Σάββατο μεσημέρι και ο καιρός στην πόλη έχει μόλις αρχίσει να δροσίζει. Το Παγκράτι δεν είναι ακόμη η πολύβουη γειτονιά στην οποία σύντομα θα μεταμορφωθεί. «Να έρθετε σπίτι μου να τα πούμε», μου είχε πει στο τηλέφωνο η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη. Και να ‘μαστε τώρα εδώ, σε μια ζεστή γωνιά του σπιτιού της. Μας υποδέχεται απλά, ανεπιτήδευτα, με ένα πλατύ χαμόγελο. Παρότι έχει προηγηθεί μια πολύωρη πρόβα, δεν δείχνει να βιάζεται. Μας ανοίγει το σπίτι της σαν να είμαστε φίλες από τα παλιά, μας ξεναγεί ακόμη και στις πιο προσωπικές του γωνιές, με μια φυσικότητα που με συγκινεί και μας κάνει να αισθανόμαστε αμέσως άνετα. Ένα σπίτι που αποπνέει οικειότητα, ζεστασιά και διακριτική φροντίδα. Το αγαπημένο της ξύλινο τραπέζι, μια πολύτιμη ανακάλυψη ύστερα από επίμονη αναζήτηση. Ένας στρογγυλός καθρέφτης δίπλα στο καινούργιο αγαπημένο της φωτιστικό, που αγόρασε αυθόρμητα από ένα μικρό μαγαζί. Μια κόκκινη ραφιέρα, όπου η ασπρόμαυρη φωτογραφία της μητέρας της βρίσκεται δίπλα σε μια άλλη, από τα παιδικά της χρόνια, στην αγκαλιά του πατέρα της. Και λίγο πιο πέρα, το εξώφυλλο του βιβλίου του Χουάν Ρούλφο Ο κάμπος στις φλόγες.
Αφορμή της συνάντησής μας είναι η Ντόρα, ο απαιτητικός ρόλος που ερμηνεύει στις Σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας του Λούκας Μπέρφους, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Ένας ρόλος που την έκανε να αναμετρηθεί με τις δικές της βεβαιότητες. Και μια συζήτηση που, όσο προχωρά, επιστρέφει σχεδόν εμμονικά σε μία λέξη: τους ανθρώπους.
Σε ευχαριστώ που μας υποδέχεσαι στο σπίτι σου. Τι σημαίνει για σένα αυτός ο χώρος;
Το σπίτι είναι καθρέφτης του εαυτού μας. Τουλάχιστον για μένα. Ανάλογα με το πώς είμαι μέσα μου, είναι και το σπίτι μου. Μου αρέσει πολύ να έχω κόσμο, να μαγειρεύω, να καλώ φίλους. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι ανοιχτό, με ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν, με τραπέζια, κουβέντες, φιλοξενία. Είναι κάτι που θέλω να διατηρήσω. Οι άνθρωποι κλείνονται, ξέρεις. Και μεταφορικά και κυριολεκτικά. Κι εγώ προσπαθώ να κάνω το αντίθετο. Πλέον νομίζω ότι το επιδιώκω σχεδόν ασυνείδητα. Και είμαι καλή μαγείρισσα. Αυτό μου το δίνω! Στην υποκριτική δεν ξέρω αν κάνω καλά. (γέλια)

Απόφοιτη του Θεάτρου Τέχνης, η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη έκανε τα πρώτα της βήματα στην υποκριτική πολύ νέα, με μια μεγάλου μήκους ταινία στα 21-22 της και τις πρώτες θεατρικές της εμπειρίες στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Τα πρώτα χρόνια δεν ήταν εύκολα. Παράλληλα με την υποκριτική έκανε διάφορες δουλειές για να βιοπορίζεται, «έκανα, εντός εισαγωγικών, λάντζα», όπως μου λέει χαρακτηριστικά. Γύρω στα 24 της, όμως, τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν τον δρόμο τους και μπόρεσε να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην υποκριτική. «Είμαι από τους τυχερούς», παραδέχεται, αναγνωρίζοντας ότι αυτή η επαγγελματική σταθερότητα ήρθε σχετικά γρήγορα. Σήμερα, έχοντας διανύσει ήδη μια σημαντική διαδρομή, έχει αποκτήσει και την ελευθερία να είναι πιο προσεκτική στις επιλογές της, να αποφασίζει ποιες δουλειές θέλει να κάνει και ποιες όχι.
