιρα, το σημείο βρασμού των ταινιών του.

Όταν στο σινεμά του Οικονομίδη το σκοτάδι έρχεται να σε συναντήσει, δεν ταράζεσαι επειδή δεν το ξέρεις, ταράζεσαι επειδή το ξέρεις, ταράζεσαι επειδή μεταφέρει το σκοτάδι που υπάρχει στην πραγματικότητα και στη νεοελληνική καθημερινότητα. Ταράζεσαι επειδή έρχεται στα αλήθεια, σαν μπάρα που ανέβηκε στα αλήθεια, μόνο που σε αντίθεση με την μπάρα, το σκοτάδι θα το δεις.

Αρκετά όμως με τη δική μου πολυλογία, ακολουθούν λίγα λόγια που είχαν την ευγενική καλοσύνη να πουν ο σκηνοθέτης, ο Μπάμπης Παπαδόπουλος και τρεις ηθοποιοί της ταινίας (με τον Βασίλη Μπισμπίκη δυστυχώς δεν «κατάφερα» ούτε να συζητήσω για την ταινία, ούτε να μοιραστώ μαζί του τον, εικάζω, κοινό μας πόνο για το διπλό που είχε μόλις κάνει εκείνο το βράδυ ο Ολυμπιακός στο ΟΑΚΑ). 

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: «Εδώ τίποτα, εδώ είναι όλο μαύρο, είναι όλο βαρύ. Ξέρεις, καταχνιά»

 

Απ’ ότι διαβάζω λες ότι αυτή είναι η πιο δραματική ταινία σου, σωστά;

Είναι μια σύγχρονη τραγωδία. Και όλη η ματιά πάνω στην ταινία, λόγω και της ιστορίας, έχει ένα άλλο βάρος, μια άλλη βαρύτητα, μια άλλη ατμόσφαιρα. 

Άρα, με την εξαίρεση της «Μπαλάντας» που είχε και πολλά στοιχεία μαύρης κωμωδίας, εσύ θεωρείς ότι οι υπόλοιπες ταινίες σου δεν είναι δράματα – δράματα;

Είναι δράματα, αλλά έχουν πάντα και μαύρο χιούμορ, βιτριολικό, σατανικό ας πούμε χιούμορ. Πάντα το χιούμορ μπαίνει απ΄ την πίσω πόρτα, σε όλες τις ταινίες, απ’ το «Σπιρτόκουτο» μέχρι και το «Μικρό Ψάρι» μπορώ να σου πω. Υπάρχει χαρμολύπη και το κωμικοτραγικό στοιχείο. Εδώ τίποτα, εδώ είναι όλο μαύρο, είναι όλο βαρύ. Ξέρεις, καταχνιά.

Είχα βρεθεί πριν λίγα χρόνια σε μια ειδική προβολή της «Ψυχής στο Στόμα» και σε κάποιες σκηνές ο κόσμος γελούσε -κι εγώ δηλαδή- και τότε κάποιος θεατής σηκώθηκε ενοχλημένος και είπε τι γελάτε, με αποτέλεσμα να επικρατήσει ένα σχετικό μπάχαλο. Εσύ πώς τοποθετείσαι απέναντι σε αυτό;

Κι εγώ γελούσα στο μοντάζ σε κάποια πράγματα και στην ταινία. Κοίτα να δεις, δεν μπορείς να επιβάλλεις πώς ο άλλος θα εκφραστεί και θα συμπεριφερθεί σε μια ταινία, φτάνει βέβαια να μην καταπατά τον διπλανό του, έτσι; Τι να σου πω, και οι δύο μεριές έχουν δίκιο. Αν ο άνθρωπος ένιωθε ότι τον ενοχλούν και κάποια στιγμή ξέσπασε, ΟΚ. Ήταν όμως και τα δύο μέρη θετικά απέναντι στην ταινία, έτσι; Εκεί που έχω θέμα είναι όταν ρε φίλε είσαι αρνητικός και τραμπουκίζεις. Σήκω φύγε. Δηλαδή σήκω φύγε, άντε και γαμήσου, εντάξει; Ή μην έρθεις να δεις την ταινία, δεν σου είπα εγώ να τη δεις με το ζόρι.

Όλοι οι ηθοποιοί μου είπαν πόσο εντύπωση τους έκανε το σενάριο, πόσο πλήρες είναι κλπ.

