Ευδαιμοναξιά, εκτρωμάντσο, αραχτιβισμός. Λέξεις που δεν θα βρούμε στα λεξικά, κι όμως είναι ικανές να περιγράψουν με αξιοσημείωτη ακρίβεια τον κόσμο γύρω μας. Λέξεις επινοημένες, παράδοξες, αστείες, που πίσω από το γλωσσικό τους παιχνίδι κρύβουν μικρές, συχνά άβολες αλήθειες για τις ανθρώπινες σχέσεις, τις κοινωνικές συμπεριφορές και τις αντιφάσεις της εποχής μας. Πόση δύναμη μπορεί να έχει μια λέξη; Μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα ή ακόμη και να ανατρέψει όσα θεωρούμε αυτονόητα;
Με αφετηρία το βιβλίο «Κομπλεξικό» του Αχιλλέα ΙΙΙ και τα τραγούδια του Σπύρου Γραμμένου, η Όλγα Ποζέλη και η θεατρική ομάδα ΝΟΗΤΗ ΓΡΑΜΜΗ δημιουργούν μια παράσταση που παίζει με τα όρια της γλώσσας, της λογικής και της κοινωνικής μας κανονικότητας. Με όπλα το παράλογο χιούμορ, τη μουσική και τον σουρεαλισμό, μας προσκαλούν να αναγνωρίσουμε κάτι από τον εαυτό μας μέσα σε όσα προκαλούν το γέλιο μας. Με αφορμή τη νέα αυτή σκηνική δημιουργία, συζητάμε με την Όλγα Ποζέλη για τη δύναμη των λέξεων, την ανατρεπτική λειτουργία του χιούμορ και ένα θέατρο που δεν φοβάται να μας ξεβολέψει.
Στην παράσταση ξεκινάτε από μια πολύ απλή αλλά ανατρεπτική ιδέα: τι συμβαίνει όταν οι λέξεις παύουν να σημαίνουν αυτό που έχουμε συμφωνήσει ότι σημαίνουν; Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε στο «Κομπλεξικό» του Αχιλλέα ΙΙΙ;
Αυτό που με γοήτευσε στο «Κομπλεξικό» είναι ότι προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία να αντιμετωπίσουμε τη γλώσσα όχι ως κάτι στατικό ή ιερό, αλλά ως ένα εύθραυστο, υλικό αντικείμενο που μπορείς να το πιάσεις, να το τεντώσεις, να το σπάσεις και να το ξανασυναρμολογήσεις. Στη φιλοσοφία του σωματικού και του devised theatre, το οποίο υπηρετώ χρόνια τώρα, το σώμα είναι πάντα ένας τόπος όπου οι πολιτισμικές και γλωσσικές συμβάσεις συγκρούονται. Το κείμενο του Αχιλλέα ΙΙΙ λειτουργεί ακριβώς έτσι: παίρνει τις λέξεις με τις οποίες «ντυνόμαστε» καθημερινά και αποκαλύπτει τη γύμνια μας. Όταν μια λέξη χάνει τον συμφωνημένο ορισμό της, το σώμα στη σκηνή χάνει τη στήριξή του, χάνει την ισορροπία του. Αυτό το στιγμιαίο «γλίστρημα» –η στιγμή που το νόημα καταρρέει κι εμείς μένουμε έκθετοι– είναι ο απόλυτος θεατρικός χώρος για μένα.

«Μπορείς να γκρεμίσεις έναν κόσμο, αλλάζοντας απλώς μια λέξη;» ρωτά η παράσταση. Εσείς τι πιστεύετε; Πόσο μεγάλη δύναμη εξακολουθούν να έχουν οι λέξεις σήμερα;
Οι λέξεις σήμερα έχουν τεράστια δύναμη, αλλά όχι με τον τρόπο που νομίζουμε. Συχνά λειτουργούν σαν πυρομαχικά ή σαν έτοιμοι «κώδικες» σε οθόνες που μας περιχαρακώνουν. Η εξουσία και η κοινωνία χρησιμοποιούν τη γλώσσα για να οριοθετήσουν το τι είναι δυνατόν να σκεφτούμε ή να νιώσουμε. Αν αλλάξεις μια λέξη, δεν γκρεμίζεις απαραίτητα ολόκληρο τον υλικό κόσμο, αλλά σίγουρα γκρεμίζεις την ψευδαίσθηση της βεβαιότητάς του. Αλλάζοντας μια λέξη, αλλάζεις τη γωνία από την οποία κοιτάζεις την πραγματικότητα. Αποκαλύπτεις ότι οι κανόνες στους οποίους υπακούμε είναι κατασκευασμένοι. Και μόλις το συνειδητοποιήσεις αυτό, ο «κόσμος» όπως τον ξέρεις έχει ήδη αρχίσει να ραγίζει.