Σήμερα, με ποια κριτήρια επιλέγεις τις δουλειές σου; Τι είναι αυτό που σε κάνει να πεις το “ναι”;
Για μένα παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο οι άνθρωποι. Ο σκηνοθέτης, οι συνεργάτες, η ομάδα. Αν πας να κάνεις το οποιοδήποτε αριστούργημα με κάποιον που δεν σε εμπνέει ή δεν τον πιστεύεις, μπορεί να υποφέρεις και περισσότερο. Δεν μπορείς να κρατηθείς μόνο από τον συγγραφέα και από το ίδιο το κείμενο. Ενώ μου έχει τύχει να συμμετέχω σε δουλειές που ο πυρήνας τους δεν με αφορούσε τόσο, αλλά να έχω περάσει φανταστικά, να έχω ανακαλύψει πράγματα και να έχω μάθει πολλά για τη δουλειά μου και για τη συνεργασία.
Έχεις ονειρευτεί να παίξεις στην Επίδαυρο;
Έχω βρεθεί πολύ κοντά στο να παίξω στην Επίδαυρο. Αλλά δεν θα πω ότι είναι κάτι που ονειρεύομαι. Ονειρεύομαι τους ανθρώπους. Αυτό ονειρεύομαι. Όχι τους ήρωες. Φυσικά και θα πήγαινα με πάρα πολλή χαρά. Θυμάμαι όταν πήγαινα μικρή, με έπιανε συγκίνηση. Δεν υποτιμώ καθόλου αυτό που σου προκαλεί ένας τέτοιος χώρος. Τα θέατρα και οι τόποι είναι κι αυτά ζωντανοί οργανισμοί. Δεν γίνεται να σε αφήνουν ανεπηρέαστο. Αλλά μεγαλώνοντας, άλλα πράγματα ονειρεύομαι περισσότερο.
Η Ντόρα, την οποία υποδύεται η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, είναι μια νεαρή γυναίκα που οι γύρω της αντιμετωπίζουν ως «διαφορετική». Όταν οι γονείς και ο γιατρός της αποφασίζουν να διακόψουν τη φαρμακευτική αγωγή που την κρατούσε έως τότε σε καταστολή, εκείνη αρχίζει να ανακαλύπτει τον κόσμο, το σώμα της και τη σεξουαλικότητά της. Η αφύπνισή της, όμως, αναστατώνει τους γύρω της, καθώς η συμπεριφορά της δεν υπακούει στις κοινωνικές συμβάσεις. Σταδιακά, η ίδια μετατρέπεται σε «πρόβλημα», φέρνοντας στην επιφάνεια φόβους, προκαταλήψεις και αντιφάσεις. Ένα έργο που θέτει ερωτήματα για την ελευθερία, την αυτοδιάθεση και τα όρια ανάμεσα στη φροντίδα και τον έλεγχο, χωρίς να προσφέρει εύκολες απαντήσεις.