Με τον Βαγγέλη τον Μουρίκη το γράψαμε, στον κορωνοϊό μέσα. Ήθελα να κάνω μια τέτοια ταινία, ήθελα να κάνω ένα αμιγώς σκοτεινό αστικό δράμα, με καθημερινούς ανθρώπους.

Άρα εδώ θα είναι δύσκολο να υπάρξουν memes και να κοπούν βιντεάκια με τα οποία θα γελάμε.

Νομίζω πως θα είναι δύσκολο, γιατί όλο το ύφος επιβάλλει την όλη κατάσταση. Με έχει παρασύρει όλη αυτή η κατάσταση που ζούμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, για να θέλω να εκφραστώ έτσι. Κάπως με πήγε από μόνο του το πράγμα.

 

 

ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: «…Η μουσική αυτό κάνει, ακολουθεί τον ρυθμό της ταινίας, τον ρυθμό του μοντάζ»

Η μουσική έχει μισογραφτεί;  Την έχετε γράψει, θα τη γράψετε στο τέλος; Πώς λειτουργείτε γενικά;

Ο κύριος όγκος της μουσικής θα γραφτεί την περίοδο του μοντάζ. Κάνω βέβαια μια προεργασία εδώ και καιρό. Ήδη δηλαδή, με το σενάριο που πήρα στα χέρια μου άρχισα να σκέφτομαι, συζητούσαμε με τον Γιάννη, έτσι κι αλλιώς μια κατεύθυνση δόθηκε απ’ την αρχή προς τα πού θα κινηθούμε.

Τι κατεύθυνση δηλαδή, αν επιτρέπετε;

Δεν θέλω να το πω τώρα… Είναι κιθαριστικό πάλι, αλλά όχι αυτό που ήταν στο «Μικρό Ψάρι» με μια ακουστική κιθάρα. Θα είναι πιο πλούσιο ηχοχρωματικά, αλλά καθαρά κιθαριστικό πάλι. Οπότε τώρα όσο μπορώ έρχομαι στα γυρίσματα, να παίρνω λίγο ατμόσφαιρα και εικόνες. Θα μου δώσει ένα πρόχειρο υλικό στην αρχή ο Γιάννης κι από όταν αρχίσει το μοντάζ θα δουλεύω παράλληλα. Η μουσική αυτό κάνει, ακολουθεί τον ρυθμό της ταινίας, τον ρυθμό του μοντάζ. Παρόλα αυτά, εγώ την κάνω την προεργασία, γιατί ένα καλό υλικό από πριν βοηθάει μετά σε αυτή τη διαχείριση, σε αυτή τη διαδικασία. 

Γενικά σας ενδιαφέρει να δουλεύετε για σινεμά; 

Με ενδιαφέρει, μου αρέσει πάρα πολύ και το σινεμά και το θέατρο. Είναι δυο τέχνες που μου αρέσουν πάρα πολύ και νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια οι άλλες τέχνες με συγκινούν παραπάνω από τη μουσική, κάτι μου κάνουν, μου δίνουν κάτι διαφορετικό. 

Είναι διαφορετική η έμπνευση που δίνει μια ταινία ή ένα θεατρικό απ’ τη μουσική που γράφει κανείς μόνος του;

Είναι άλλη διαδικασία, είναι διαφορετικό ως προς τη διαδικασία. Εντάξει, το δημιουργικό είναι πάντα ενδιαφέρον, εδώ όμως γίνεται με άλλο τρόπο, μπλέκονται παράλληλα άλλες τέχνες, έχουμε σύμπραξη τεχνών.

Κάποιοι συνθέτες κινηματογραφικοί που σας αρέσουν, τους ακούτε;

Δεν ακούω τη μουσική μόνη της. Δεν μπορώ να την ακούσω μόνη της την κινηματογραφική μουσική. Πάντα το βλέπω σε συνδυασμό. Σαφώς ακούω απ’ τους μεγάλους, Νίνο Ρότα, Μορικόνε κλπ, αυτό όμως που κυρίως με συγκινεί και εκεί που νομίζω ότι αναδεικνύεται και η μουσική και η ταινία είναι όταν συμβαίνουν παράλληλα. Αυτό είναι το μεγαλείο της. Ακόμα και όταν ακούς μια μουσική από μόνη της μπορεί να είναι υπέροχη, αλλά όταν τη βλέπεις με την εικόνα, τότε αναδεικνύεται η πραγματική της φύση.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΙΜΑΝΗ: «Έχει μια εξαιρετική πλοκή, θες να δεις απ’ την αρχή ως το τέλος τι θα συμβεί»

 

