Συναντηθήκαμε μια καθημερινή στο κέντρο της Αθήνας. Λίγα μόνο γνώριζα για τον άνθρωπο και το έργο της. Αποχαιρετιστήκαμε περίπου τέσσερις ώρες αργότερα και ακόμα νιώθω πως κουβαλάω κάθε της λέξη μέσα μου. Η εικαστικός Μαριάννα Λύρα έχει διανύσει πολλά μίλια στη ζωή της. Μίλια αναζήτησης, ενδοσκόπησης, αμφισβήτησης, διαρκούς ανησυχίας. Μοιάζει με έναν άνθρωπο που δεν εγκλωβίζεται στο παρόν, αλλά έχει αποδεχτεί το αέναο ταξίδι της ψυχής μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Διανύει την έβδομη δεκαετία της ζωής της, η ματιά της είναι φλογερή, έντονη, γεμάτη γενναιοδωρία και ζωντάνια. Παρά την απώλεια του συντρόφου της, Περικλή Φραγκιά, αγαπημένου συνοδοιπόρου για περισσότερα από τριάντα χρόνια, ξεχειλίζει από ζωή. Δεν φοβάται τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος στο πρόσωπο και στο σώμα.
«Αυτό που με φοβίζει είναι το ενδεχόμενο να χάσω την αυτονομία μου. Αυτή τη στιγμή, δόξα τω Θεώ, είμαι ακόμα στα πόδια μου. Περπατάω, κινούμαι, κάνω πράγματα. Με φοβίζει όμως η σκέψη ότι κάποια στιγμή μπορεί να μην μπορώ να περπατήσω, ότι θα χρειαστεί να εξαρτώμαι από κάποιον άλλον. Για μένα η αυτονομία είναι ελευθερία. Να μπορώ να κινούμαι, να αισθάνομαι την ενέργεια του σώματός μου. Μέχρι τώρα είμαι καλά, αλλά είμαστε τόσο ευάλωτοι. Δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη».
Βρεθήκαμε με αφορμή τη νέα της γλυπτική εγκατάσταση TRANSIT — Sculpture in Performance, μια γλυπτική εγκατάσταση που εξελίσσεται σε ζωντανή performance και παρουσιάζεται στο ιστορικό κτίριο της ΦΙΑΤ στη λεωφόρο Συγγρού. Μια μετάβαση, ένα ταξίδι από το γνώριμο στο άγνωστο. Μια διαδρομή ανάμεσα σε δύο τόπους. Ένας αποχωρισμός. Μπροστά μου απλώνεται μια πλωτή πολιτεία. Στα μάτια μου, ένας κόσμος βγαλμένος από τις Αόρατες Πόλεις του Ίταλο Καλβίνο. Μεσαιωνικά κάστρα, μπαλκόνια, εκκλησίες, γέφυρες που ενώνουν διαφορετικά οικοδομήματα. Μια πολιτεία αποτελούμενη από αυθύπαρκτα κομμάτια, που διατηρούν τη δική τους υπόσταση, αλλά όταν ενώνονται συγκροτούν έναν ενιαίο κόσμο. Φιγούρες χωρίς ευδιάκριτη μορφή μοιάζουν με περιπλανώμενες ψυχές, με απόκοσμα πλάσματα που ακροβατούν ανάμεσα στο εδώ και το εκεί.
Με την πρώτη ματιά, όλα μοιάζουν καμωμένα από σίδερο. Μια ογκώδης, συμπαγής κατασκευή, με την όψη σκουριασμένου μετάλλου. Κι όμως, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ολόκληρη η πολιτεία είναι φτιαγμένη από χαρτόκουτα εγκαταλειμμένα στην άκρη του πεζοδρομίου, ζωγραφισμένα έτσι ώστε να δημιουργούν την ψευδαίσθηση του σιδήρου. Μια ψευδαίσθηση στιβαρότητας που κρύβει μέσα της την ευθραυστότητα.