Η Ντόρα είναι ένας ρόλος αρκετά διαφορετικός από όσα σε έχουμε δει να κάνεις μέχρι σήμερα. Τι ήταν αυτό που σε γοήτευσε και ταυτόχρονα σε δυσκόλεψε σε αυτή τη συνάντηση;
Η Ντόρα είναι ένας άνθρωπος πολύ διαφορετικός από μένα. Κι αυτό, από τη μία, είναι απελευθερωτικό για έναν ηθοποιό, γιατί σε βγάζει από τους δικούς σου μηχανισμούς, από τις συνήθειες και τις ευκολίες σου. Από την άλλη, είναι και πάρα πολύ δύσκολο. Έπρεπε να προσπαθήσω να καταλάβω τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο, τη δική της λογική, χωρίς να της επιβάλω τη δική μου. Να μπορέσω να την πλησιάσω χωρίς να τη δω μέσα από τα δικά μου φίλτρα. Και υπήρχε μεγάλη ευθύνη σε όλο αυτό. Κάναμε έρευνα, γνωρίσαμε ανθρώπους με διαφορετικές αναπτυξιακές ιδιαιτερότητες. Αυτή η γνωριμία μού έδωσε φοβερή χαρά, αλλά ταυτόχρονα ένιωσα και πολύ άβολα. Γιατί σκέφτηκα ότι, κατά κάποιον τρόπο, εκμεταλλεύομαι αυτή τη συνάντηση, επειδή κάνω μια έρευνα για έναν ρόλο. Κι αυτό με έφερε σε αμηχανία.
Μέσα από αυτή την έρευνα και τη γνωριμία σου με την Ντόρα, τι ανακάλυψες για την ίδια αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο την αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι γύρω της;
Ήταν ένας καινούργιος κόσμος για μένα, που δεν τον είχα παρατηρήσει τόσο. Και γνωρίζοντας την Ντόρα, γνώρισα καλύτερα –ή προσπαθώ τουλάχιστον να γνωρίσω– κι αυτή τη διαφορετικότητα. Το έργο έχει να κάνει πολύ με την ελευθερία του ανθρώπου, αλλά και με το τι προτάσσεται ως κοινωνική επιταγή, με το τι περιμένει μια κοινωνία από εμάς. Γιατί οι γονείς της Ντόρας, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, θεωρούσαν τους εαυτούς τους τρομερά απελευθερωμένους σεξουαλικά, πολύ open-minded. Τελικά όμως δεν είναι. Μπορεί να έχουν τις καλύτερες προθέσεις, αλλά αρκεί αυτό; Και δεν είναι τυχαίο ότι το έργο λέγεται Οι σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας. Είναι σαν να μιλά για τις νευρώσεις των δικών μου γονιών, των δικών σου, ολόκληρης της κοινωνίας. Ενώ ξεκινά από το «πρόβλημα», εντός εισαγωγικών, που αντιμετωπίζει η Ντόρα, τελικά ξεγυμνώνεται η ίδια η κοινωνία. Φανερώνονται τα προβλήματα και τα συμπλέγματα των υποτιθέμενων «υγιών» ανθρώπων. Γιατί ποιος είναι φυσιολογικός και ποιος δεν είναι; Ποιος μπορεί να δώσει αυτή την απάντηση;
Η Ντόρα, όταν πρωτοδιάβασα το έργο, μου θύμισε πάρα πολύ τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι. Αυτή η αφοπλιστική καλοσύνη και ευγένεια, που δεν ξέρεις τι να την κάνεις. Και όταν σε αυτή την αφοπλιστική, αφιλτράριστη στάση μπαίνει και η σεξουαλικότητα, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο. Γιατί η Ντόρα αναρωτιέται: «Γιατί να μην κάνουμε σεξ; Αφού είναι κάτι ωραίο, είναι χαρά». Εκεί όμως έρχεται ο άλλος και σου λέει ότι πρέπει να υπάρχει ένα πλαίσιο, ότι γι’ αυτό θεσπίζονται οι νόμοι και τα όρια, ώστε να μην μπορείς να βλάψεις τον άλλον ή τον εαυτό σου. Και εκεί χάνεται η μπάλα. Γιατί έχει τεράστιο ενδιαφέρον και ο τρόπος με τον οποίο οι υπόλοιποι προσπαθούν να της θέσουν αυτά τα όρια. Της μιλούν σαν να είναι καθηγητές πανεπιστημίου που δίνουν διάλεξη. Και βλέπεις πόση ανάγκη έχει ο άνθρωπος να εκφραστεί, να επιδειχθεί, να εντυπωσιάσει, να γοητεύσει τον άλλον. Η Ντόρα είναι σαν ένας λευκός καμβάς. Και ο καθένας πηγαίνει και προβάλλει πάνω της τα δικά του.