Δυο λόγια για τον ρόλο σας;

Ο δικός μου ρόλος είναι η Χριστίνα, η δικηγόρος του Θωμά, του κεντρικού ήρωα που υποδύεται ο Βασίλης Μπισμπίκης. Απ’ ό,τι φαίνεται γνωρίζονται χρόνια, τον έχω στηρίξει, είναι πελάτης μου, τώρα παραπαίει σε πολλά επίπεδα. Έρχεται στο γραφείο μου σε μια φάση πολύ επείγουσα για αυτόν, πολύ στριμωγμένος, προκειμένου και να τον συμβουλέψω και να τον βοηθήσω. Στέκομαι δίπλα του, παρόλο που μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που βρίσκεται τον έχει πάρει η μπάλα και δεν είναι εντάξει στις υποχρεώσεις του. Προσπαθώ να τον συνεφέρω, να τον ξυπνήσω, αν και για μερικά πράγματα είναι πια αργά.

(Τη ρωτάω πόσο κρίσιμη είναι η σκηνή που είδαμε να γυρίζεται, μου λέει ότι είναι πολύ κρίσιμη και turning point μετά από διάφορα μπρος πίσω που έχει ο ήρωας, ο οποίος σε όλη τη διάρκεια της ταινίας πασχίζει να βρει κάποια χρήματα για να ξεχρεώσει. Καλύτερα να μην αποκαλύψουμε κάτι άλλο όμως, γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος των σπόιλερ).

Σε σχέση με τις υπόλοιπες ταινίες του Οικονομίδη βλέπετε κάτι διαφορετικό εδώ; 

Βλέπω, ναι. Καταρχάς είναι πάρα πολύ ωραίο το σενάριο που έχει γράψει ο Γιάννης μαζί με τον Βαγγέλη Μουρίκη. Δεν είναι τόσο φανερά κωμωδία, να έχει κωμικά στοιχεία όπως οι άλλες ταινίες. Για μένα το βασικότερο, αυτό που βλέπω, είναι ότι πηγαίνει και σε άλλα κοινωνικά στρώματα, το ανοίγει (αν και τώρα που το σκέφτομαι και στην «Μπαλάντα» το είχε ανοίξει). Εδώ περνάει από διάφορα κοινωνικά στρώματα και πώς μπλέκονται οι ζωές αυτών των ανθρώπων μεταξύ τους. Έχει μια εξαιρετική πλοκή, θες να δεις απ’ την αρχή ως το τέλος τι θα συμβεί. Πάντα με τα καίρια σχόλια του Οικονομίδη -και του Μουρίκη εδώ- για αυτό που συμβαίνει γύρω μας.

Επειδή με έχει απασχολήσει αρκετά το θέμα, θεωρείτε δηλαδή κι εσείς ότι και σε άλλες ταινίες, πέραν απ’  την «Μπαλάντα», έχει κωμικά στοιχεία;

Ναι. Στην «Ψυχή στο Στόμα» θεωρώ ότι είχε με ένα ιδιαίτερο τρόπο κωμικά στοιχεία. 

Καλά, κι εγώ έχω γελάσει και σε προβολή και με φίλους. Απλά έχω μπερδευτεί στο τι είδους γέλιο είναι αυτό, με τι γελάμε, τι κάνουμε εκείνη την ώρα που γελάμε.

Είναι και η στιγμή που βλέπει κανείς την ταινία. Και στον «Μαχαιροβγάλτη» θυμάμαι ότι την είχα δει κάποιες φορές, επειδή συμμετείχα κιόλας. Κάποιες φορές κάποιες σκηνές προκαλούσαν γέλιο, κάποιες όχι. 

Εδώ όμως το γέλιο κοβεται, ε; 

Εδώ ναι, όπως λέει ο Γιάννης, είναι δράμα.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΗΣ: «…το θέμα είναι η ανθρώπινη σκληρότητα που υπάρχει και η διαφθορά» 

 

Δυο λόγια για τον ρόλο σας;