Τη ρωτάω αν πιστεύει στον Θεό: «Πιστεύω. Πιστεύω ότι η ανθρώπινη οντότητα, η ανθρώπινη φύση, δεν ήρθε εδώ για να τελειώσει μέσα σε εξήντα ή εβδομήντα χρόνια. Δεν προλαβαίνουμε μέσα σε αυτό το διάστημα. Η ψυχή είναι άυλη. Το φθαρτό επιστρέφει στο χώμα, όπως και αυτά τα χαρτοκιβώτια που βρήκα στον δρόμο. Ήταν για πέταμα, για απόσυρση. Όπως και το σώμα μας, που κάποια στιγμή επιστρέφει στο χώμα. Αλλά η ψυχή μας; Όσα φέρουμε μέσα μας ως σκέψεις, συναισθήματα, εμπειρίες, συνειδητότητα, όσα έχουμε καταφέρει να συνειδητοποιήσουμε, πιστεύω ότι δεν χάνονται. Εκείνο το κουτί, για παράδειγμα, ήταν σαν να με περίμενε για να το μεταμορφώσω σε κάτι άλλο. Έτσι σκέφτομαι και τη δική μας ύπαρξη. Ότι υπάρχει ένας άλλος, πνευματικός κόσμος που μας περιμένει».
Μιλά με άνεση για την αθανασία της ψυχής και την υπέρβαση της φθαρτότητας. Αναρωτιέμαι πού βρίσκει η ίδια το προσωπικό της καταφύγιο. Πού στρέφεται όταν οι σκέψεις αυτές γίνονται πιο έντονες: «Νομίζω ότι όλα αυτά τα βρίσκω μέσα στην ίδια τη ζωή. Δεν θα το ονόμαζα διαλογισμό, αλλά η κίνηση, η γιόγκα, το τραγούδι, ο χορός, η συναναστροφή με τους φίλους είναι πράγματα που σε ανεβάζουν. Είναι πολύ σημαντικό να μην μένουμε μόνοι, να μην σκουριάζουμε, να μην γκρινιάζουμε. Και κάτι ακόμα που θεωρώ πολύ σημαντικό είναι να μην κρίνουμε τόσο εύκολα τους άλλους. Γιατί στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε τι συμβαίνει στη ζωή τους. Πολλές φορές έχω πιάσει τον εαυτό μου να σχηματίζει μια άποψη για κάποιον και, όταν ακούω την ιστορία από την άλλη πλευρά, να αναθεωρώ. Η κριτική μάς μικραίνει, μας συρρικνώνει. Είναι καλύτερα να αφήνουμε λίγο χρόνο πριν βγάλουμε συμπεράσματα. Να προσπαθούμε να καταλάβουμε».
Σκέφτομαι πως αυτή η γενναιοδωρία δεν είναι άσχετη με την τέχνη της. Με τον τρόπο που αντικρίζει όσα οι άλλοι προσπερνούν, με την προθυμία της να ανακαλύπτει δυνατότητες εκεί όπου φαινομενικά δεν υπάρχει τίποτα. Να δίνει χώρο σε ό,τι έχει εγκαταλειφθεί, σε ό,τι μοιάζει να έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του. Κάπως έτσι ξεκίνησε και η ιστορία του TRANSIT. Με μια συνάντηση ανάμεσα στην καλλιτέχνιδα και σε πεταμένα χαρτόκουτα, ένα πρωινό της καραντίνας στους δρόμους της Αθήνας, κοντά στη γειτονιά της, το Μετς. Χωρίς προσχεδιασμένη μορφή ή συγκεκριμένο προορισμό, το έργο άρχισε σταδιακά να παίρνει σχήμα.
«Το χαρτόνι είναι ένα ευγενές υλικό», εξηγεί η Μαριάννα Λύρα. «Μπορώ να ζωγραφίσω πάνω του, να κολλήσω χαρτιά, να το κόψω, να το συναρμολογήσω, να το σηκώσω. Σου παραδίνεται. Είναι εύθραυστο. Μπορείς να το πατήσεις. Αλλά κι εμείς είμαστε εύθραυστοι». Στα μάτια της, το χαρτόνι δεν είναι απλώς ένα πρακτικό υλικό. Είναι κάτι άδειο, εγκαταλειμμένο, εύθραυστο και ταυτόχρονα διαθέσιμο να μεταμορφωθεί. Μιλά γι’ αυτό σχεδόν σαν να πρόκειται για έναν ζωντανό οργανισμό: «Εγώ συγκινούμαι όταν βλέπω αυτές τις κούτες. Κάποιος έχει βγάλει από μέσα ό,τι περιείχαν και τώρα στέκονται άδειες, σαν να περιμένουν κάτι».