Υποκριτικά, πόσο μεγάλη πρόκληση είναι να ενσαρκώσεις έναν άνθρωπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο τόσο διαφορετικά από εσένα;
Είναι μια φοβερή δυσκολία, γιατί αν δεν έχεις έρθει σε επαφή, αν δεν έχεις παρατηρήσει, αν δεν έχεις δει πράγματα, πώς θα το κάνεις; Από την άλλη, υπάρχει και μια ευκολία, αυτή της «μάσκας». Τι εννοώ; Ότι όταν καλείσαι να κάνεις κάτι τόσο έξω από εσένα, με έναν τρόπο αποστασιοποιείσαι από τη δική σου λογική. Γι’ αυτό πολλές φορές ένας ηθοποιός που μιλάει με προφορά ή παίζει σε μια άλλη γλώσσα μπορεί να παίξει καλύτερα, ακριβώς επειδή έχει βγει από τους συνηθισμένους του μηχανισμούς. Είναι αυτό που λέμε στο θέατρο η λειτουργία της μάσκας. Μπορεί βέβαια να μην το κάνεις καθόλου πειστικά. Έχει, λοιπόν, και τεράστια δυσκολία και μια παράξενη ευκολία. Το πιο δύσκολο κομμάτι της Ντόρας, όμως, είναι ότι όσα λέει, όσα σκέφτεται και όλες της οι αντιδράσεις είναι εντελώς αφιλτράριστα και κυριολεκτικά. Εμείς δεν έχουμε μάθει να είμαστε κυριολεκτικοί. Πάντα υπάρχουν φίλτρα. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια ατάκα όπου η μητέρα της λέει «Δεν μπορείς να χώνεις τη μύτη σου παντού πια!» και η Ντόρα πεθαίνει στα γέλια. Γιατί της φαίνεται αδιανόητο: πώς γίνεται να χώνεις τη μύτη σου μέσα σε πράγματα; Τα παίρνει όλα κυριολεκτικά. Κι αυτό είναι κάτι που μας είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθούμε. Και έχει πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο συνδέεται με τους άλλους. Η Ντόρα είναι δέκτης. Δέχεται όσα της λένε, όσα προβάλλουν πάνω της, ακόμη κι όταν την πληγώνουν. Και το φοβερό είναι ότι οι άλλοι δεν έχουν απαραίτητα την πρόθεση να την βλάψουν. Πολλές φορές τα κάνουν όλα από αγάπη. Αυτό είναι πολύ δύσκολο πράγμα.
Πέρα από την πρόκληση, νιώθεις ότι βγαίνεις καλύτερος άνθρωπος από αυτή την ιστορία;
Θα ήταν μεγάλη κουβέντα να πω εγώ για τον εαυτό μου ότι βγαίνω καλύτερος άνθρωπος, αλλά σίγουρα μπαίνω σε κάποια μονοπάτια που δεν είχα μπει πριν. Και είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία. Δεν ξέρω αν θα είμαι καλύτερη ως Χριστίνα, αλλά έχω μάθει πέντε πράγματα παραπάνω μέσα από τη φίλη μου, την Ντόρα. Και ξέρεις, την έχω αγαπήσει πολύ. Την πονάω, τη νοιάζομαι. Λένε κάποιοι ότι αγαπάμε όλους τους ρόλους μας. Εγώ δεν το βιώνω πάντα αυτό. Αλλά την Ντόρα την πονάω. Κάποιες φορές κλαίω γι’ αυτήν. Δεν μου έχει ξανασυμβεί, τόσα χρόνια που δουλεύω, να με συγκινεί η ίδια η ύπαρξη ενός χαρακτήρα. Και δεν είναι ότι συγκινούμαι με τον εαυτό μου επειδή την υποδύομαι. Με συγκινεί η ύπαρξή της.