Παίζω τον Παντελή, είναι ένας τοκογλύφος στον οποίο χρωστάει λεφτά ο πρωταγωνιστής. Είναι άτεγκτος. Ακούγονται πολλά γύρω απ’  αυτόν, δεν κάνει πίσω, δανείζει ένα ποσό άλφα και το ζητάει σε πολλαπλάσια τιμή μετά. Είναι ένα πολύ ωραίο σενάριο. Και ωραία χτισμένος ο ρόλος, όχι τόσο πολύ από σκηνές που έχω, δυο σκηνές έχω στην ουσία. Ακούγεται όμως πάρα πολύ το όνομά του στην ταινία, είναι ο βασικός λόγος που κινητοποιεί τον ήρωα να βρει τα χρήματα που χρωστάει, γιατί κινδυνεύει να χάσει το σπίτι. Αν δεν δώσει το ποσό με τους τόκους θα χάσει το σπίτι. Αυτή η σκληρότητα που βγάζει ο ρόλος νομίζω υπάρχει γύρω μας και είναι ωραίο που ο Γιαννης πιάνει πάντα αυτόν τον σφυγμό του τι συμβαίνει γύρω μας. Δεν είναι θέμα μόνο τοκογλυφίας και διαφθοράς. Είναι θέμα και πώς κάποιοι άνθρωποι διεκδικούν παραπάνω χωρίς να νοιάζονται καθόλου για την τύχη των άλλων. Και πώς κάποιοι άνθρωποι μπορεί να κάνουν ένα λάθος και μετά αυτό να φέρει μια σειρά άλλων λαθών με τραγική κατάληξη. 

Ανεξάρτητα από παρανομίες δηλαδή;

Ναι, το θέμα είναι η ανθρώπινη σκληρότητα που υπάρχει και η διαφθορά. 

(Κάνουμε επίσης μια μικρή αναδρομή στη συνεργασία ετών που έχει με τον Οικονομίδη, την οποία χαρακτηρίζει «αγαπημένη συνεργασία». Μου λέει ότι όταν είχε πρωτοδεί το «Σπιρτόκουτο» είχε σοκαριστεί θετικά, ότι η διασκευή σε μιούζικαλ στην οποία ο ίδιος πρωταγωνίστησε πέρσι, παρότι ήταν φαινομενικά τόσο διαφορετική απ’ την ταινία θεωρεί ότι είχε τον ίδιο πυρήνα με εκείνη, ενώ όσο συζητάμε για τη μικρή αλλά καθοριστική αλληλεπίδραση που έχουν οι χαρακτήρες που έχει υποδυθεί με τους πρωταγωνιστές στην «Ψυχή στο Στόμα», στον «Μαχαιροβγάλτη» και στο «Μικρό Ψάρι» σκέφτομαι ότι αξίζει ίσως κάποια στιγμή ένα ξεχωριστό άρθρο για τη συγκεκριμένη αλληλεπίδραση).

 

ΜΑΡΙΑ ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ: «Ο άνθρωπος καίγεται και δεν μπορεί να μην σε πάρει μαζί του. Εγώ είμαι μαζί του»

 

Υποδύεστε τη σύζυγο του πρωταγωνιστή. Τι σχέση έχετε μαζί του;

Είναι ένα ζευγάρι που έχει φθαρεί, έχει τον χρόνο πίσω του, δεν νομίζω όμως ότι είναι εντελώς «νεκροί». Δηλαδή υπάρχει ακόμη ένα ενδιαφέρον, μια έλξη, νομίζω και από τις δύο μεριές. Αλλά τώρα είναι σε αυτή τη δύσκολη φάση. Η πλευρά η γυναικεία νομίζω ότι νιώθει αρκετά προδομένη, γιατί ενώ τον ξέρει πολύ καλά, ξέρει τις αδυναμίες του, τα ελαττώματά του, της είναι πολύ δύσκολο να ξεπεράσει το γεγονός ότι την προδίδει. Την προδίδει δηλαδή κάνοντας συμφωνίες με ανθρώπους της νύχτας, δανείζεται παράνομα λεφτά, την φέρνει προ τετελεσμένων και το αρνείται κιόλας τελευταία στιγμή. Είναι μια σκηνή στη μέση της ταινίας, μια σκηνή καυγά, σύγκρουσης μεγάλης από την οποία πυροδοτείται όλο το δεύτερο μέρος.

Σε σχέση με τις υπόλοιπες ταινίες του Οικονομίδη, βλέπετε ότι υπάρχει κάποια μετατόπιση;

Πρώτα απ’ όλα είναι καταπληκτικό το σενάριο. Όταν το διάβασα είπα, Θεέ μου τι υπέροχο σενάριο είναι αυτό. Κάθε φορά νομίζω ότι ο Γιάννης μετατοπίζεται, το προχωράει, παραμένει συνεπής, πολύ καίριος, ζωντανός. Ο άνθρωπος καίγεται και δεν μπορεί να μην σε πάρει μαζί του. Εγώ είμαι μαζί του.