Η μορφή του έργου, όπως και το νόημά του, αποκαλύφθηκαν σταδιακά. Κάποια στιγμή, καθώς η Μαριάννα Λύρα δούλευε με τον συνεργάτη της, Νίκο Ναζίρη, ένα τμήμα της κατασκευής απομακρύνθηκε από το υπόλοιπο. Ήταν η πλώρη. Την κοίταξε και συνειδητοποίησε ότι μπορούσε να σταθεί μόνη της, ως αυτόνομο γλυπτό. «Και τότε σκέφτηκα: Θα τα σκορπίσουμε στον χώρο! Τόσο απλά. Δεν υπήρχε από την αρχή κάποια ιστορία, ούτε καν η έννοια της μετάβασης. Το TRANSIT προέκυψε καθώς διαμορφωνόταν το έργο».

Γλυπτά και ανθρώπινη κίνηση σε αρμονία
Αυτή η ελευθερία απέναντι στη δημιουργική διαδικασία δεν είναι καινούργια στη διαδρομή της. Η Μαριάννα Λύρα δεν αντιμετωπίζει τα γλυπτά της ως αμετάβλητες μορφές. Μοιάζει να αναζητά διαρκώς τρόπους να τα απελευθερώσει από την ακινησία τους, να τους δώσει φωνή, κίνηση, ανθρώπινη παρουσία. Θυμάται τις Ονείρου Καρέκλες, τις μεταλλικές κατασκευές με τις ψηλές πλάτες, που έμοιαζαν με ανθρώπινους χαρακτήρες:
«Τις έφτιαξα, τις έστησα και ήταν σαν να στέκονταν εκεί και να μιλούσαν. Σαν να ήθελαν κάτι να πουν».
Στην αρχή σκέφτηκε να συνεργαστεί με χορευτές. Μια φίλη της, όμως, την παρότρυνε να μπει η ίδια ανάμεσα στις καρέκλες.
«Δεν φτάνει που τα φτιάχνω, πρέπει τώρα και να χορέψω;», θυμάται ότι σκέφτηκε. «Αλλά μπήκα μέσα και ήταν ένα τεράστιο μάθημα. Άρχισα να συνομιλώ με τα σίδερα, με αυτούς τους χαρακτήρες, τη μάνα, τον πατέρα. Ήταν σαν να έκανα ψυχοθεραπεία. Μέσα από αυτή τη διαδικασία άρχισαν να αναδύονται άλλες ιστορίες».
Ακολούθησε η συνάντηση με έναν μουσικό σε σεμινάριο Butoh στην Κρήτη. Οι μεταλλικές καρέκλες έγιναν και μουσικά όργανα. Ο ήχος, η κίνηση και η ανθρώπινη παρουσία άρχισαν να δημιουργούν μια νέα γλώσσα γύρω από τα γλυπτά. Κάπως έτσι εξελίσσεται και το TRANSIT. Τα τμήματα της πλωτής πολιτείας βρίσκονται αρχικά διάσπαρτα στον χώρο. Τρεις ανθρώπινες παρουσίες αναλαμβάνουν να τα μετακινήσουν, να τα πλησιάσουν μεταξύ τους, να τα ενώσουν. Μπροστά στα μάτια των θεατών, τα αυθύπαρκτα κομμάτια αρχίζουν να συγκροτούν ένα ενιαίο σώμα. Η συναρμολόγησή τους γίνεται μέρος της ίδιας της καλλιτεχνικής πράξης. Η μουσική, οι φωνές, οι φωτισμοί και η ζωντανή εικόνα συνομιλούν με την κίνηση, μετατρέποντας τη γλυπτική εγκατάσταση σε μια ζωντανή σκηνική εμπειρία.