Και κάτι ακόμη που συνειδητοποίησα μέσα από αυτή τη διαδικασία είναι ότι συχνά αντιμετωπίζουμε αυτούς τους ανθρώπους σαν παιδιά. Το έκανα κι εγώ. Μπορεί να μιλάμε για έναν άνθρωπο τριάντα χρονών και να λέμε «γνώρισα ένα παιδί με το τάδε πρόβλημα». Μα δεν είναι παιδί. Είναι ένας ενήλικας. Κι όμως, επειδή βλέπουμε σε αυτούς τους ανθρώπους μια καθαρότητα, μια διαφορετική σχέση με τον κόσμο, καταλήγουμε να τους αντιμετωπίζουμε έτσι. Και δεν πρέπει. Είναι κάτι που προσπαθώ πια να μην κάνω.


Μιλάμε όλο και περισσότερο για τη συμπερίληψη και την αποδοχή της διαφορετικότητας. Πιστεύεις ότι έχουμε κάνει ουσιαστικά βήματα ως κοινωνία ή παραμένουμε περισσότερο στη θεωρία;
Μιλάμε πολύ περισσότερο γι’ αυτά τα θέματα. Ακόμα κι αν δεν κάνουμε πάντα τα πράγματα σωστά ως κοινωνία, βλέπεις ότι υπάρχει μια προσπάθεια. Η έννοια της συμπερίληψης, για παράδειγμα, δεν υπήρχε παλιότερα καν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Έχουμε αρχίσει να χρησιμοποιούμε λέξεις και έννοιες που κάποτε δεν υπήρχαν. Κι εγώ λέω «Αχ, τι ωραία που γίνεται μια προσπάθεια!». Τώρα, τι καταφέρνουμε πραγματικά ή αν κάποιες φορές αυτή η προσπάθεια μπορεί να φέρνει και τα αντίθετα αποτελέσματα, είναι ένα άλλο, τεράστιο ζήτημα. Είδαμε, για παράδειγμα, στο Εθνικό Θέατρο τις Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου, η οποία δουλεύει χρόνια με ανθρώπους με αναπηρία. Και βλέπεις αυτή τη συμπερίληψη στην πράξη και είναι φοβερά συγκινητικό. Είναι ένα μεγάλο βήμα, ρε γαμώτο. Δεν θέλω, λοιπόν, να σταθώ απέναντι και να πω ότι τα κάνουμε όλα λάθος. Γίνονται πράγματα που αξίζει να τα αναγνωρίσουμε, γιατί δεν ήταν αυτονόητα κάποτε. Σκέψου πόσες ταινίες, ντοκιμαντέρ και παραστάσεις υπάρχουν πια γύρω από αυτά τα ζητήματα, σε σχέση με είκοσι ή είκοσι πέντε χρόνια πριν, όταν γράφτηκε το έργο. Έχουμε πρόσβαση σε όλα αυτά, μπορούμε να τα δούμε, να τα μελετήσουμε. Παλιότερα δεν γίνονταν με την ίδια συχνότητα. Ποιον απασχολούσαν, στ’ αλήθεια; Βέβαια, το κοινό που έρχεται σε επαφή με όλα αυτά παραμένει πολύ μικρό. Πολύ λίγοι μιλάμε ουσιαστικά για τη συμπερίληψη. Και πολλές φορές χρησιμοποιούμε αυτές τις έννοιες απλώς για να τις λέμε. Αλλά στην πραγματικότητα τι κάνουμε; Γίνονται βήματα. Είναι λίγα, αλλά κάτι γίνεται.