Οι λέξεις του «Κομπλεξικού» έχουν κάτι πολύ αστείο, αλλά συγχρόνως αποκαλύπτουν καταστάσεις που αναγνωρίζουμε αμέσως – “ευδαιμοναξιά”, “αραχτιβισμός”, “εκτρωμάντσο”. Πώς μετατρέπεται ένα παιχνίδι με τη γλώσσα σε θεατρική πράξη;
Μετατρέπεται σε θεατρική πράξη τη στιγμή που η λέξη παύει να είναι απλό κείμενο και γίνεται σωματική παρόρμηση, κίνηση, ρυθμός και πρόσκρουση. Στην παράδοση του σωματικού θεάτρου, η κωμωδία και η τραγικότητα δεν κατοικούν μόνο στα αστεία, αλλά στην ίδια τη σωματική προσπάθεια. Όταν παίρνουμε μια λέξη όπως ο «αραχτιβισμός», δεν στεκόμαστε απλώς στην ανάγνωσή της. Τη μεταφράζουμε σε σκηνική συμπεριφορά: Πώς κινείται ένα σώμα που διαδηλώνει ενώ ταυτόχρονα βουλιάζει στον καναπέ; Ποια είναι η χορογραφία της «ευδαιμοναξιάς»; Η γλώσσα γίνεται ο παλμός πάνω στον οποίο οι ηθοποιοί συντονίζονται, σκοντάφτουν, χορεύουν ή συγκρούονται. Το χιούμορ προκύπτει από την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που δηλώνει η λέξη και στην απόγνωση του σώματος που προσπαθεί να την υπηρετήσει.

Πώς συνομιλούν στη σκηνή το ιδιαίτερο γλωσσικό σύμπαν του Αχιλλέα ΙΙΙ και τα τραγούδια του Σπύρου Γραμμένου; Τι ήταν αυτό που σας έκανε να δείτε ότι αυτά τα δύο διαφορετικά υλικά μπορούν να συναντηθούν θεατρικά;
Τα δύο αυτά υλικά συναντιούνται γιατί μοιράζονται την ίδια αφετηρία: μια τρυφερή ειρωνεία για την ανθρώπινη κατάσταση. Ο Αχιλλέας ΙΙΙ αποδομεί τη γλώσσα με την ακρίβεια χειρουργού, ενώ ο Σπύρος Γραμμένος ντύνει αυτή την αποδόμηση με μελωδία, ρυθμό και αμεσότητα. Στη δική μας σκηνική σύνθεση, τα τραγούδια του Σπύρου δεν λειτουργούν ως «διάλειμμα» από τον λόγο, αλλά ως… τραγουδιστικό ξέσπασμα των χαρακτήρων. Εκεί που οι λέξεις φτάνουν στο όριό τους και γίνονται παραλήρημα, η μουσική έρχεται να δώσει σάρκα, να κάνει το κοινό να συντονιστεί στον ίδιο χτύπο. Εικαστικά και κινησιολογικά, αυτό μας επέτρεψε να στήσουμε μια γιορτή –μια γιορτή κάπως παράδοξης αισθητικής– όπου ο λόγος και το τραγούδι γίνονται ένα ενιαίο, εκρηκτικό τοπίο.
