Δύο γυναίκες, ένα αθηναϊκό διαμέρισμα και ένα τηλέφωνο. Η Ρένα και η Τίτι αποφασίζουν να βάλουν την καθημερινότητά τους σε παύση και να επιδοθούν σε έναν μαραθώνιο τηλεφωνικών φαρσών, με αποδέκτες άνδρες που εκπροσωπούν την εξουσία και το κοινωνικό κύρος. Επινοούν πρόσωπα, αλλάζουν ταυτότητες, προκαλούν, γελοιοποιούν και ανατρέπουν τους κανόνες ενός κόσμου που ασφυκτιά μέσα στις συμβάσεις του. Πίσω όμως από το παιχνίδι και το γέλιο κρύβονται το πένθος, η απώλεια, η επιθυμία και η αγωνιώδης αναζήτηση του εαυτού.
Γραμμένη το 1982, «Η Φάρσα» της Έρσης Σωτηροπούλου, ένα από τα πρώτα δείγματα μεταμοντέρνας γραφής στην ελληνική πεζογραφία, μεταφέρεται για πρώτη φορά στη σκηνή, σε δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία της Ασπασίας-Μαρίας Αλεξίου. Ένα έργο που δεν ακολουθεί τη γραμμική αφήγηση, και κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, με το χιούμορ ως όχημα αμφισβήτησης της εξουσίας και των κοινωνικών στερεοτύπων.
Με αφορμή την παράσταση που παρουσιάζεται στον χώρο Κάμιρος, συζητάμε με την Ασπασία-Μαρία Αλεξίου για τη γυναικεία εξέγερση, τις πολλαπλές εκδοχές της ταυτότητας, τη σχέση λογοτεχνίας και θεάτρου και την ανατρεπτική δύναμη του γέλιου.
Θυμάστε την πρώτη σας επαφή με τη «Φάρσα» της Έρσης Σωτηροπούλου; Τι ήταν αυτό που σας αιφνιδίασε στην ανάγνωσή της και πότε αρχίσατε να φαντάζεστε ότι αυτός ο ιδιαίτερος λογοτεχνικός κόσμος θα μπορούσε να αποκτήσει σκηνική ζωή;
Είχα διαβάσει άλλα βιβλία της Έρσης Σωτηροπούλου προηγουμένως και μου άρεσαν πολύ, η γραφή της και η ματιά της είναι ξεχωριστή, αιχμηρή και τρυφερή, σαρκάζει αλλά διατηρεί κάτι το ποιητικό. Με το που ξεκίνησα τη «Φάρσα» ένιωσα ότι θέλω να μεταφέρω αυτό το βιβλίο στη σκηνή, άρχισα να αγοράζω κι άλλα αντίτυπα και να τα χαρίζω στους φίλους μου που τώρα συμμετέχουν στην παράσταση. Όταν το διάβασα ήμουν σε μια περίοδο έντονης αναρώτησης για τη σχέση μου με τη δημιουργικότητα, ήθελα να κάνω πολλές αλλαγές στη ζωή μου και τα ερωτήματα που είχα συνδέονταν με διάφορους τρόπους με τη «Φάρσα». Αυτό που με αιφνιδίασε και συνεχίζει να με εκπλήσσει είναι το πώς εκτυλίσσεται σπειροειδώς ο χρόνος στο βιβλίο και το πώς επανέρχονται τα πρόσωπα, τα γεγονότα και τα μοτίβα παραλλαγμένα, όπως σ’ ένα όνειρο.