Αν μπορούσες να αποτινάξεις από πάνω σου μια κοινωνική επιταγή, ποια θα ήταν αυτή;
Νομίζω αυτή η ανάγκη να μας υπαγορεύουν διαρκώς πώς πρέπει να είμαστε ως άνθρωποι. Στις μέρες μας έχει ξεφύγει αυτό το πράγμα. Νιώθω –και ξέρω ότι είναι πολύ κλισέ αυτό που θα πω– ότι ζούμε τόσο έντονα στην εποχή της εικόνας, που στ’ αλήθεια δεν ξέρω τι συμβαίνει μέσα μας. Νιώθω ότι σαν κοινωνία είμαστε πιο μόνοι από ποτέ. Θα μου πεις, ζούσες το ’50, ζούσες το ’20; Όχι, δεν ζούσα. Αλλά έχω διαβάσει πέντε πράγματα. Και ακόμη κι από όσα θυμάμαι εγώ ως παιδί, έχω την αίσθηση ότι τα πράγματα ήταν λίγο πιο ανθρώπινα. Αυτή η τάση, αυτή η ανάγκη που έχουμε να προβάλλουμε διαρκώς τη ζωή μας… Και μετά έρχεται και η κριτική.

Τι σου είναι πιο εύκολο στη ζωή; Να εκτίθεσαι ή να προστατεύεσαι;
Να εκτίθεμαι. Μου είναι πιο εύκολο, πιο οικείο. Σε σημείο που πολλές φορές σκέφτομαι τα πράγματα εκ των υστέρων. Και λέω: «Ρε Χριστίνα, ξέφυγες πάλι, γαμώτο. Έπρεπε να είσαι πιο μαζεμένη!». Αυτό με την έκθεση το έχω πάρα πολύ έντονα, και σε πράγματα που μου δίνουν χαρά και σε πράγματα που δεν μου δίνουν. Δεν μπορώ εύκολα να κρυφτώ. Γι’ αυτό και όλοι με κοροϊδεύουν ότι γελάω πολύ δυνατά. Και μετά σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να είμαι πιο συγκρατημένη. Αλλά αυτό με βοηθάει πολύ και στο θέατρο. Ο Κωνσταντίνος, για παράδειγμα, μου έλεγε στις πρόβες ότι πρέπει να με μαζέψει. Εγώ πηγαίνω και φέρνω πράγματα, φέρνω υλικό. Συνήθως χρειάζεται να κάνω το αντίθετο: να μαζεύομαι.
Πάντως, δεν έχω την αίσθηση ότι προσπαθείς να υπηρετήσεις μια συγκεκριμένη δημόσια εικόνα. Είναι κάτι που αποφεύγεις συνειδητά;
Δεν προσπαθώ να φτιάξω μια περσόνα. Από την άλλη, δεν προσπαθώ και να δείξω αφιλτράριστα αυτό που είμαι, όπως θα έκανε η Ντόρα. Θέλω να κρατάω κάτι για μένα. Νομίζω ότι το να φτιάξω μια περσόνα είναι κόντρα στη φύση μου και στον τρόπο που μεγάλωσα. Γιατί είμαστε λίγο και το σπίτι μας. Ξαναγυρνάω στην αρχή της κουβέντας μας. Σκέφτομαι πολύ την έννοια της κληρονομικότητας, που τη συναντάμε στον Ίψεν, στον Στρίντμπεργκ. Μπορείς στ’ αλήθεια να ξεφύγεις από το σπίτι σου; Από τις καταβολές σου; Δεν ξέρω αν μπορείς. Και δεν το λέω για κακό στη δική μου περίπτωση, αλλά νομίζω ότι εγώ δεν μπορώ να ξεφύγω πολύ.
Τι θα πει επιτυχία για σένα;
Για μένα επιτυχία είναι να μπορώ να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία στη ζωή. Τώρα, αν θα έχω πολλά λεφτά για να πάρω ένα ή δύο σπίτια, εντάξει, κι αυτό είναι μια επιτυχία. Όπως και το να μπορείς να ζήσεις τη ζωή σου με αξιοπρέπεια. Είναι κι αυτό ένας πολύ σημαντικός παράγοντας. Αλλά στ’ αλήθεια, επιτυχία είναι να μπορείς να συνδεθείς, να μιλήσεις, να γνωρίσεις ανθρώπους, να αγαπηθείς και να αγαπήσεις.