Γύρω από τη Μαριάννα Λύρα συγκροτείται μια ομάδα δημιουργών που προσθέτουν στο έργο, ο καθένας με τη δική του καλλιτεχνική γλώσσα, τις δεξιότητες, τη φαντασία και τις εμπειρίες τους. Η Μαρκέλλα Μανωλιάδη αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία και τη χορογραφία, η Χριστίνα Θανάσουλα τους φωτισμούς, ο Foken (Δημήτρης Χατζηζήσης) τη μουσική και ο Andi Xhuma τη ζωντανή κάμερα. Η Καίτη Κουλλιά συμμετέχει με τη φωνή της και τη χορωδία της, ενώ οι Λεωνίδας Σιούπουλης, Θάνος Στασινός και Χρήστος Τζοβάρας δίνουν σώμα και κίνηση στην performance.


Δεν πρόκειται, ωστόσο, για μια ομάδα που συγκροτήθηκε απλώς για τις ανάγκες μιας παράστασης. Για τη Μαριάννα, οι συνεργασίες έχουν τη δική τους ιστορία. Μιλώντας γι’ αυτούς τους ανθρώπους, τονίζει διαρκώς την εμπιστοσύνη, την αμοιβαία κατανόηση και την αίσθηση ότι μοιράζονται κάτι περισσότερο από μια καλλιτεχνική διαδικασία.
Παρατηρώ ξανά τα επιμέρους κομμάτια της πλωτής πολιτείας. Καθένα τους έχει τη δική του μορφή, τη δική του υπόσταση. Μπορεί να σταθεί μόνο του, να απομακρυνθεί από το σύνολο, να βρεθεί σε μια διαφορετική θέση. Κι όμως, όταν ενώνονται, γεννιέται κάτι που υπερβαίνει το άθροισμά τους. Σκέφτομαι πως κάπως έτσι λειτουργούν και οι ανθρώπινες σχέσεις. Διαφορετικές υπάρξεις, με τις δικές τους ιστορίες και διαδρομές, συναντιούνται, συνδέονται, δημιουργούν κάτι κοινό, χωρίς απαραίτητα να χάνουν την αυτονομία τους.

Ένα ταξίδι ζωής με νόημα
Η ίδια η ζωή της Μαριάννας Λύρα μοιάζει να έχει διαμορφωθεί μέσα από τέτοιες συναντήσεις και μεταβάσεις. Γεννημένη στο Λονδίνο από Έλληνες γονείς, μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς. Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και ιταλικά στην Αγγλία και στη συνέχεια γλυπτική στη Ρώμη, μια πόλη που εξακολουθεί να θυμάται με ιδιαίτερη αγάπη. Η σχέση της με την Ιταλία, την Αναγέννηση, την αρχιτεκτονική και την ιστορία των ευρωπαϊκών πόλεων διακρίνεται ακόμη και σήμερα στον τρόπο που συνθέτει τους δικούς της φανταστικούς κόσμους.
«Η Ιταλία ήταν ένας τόπος όπου θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να ζει», μου λέει. «Με συγκινούσαν οι πόλεις της, ο πολιτισμός, η ιστορία της. Αλλά κάποια στιγμή ένιωσα και την ανάγκη να ανακαλύψω τις δικές μου ρίζες. Ίσως επειδή είχα ζήσει μακριά από την Ελλάδα. Ήθελα να καταλάβω τι σημαίνει για μένα η ελληνικότητά μου, ποια είμαι, τι είναι αυτό που με στηρίζει».

Στη ζωή της, όπως και στην τέχνη της, η έννοια της μετάβασης δεν μοιάζει να αφορά μόνο τη μετακίνηση από έναν τόπο σε κάποιον άλλον. Είναι και οι άνθρωποι που συναντάς, οι σχέσεις που δημιουργείς, όσα αφήνεις πίσω σου και όσα συνεχίζεις να κουβαλάς. Ένας από τους σημαντικότερους συνοδοιπόρους της υπήρξε ο Περικλής Φραγκιάς. Μαζί μοιράστηκαν περισσότερα από τριάντα χρόνια ζωής, αλλά και την ανάγκη να δημιουργούν τόπους συνάντησης, έκφρασης και επικοινωνίας. Για περίπου οκτώ χρόνια, μέχρι το 2004, οι Φωνές Café Live αποτέλεσαν ένα μικρό, ζωντανό κύτταρο καλλιτεχνικής δημιουργίας φιλοξενώντας συναυλίες, παραδοσιακή μουσική, αυτοσχεδιασμούς, γυναικείες φωνές, αφιερώματα, κρουστά, κουκλοθέατρο, αφηγήσεις παραμυθιών.