Η γραφή της Έρσης Σωτηροπούλου αψηφά τη γραμμική αφήγηση, και αφήνει ανοιχτό το ερώτημα τι είναι πραγματικό και τι φανταστικό. Πώς μεταφέρεται αυτή η λογοτεχνική ελευθερία στη σκηνή χωρίς να χαθεί η ιδιαιτερότητά της; Τι χρειάστηκε να επινοήσετε ως δραματουργός και τι να αφήσετε ανεξήγητο ως σκηνοθέτρια;
Πήγαν χέρι-χέρι αυτές οι δύο λειτουργίες της δραματουργού και της σκηνοθέτριας, χωρίς να λείπουν οι στιγμές όπου η μία απογοήτευε την άλλη και χωρίς να υποχωρεί η αίσθηση ότι το μυθιστόρημα αυτό είναι βαθύ και λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, άρα πρέπει να βρούμε το σκηνικό ισοδύναμο για να λειτουργήσει η παράσταση. Υπογράφω τη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου αλλά για τη συνολική δραματουργία συνομιλητής μου ήταν ο Σωτήρης Βασιλείου, ο οποίος υπογράφει και το σκηνικό και τα κοστούμια. Δουλεύουμε πολύ οι δυο μας μέσα από τον διάλογο, την ανταλλαγή σκέψεων και μηνυμάτων. Επίσης, οι ηθοποιοί φωτίζουν με τη δική τους λειτουργία το τι χρειάζεται να γίνει. Δεν μπορώ να δουλέψω χωρίς συνεργάτες/τριες, ακόμα κι αν είμαι μόνη μου πρέπει να τους φαντάζομαι. Ακόμα κι αν στη φαντασία μου (ή στην πραγματικότητα) διαφωνούμε. Προσπάθησα να ισορροπήσω ανάμεσα στην αμφισημία και την καθαρότητα, με απασχολεί ακόμα αυτό, το πώς αποδίδεται ανάγλυφα μια στιγμή, μια σχέση, ένας περίπλοκος ψυχισμός, χωρίς όμως να γίνει απλοϊκή η αφήγηση. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι η παράστασή μας ανοίγει σταδιακά τα χαρτιά της. Αυτό έχει να κάνει με το ίδιο το μυθιστόρημα αλλά ταιριάζει πολύ και σε μένα την ίδια, όλα τα στοιχεία είναι εκεί εξαρχής αλλά χρειάζεται χρόνος για να κάνουν οι θεατές τις συνδέσεις.
Η Ρένα και η Τίτι επινοούν διαρκώς άλλες ταυτότητες, μέχρι που τα όρια ανάμεσα στις προσωπικότητές τους αρχίζουν να γίνονται δυσδιάκριτα. Αναρωτιέμαι αν αυτό τελικά είναι μια πράξη ελευθερίας ή ένας τρόπος να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους. Εσείς πώς διαβάζετε αυτή τη σχέση;
Σίγουρα αυτό είναι το φάσμα στο οποίο εκτείνονται τα όσα κάνουν, εξεγείρονται με τον δικό τους τρόπο απέναντι στο περιβάλλον τους και τον συντηρητισμό του (είναι σημαντικό το ότι το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 1982 αλλά διαδραματίζεται απ’ τον Σεπτέμβρη του 1975 μέχρι τον Μάρτιο του 1976) αλλά κλείνονται σε ένα διαμέρισμα. Ειδικά η Ρένα μοιάζει να ενδιαφέρεται λιγότερο για τον έξω κόσμο. Ή μάλλον ενδιαφέρεται αλλά στον βαθμό που μπορεί να μετουσιώσει τα πάντα σε κάτι άλλο. Εμμέσως πλην σαφώς είναι φανερό ότι η Ρένα θέλει να γράψει, οπότε την απασχολεί το πώς θα βρει τη φωνή της συγγραφικά, το πώς θα μιλήσει για τον έξω κόσμο αλλά και για τα όσα συμβαίνουν μέσα της. Ένας/μία συγγραφέας πρέπει να μπορεί να οικειοποιηθεί κι άλλες φωνές αλλά ταυτόχρονα, να έχει μια ισχυρή εσωτερική πυξίδα.