Ποια είναι η πιο αγαπημένη σου παιδική ανάμνηση;
Το ανοιχτό σπίτι που σου έλεγα στην αρχή. Το ότι υπήρχε κόσμος, δοτικότητα και αγάπη. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν όλα ρόδινα. Υπήρχαν και σκοτεινές στιγμές. Αλλά υπήρχε μια ανοιχτωσιά που πια δεν υπάρχει τόσο. Μου λείπει το μοίρασμα. Με θλίβει που δεν υπάρχει τόσο πια. Θυμάμαι τα καλοκαίρια, που μαζευόμασταν παρέες, ακούγαμε τους φίλους των γονιών μας να λένε ιστορίες, ανέκδοτα, προσωπικά περιστατικά. Έχουμε ακόμη μνήμες από τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας που μας έλεγαν ιστορίες. Αναρωτιέμαι αν οι επόμενες γενιές θα έχουν τέτοιες αναμνήσεις. Τώρα είμαστε με μια οθόνη μπροστά μας όλη την ώρα. Και με στενοχωρεί αυτό.
Ακούγοντάς σε, έχω την αίσθηση ότι σε προβληματίζει πολύ ο τρόπος με τον οποίο αλλάζει η ζωή μας. Τι είναι αυτό που σε φοβίζει περισσότερο;
Νιώθω ότι γινόμαστε λίγο σαν τους ανθρώπους στους Μοντέρνους Καιρούς. Σαν να μπαίνουμε σε ένα εργοστάσιο, να γινόμαστε μονάδες. Σαν να μετατρεπόμαστε σε μυρμήγκια. Με τρομάζει αυτό το πράγμα. Με τρομάζει η σκέψη ότι μπορεί ο άνθρωπος να έχει εφεύρει την ίδια του την καταστροφή. Κάποιες φορές με πιάνει ένα «όσα προλάβουμε να κάνουμε». Σαν να βλέπω να τελειώνει κάτι. Φυσικά, όλα τελειώνουν, είμαστε θνητοί. Και ξέρω ότι η καταστροφολογία και ο φόβος για το τέλος του κόσμου υπήρχαν πάντα. Μπορεί να περνάμε ακόμη μία τέτοια φάση. Αλλά όταν βλέπεις όσα συμβαίνουν στον πλανήτη, νιώθεις σαν να σου κόβονται τα φτερά. Και λες, ωραία, θα κάνω εγώ τώρα μια επιτυχία, θα παίξω σε πεντακόσιες δουλειές, θα με ξέρει όλος ο κόσμος… Αυτό είναι; Πω πω, συγγνώμη, το μαύρισα! (γέλια)
Και όλη αυτή η αλλαγή στον τρόπο που επικοινωνούμε, πώς πιστεύεις ότι επηρεάζει την τέχνη και ειδικότερα το θέατρο;
Νιώθω ότι η τέχνη γενικότερα, τουλάχιστον όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι, περνάει μια κρίση. Και αυτό έχει να κάνει και με το βλέμμα. Όταν δεν έχεις το βλέμμα του άλλου για να συνομιλήσεις, είναι φοβερό αυτό που συμβαίνει. Εγώ πηγαίνω στην πρόβα και, σαν μαθητούδι, όπως πριν από είκοσι χρόνια, κλείνω το κινητό μου. Δεν μπορώ να έχω αυτή τη διάσπαση. Ζούμε σε μια εποχή που ακούς από παντού «ΔΕΠΥ, ΔΕΠΥ, ΔΕΠΥ». Και σκέφτομαι, πώς γίνεται να μην δυσκολευόμαστε όλοι να συγκεντρωθούμε έτσι όπως είναι η κατάσταση; Και αναρωτιέμαι τι σημαίνει όλο αυτό για την τέχνη μας, για το θέατρο, για την υποκριτική, για την ποίηση. Δεν πιστεύω ότι η τέχνη θα πεθάνει έτσι απλά, αλλά νιώθω ότι κάπως βαλτώνει το πράγμα.