Ύστερα ήρθε η Εύβοια. Σε έναν εγκαταλελειμμένο λόφο, κοντά στα Νέα Στύρα, αποφάσισαν να δημιουργήσουν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Έναν χώρο βιώσιμο και όσο το δυνατόν πιο αυτάρκη, με δικές του υποδομές για νερό και ηλεκτρικό ρεύμα, καλλιέργειες και ζώα. Έφτιαξαν δρόμο, φύτεψαν, έχτισαν, εργάστηκαν με τα χέρια τους. Ακόμη και όταν η φωτιά του 2007 πέρασε από την περιοχή, συνέχισαν την προσπάθεια. «Αυτό ήταν το όνειρό μας. Να πάρουμε έναν τόπο όπου δεν υπήρχε τίποτα και να δημιουργήσουμε κάτι. Κάναμε πάρα πολλή δουλειά με τον Περικλή». Σταδιακά, ο χώρος άρχισε να υποδέχεται νέους εθελοντές από διαφορετικές χώρες του κόσμου. Έφταναν από την Ευρώπη, την Αμερική, ακόμη και τη Νέα Ζηλανδία, για να βοηθήσουν στις καθημερινές εργασίες και να γνωρίσουν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. «Έρχονταν νέα παιδιά και μας βοηθούσαν. Τους δείχναμε πώς ζούσαμε, πώς καλλιεργούσαμε τη γη. Τους άρεσε πάρα πολύ. Και μέσα από όλο αυτό γνώριζαν και κάτι από την κουλτούρα του τόπου. Πηγαίναμε στα πανηγύρια, χορεύαμε».
Μιλώντας για τη διαδρομή της, αναγνωρίζει μια εσωτερική συνέχεια ανάμεσα στα έργα της, ακόμη κι όταν αλλάζουν τα υλικά, οι μορφές ή τα μέσα έκφρασης: «Η δουλειά μου ξεκινά από μέσα μου και όχι από έξω. Φυσικά με απασχολεί η καθημερινότητα, η πραγματικότητα, όσα συμβαίνουν στην κοινωνία. Αλλά αυτό που με καθορίζει είναι ο εσωτερικός μου κόσμος. Από εκεί προκύπτει η καλλιτεχνική και αισθητική γλώσσα που έχω δημιουργήσει».
Κάποια στιγμή, χωρίς να το γνωρίζω εκ των προτέρων, μου αποκαλύπτει ότι το TRANSIT το αφιερώνει σε εκείνον, στον σύζυγό της, Περικλή Φραγκιά, που έφυγε ξαφνικά από τη ζωή το 2022: «Δεν μπόρεσε να το δει», μου λέει. Μετά τον θάνατό του, το έργο έμεινε για χρόνια στην άκρη. Η ίδια δεν είχε το κουράγιο να συνεχίσει. Χρειάστηκε να περάσει χρόνος, ώσπου να δημιουργηθούν ξανά οι συνθήκες για να το παρουσιάσει. «Είναι αφιερωμένο σε εκείνον. Στο δικό του ταξίδι. Αλλά και σε όλους μας. Τον έχω πάντα στην καρδιά μου. Και νομίζω ότι χαίρεται γι’ αυτό που γίνεται τώρα. Ήμασταν πολλά χρόνια μαζί. Μια ολόκληρη ζωή. Περάσαμε πολύ καλά μαζί».
Σκέφτομαι ξανά την πλωτή πολιτεία. Τα εύθραυστα κομμάτια που ενώνονται, χωρίζονται και ξαναβρίσκονται. Τις μορφές που ακροβατούν ανάμεσα στο εδώ και το εκεί. Την παράξενη αίσθηση ότι αυτό που μοιάζει εγκαταλειμμένο μπορεί να κρύβει μέσα του την υπόσχεση μιας νέας αρχής. Η Μαριάννα λέει ότι δεν έχει πια ιδιαίτερη ανάγκη να ταξιδεύει. Η Αθήνα της προσφέρει όσα χρειάζεται. Θα ήθελε, όμως, πολύ να ταξιδέψει το TRANSIT σε άλλους τόπους: «Το ταξίδι για το ταξίδι δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Θέλω ένα ταξίδι που να έχει νόημα».