Συχνά η «γυναικεία φιλία» παρουσιάζεται ως σχέση αλληλεγγύης και αμοιβαίας υποστήριξης. Εδώ όμως μοιάζει να υπάρχει κάτι πολύ πιο σύνθετο: εξάρτηση, συνενοχή, ανταγωνισμός, ίσως και μια επιθυμία συγχώνευσης. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο στη σχέση αυτών των δύο γυναικών;
Την περίοδο των προβών προσπαθούσα να καταλάβω πώς λειτουργούν όταν είναι μαζί και τι αλλάζει όταν η καθεμιά μένει μόνη της. Αλλά στην πραγματικότητα η Τίτι φωτίζεται σχεδόν πάντα μέσα απ’ το βλέμμα της Ρένας. Πιο πολύ όμως, είδαμε αυτές τις δύο γυναίκες σαν δύο διαφορετικές πλευρές της ίδιας γυναίκας, όπως συμβαίνει και στο μυθιστόρημα. Με βοήθησε πολύ η σκηνική αλλά και ουσιαστική σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στην Αθηνά και την Ελίνα, υιοθέτησα πολλά από τα όσα πρότειναν. Και οι δύο μπορούν να είναι τρυφερές αλλά και πολεμοχαρείς ταυτόχρονα, οπότε υπάρχει κάτι ζωντανό στη σχέση τους επί σκηνής. Είχαμε διάφορες περιπέτειες την περίοδο των δοκιμών, οπότε ίσως κι αυτό μας έδεσε περισσότερο. Επίσης, νομίζω πως είναι σημαντικό ότι αυτές οι φάρσες των δύο φιλενάδων, έχουν δοκιμαστεί στη ζωή από την ίδια τη συγγραφέα και τις δικές της φίλες. Χωρίς να ταυτίζω τη συγγραφέα με τις ηρωίδες της θέλω μόνο να τονίσω ότι υπάρχει στο κείμενο το απόσταγμα από μεγάλες γυναικείες φιλίες.
Οι δύο γυναίκες δεν επιχειρούν να ανατρέψουν την εξουσία μετωπικά. Την αποσταθεροποιούν γελοιοποιώντας την. Πιστεύετε ότι το γέλιο εξακολουθεί να έχει αυτή την ανατρεπτική δύναμη ή έχουμε φτάσει σε μια εποχή όπου ακόμη και η γελοιοποίηση της εξουσίας δεν αρκεί για να την κλονίσει;
Υπάρχει το στοιχείο της γελοιοποίησης αλλά και του ερωτισμού στο έργο. Μια λιβιδινική έξαρση μπορεί κι αυτή να είναι ανατρεπτική. Ως προς το σήμερα, με προβληματίζει το ότι όλα λειτουργούν ως θέαμα, επομένως ακόμα και η γελοιοποίηση ενός πολιτικού τον καθιστά πιο δημοφιλή. Είναι αμέτρητα τα παραδείγματα. Νομίζω ότι μια διαφορά με το έργο είναι ότι η Ρένα και η Τίτι εισβάλλουν μέσα από τις τηλεφωνικές γραμμές στον χώρο του άλλου και απευθύνονται κάθε φορά σε έναν συγκεκριμένο άνδρα που σηκώνει το τηλέφωνο, δεν κάνουν δηλαδή βιντεάκια που τα ανεβάζουν κάπου.