Υπάρχει σήμερα, κατά τη γνώμη σας, μεγαλύτερος φόβος γύρω από το τι επιτρέπεται να πούμε και πώς πρέπει να το πούμε; Και μπορεί το θέατρο να γίνει ένας χώρος όπου αυτή η αγωνία δοκιμάζεται πιο ελεύθερα;
Ζούμε σε μια εποχή υπερβολικής περιχαράκωσης, όπου η γλώσσα συχνά αστυνομεύεται ή γίνεται πεδίο μάχης. Υπάρχει ένας διάχυτος φόβος μήπως ενοχλήσουμε, μήπως χρησιμοποιήσουμε τη «λάθος» λέξη, ή αντίθετα, μια τάση για κενή συνθηματολογία. Το θέατρο οφείλει να είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου αυτή η αγωνία αποσυναρμολογείται. Όχι για να γίνει προκλητικό χωρίς λόγο, αλλά για να ξαναβρεί την παιχνιδιάρικη επικινδυνότητά του. Στη ΝΟΗΤΗ ΓΡΑΜΜΗ μας ενδιαφέρει να δημιουργούμε ένα ασφαλές πλαίσιο στη σκηνή όπου μπορούμε να δοκιμάσουμε τα πιο «επικίνδυνα» ή παράλογα πράγματα. Όταν βάζεις τον φόβο της γλώσσας πάνω στη σκηνή και τον κάνεις σωματικό παιχνίδι, τον ξεγυμνώνεις. Το θέατρο επιτρέπει στο κοινό να αναπνεύσει, να γελάσει με τις αγκυλώσεις του και να δει ότι η ελευθερία λόγου ξεκινά από την ελευθερία να αμφισβητείς τα στερεότυπά σου.

Η ΝΟΗΤΗ ΓΡΑΜΜΗ έχει σταθερά στο επίκεντρο την αναζήτηση νέων τρόπων επικοινωνίας με τον θεατή. Τι σημαίνει σήμερα για εσάς “επικοινωνώ με το κοινό”; Έχει αλλάξει αυτό μέσα στα χρόνια;
Για μένα, «επικοινωνώ» δεν σημαίνει ποτέ «μεταδίδω ένα έτοιμο μήνυμα από τη σκηνή προς την πλατεία». Σημαίνει δημιουργώ μια κοινή εμπειρία στο παρόν. Μέσα στα χρόνια, και ιδιαίτερα στην εποχή της ψηφιακής απόστασης, η ανάγκη για ζωντανή, αδιαμεσολάβητη επαφή έχει γίνει ακόμα πιο επιτακτική. Η επικοινωνία βασίζεται στην παραδοχή ότι είμαστε όλοι στον ίδιο χώρο, την ίδια στιγμή, και μοιραζόμαστε την ίδια σύμβαση. Δεν θέλω έναν θεατή που απλώς παρακολουθεί αναπαυτικά. Θέλω έναν θεατή του οποίου η βλέμμα, η ανάσα και η ενέργεια συνδιαμορφώνουν την παράσταση. Η επικοινωνία σήμερα είναι η συνειδητή απόφαση να… «συμβούμε» μαζί για 75 λεπτά.
Πόσο στενή ήταν η συνεργασία σας με τον Αχιλλέα ΙΙΙ και τον Σπύρο Γραμμένο στη διαμόρφωση της παράστασης; Υπήρξε από την αρχή ένα συγκεκριμένο σκηνοθετικό πλαίσιο ή το τελικό αποτέλεσμα γεννήθηκε μέσα από τη μεταξύ σας ανταλλαγή;
Το τελικό αποτέλεσμα είναι γέννημα μιας οργανικής ανταλλαγής, ακριβώς όπως συμβαίνει σε όλες τις devised διαδικασίες. Φυσικά, υπήρχε από την πλευρά μου ένα αρχικό σκηνοθετικό όραμα και ένας δραματουργικός καμβάς: ήθελα να φτιάξω έναν κόσμο όπου η γλώσσα, η σωματική δράση και η μουσική συνθέτουν ένα σύγχρονο, παράλογο καμπαρέ. Ο Αχιλλέας μας έδωσε την πρώτη ύλη και την ελευθερία να την «τσαλακώσουμε», ενώ ο Σπύρος έφερε τη δική του εκρηκτική σκηνική ενέργεια. Η πρόβα ήταν ένα εργαστήριο όπου οι ιδέες δοκιμάζονταν στην πράξη –στο σώμα και στον ήχο– και αναδιαμορφώνονταν μέχρι να βρουν τη τελική τους μορφή.
Αν σας ζητούσα να προσθέσετε εσείς μία καινούργια λέξη στο «Κομπλεξικό», για να περιγράψετε κάτι πολύ χαρακτηριστικό της εποχής που ζούμε, ποια θα ήταν και τι θα σήμαινε;
«δενξερωτιναπωτροπιασμός»: αίσθηση αηδίας, φρίκης, απέχθειας ή αποστροφής για κάτι πολύ κακό, άσχημο ή αποτρόπαιο, η οποία είναι τόσο έντονη, ώστε μένει κανείς άλαλος καθώς μάταια αναζητεί λέξεις για να την εκφράσει.