Έχετε ασχοληθεί επανειλημμένα με τη μεταφορά λογοτεχνικών κειμένων στη σκηνή, από τον Δημήτρη Χατζή μέχρι την Έρση Σωτηροπούλου. Τι αναζητάτε στο θέατρο που γεννιέται από τη λογοτεχνία; Σας ενδιαφέρει περισσότερο να αφηγηθείτε μια ιστορία ή να ανακαλύψετε μια νέα σκηνική γλώσσα μέσα από αυτήν;
Νομίζω ότι όλα ξεκινάνε από τη γλώσσα κι ίσως γι’ αυτό πρόκειται και για ελληνικά κείμενα, υπάρχει αυτό το κοινό υπόστρωμα των αναφορών και των λέξεων. Ήταν πολύ ευχάριστο που διαβάζαμε ξανά και ξανά τη γλώσσα του Χατζή και μελετούσαμε το σκωπτικό του ύφος και τώρα ασκηθήκαμε στην πολύ ιδιαίτερη ματιά της Σωτηροπούλου, στο πώς συνυπάρχει το μελαγχολικό με το κωμικό και το γελοίο. Και παλιότερα είχα ασχοληθεί με κείμενα της νεοελληνικής πεζογραφίας, στο «Θωρηκτό» που βασιζόταν σε ένα μικρό επεισόδιο από τη «Μεθυσμένη πολιτεία» του Σωτήρη Πατατζή και το είχαμε σκηνοθετήσει μαζί με τον Βασίλη Βηλαρά (εκείνος όμως το είχε εντοπίσει πρώτος και μου το πρότεινε) και στην παράσταση «Εθνικαί εορταί», μια σύνθεση αποσπασμάτων και μαρτυριών για την Κατοχή και τον Εμφύλιο που είχαμε σκηνοθετήσει πάλι με τον Βασίλη και με τη Μαρία Θρασυβουλίδη.
Σίγουρα παίζουν κάποιο ρόλο οι συγκυρίες, ίσως με επηρεάζει πολύ το ότι και οι δύο γονείς μου είναι φιλόλογοι αλλά σκέφτομαι ότι με ελκύει η διαδικασία της πύκνωσης, το πρωτότυπο κείμενο είναι πλούσιο και μεγαλύτερο σε έκταση κι εμείς προσπαθούμε να καταλήξουμε σε ένα κείμενο παράστασης πολύ πυκνό. Σε αντίθεση με τον Mario Banushi, με τον οποίο έχω συνεργαστεί και τον αγαπώ πολύ, εμένα μ’ αρέσει πολύ οι ηθοποιοί να μιλάνε πολύ στη σκηνή. Κάθε κείμενο έχει διαφορετικό ρυθμό και δομή και άρα όταν το εκφέρεις επηρεάζει την ανάσα σου. Αυτό ισχύει και για τα θεατρικά κείμενα, αλλά ίσως αυτή την περίοδο μου είναι πιο οικείος ο λόγος της πεζογραφίας.

Ιδρύσατε τη MERLIN MERLIN MERLIN με έναν από τους στόχους της να είναι η αναζήτηση του γυναικείου βλέμματος σε παλιές και νέες αφηγήσεις. Τι σημαίνει για εσάς «γυναικείο βλέμμα» στη σκηνή; Είναι ζήτημα θεματολογίας, τρόπου αφήγησης ή, κυρίως, της θέσης από την οποία κοιτάζουμε τον κόσμο;
Είναι όλα αυτά που αναφέρετε και κυρίως το να μη θεωρούμε δεδομένες ορισμένες επιλογές αναπαράστασης των φύλων στη σκηνή και γενικότερα, με απασχολεί το πώς μπορεί κανείς να μην αναπαράγει μηχανικά αυτό που έχει δει και ξαναδεί είτε στη ζωή του είτε στην τέχνη του/της. Το καλοκαίρι σκηνοθέτησα τη «Διαθήκη του καθηγητή», μια παράσταση βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Δημήτρη Χατζή από το «Τέλος της μικρής μας πόλης» στο πλαίσιο του προγράμματος Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός. Εκεί έπαιζαν πάλι δύο γυναίκες ηθοποιοί, οι οποίες μετέφεραν τα λόγια όλων των προσώπων κι ο στόχος μας ήταν κάτω από όλες αυτές τις (κυρίως ανδρικές) φωνές να ακουστεί και η κοινωνική κριτική του συγγραφέα αλλά και η δική μας απέναντι σε φαινόμενα που αντιμετωπίζουμε ακόμα στη χώρα μας.