Μεγαλώνοντας, ένιωσες ποτέ ότι σου επιβάλλονταν συγκεκριμένα πράγματα επειδή ήσουν κορίτσι; Και αργότερα, ως γυναίκα, τι σε δυσκόλεψε περισσότερο;
Η μητέρα μου ήταν ένας άνθρωπος που είχε ζήσει στο Παρίσι, πήγαινε σε πορείες και καταλήψεις, διάβαζε πάρα πολύ. Κι όμως, θυμάμαι ότι μπορούσε να σχολιάσει πώς ήταν ντυμένη μια γυναίκα. Βέβαια, έχω χάσει τη μητέρα μου εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια. Δεν πιστεύω ότι σήμερα θα έλεγε τα ίδια. Θέλω να πω ότι μεγαλώσαμε μέσα σε μια εποχή όπου υπήρχε πολύ έντονη η κριτική για το πώς ντύνεται ή πώς συμπεριφέρεται μια γυναίκα. Προσωπικά, μέσα στην οικογένειά μου, δεν το βίωσα τόσο. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον που, τουλάχιστον σε αυτά τα ζητήματα, είχε φοβερή αποδοχή και ελευθερία. Ήταν μια φούσκα, με αυτή την έννοια. Όχι σε όλα, αλλά σε όσα συζητάμε τώρα. Μετά, βγαίνοντας από το σπίτι, φυσικά και τα συνάντησα. Πρόλαβα την υποτίμηση, τον μισογυνισμό, ακόμη και μέσα στη δουλειά, πριν αρχίσουν να βγαίνουν στο φως όλες αυτές οι ιστορίες. Έχουν αλλάξει τα πράγματα; Φυσικά. Έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Αλλά ξέρεις γιατί; Επειδή φοβήθηκαν. Και δεν πειράζει που φοβήθηκαν. Αν αυτό σημαίνει ότι θα σταματήσουν κάποιες συμπεριφορές, το αποτέλεσμα είναι καλό. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν ανισότητες, και στο οικονομικό κομμάτι. Το ακούω και από συναδέλφους. Μπορεί μια γυναίκα να είναι πρωταγωνίστρια, να φέρνει τα ίδια αποτελέσματα με έναν άντρα πρωταγωνιστή και εκείνος να αμείβεται περισσότερο. Και αναρωτιέμαι: «Γιατί, ρε φίλε; Για ποιο λόγο;». Ακόμα υπάρχει αυτό.
Αν σε ρωτούσα ποια είναι η Χριστίνα σήμερα, στα τριάντα της, τι θα μου έλεγες; Πώς βλέπεις τον εαυτό σου ως γυναίκα;
Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. «Η γυναίκα μόνη ψάχνει»! (γέλια) Αστειεύομαι. «Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης»… Ξέρεις, τους τελευταίους μήνες, και είναι πολύ πρόσφατο όλο αυτό, αισθάνθηκα ότι βιώνω, εντός εισαγωγικών, μια δεύτερη ενηλικίωση. Πολύ έντονα. Μαζί με διάφορες κρίσεις και συνειδητοποιήσεις, ίσως και μια κρίση ηλικίας, έρχεται μια στιγμή που λες «Ώπα!». Σαν να βλέπεις τη ζωή σου από μια απόσταση. Έτσι το έχω στο κεφάλι μου: μια δεύτερη ενηλικίωση. Δεν ξέρω αν είμαι πιο σοφή. Έχω σίγουρα περισσότερες εμπειρίες. Αλλά αυτό που προσπαθώ συνειδητά, χωρίς πάντα να τα καταφέρνω, είναι να κρατάω λίγο το κέντρο μου. Σε σχέση με τα πάντα. Με τις ερωτικές σχέσεις, με τις φιλίες μου. Έχουν γίνει πολλά ξεκαθαρίσματα. Έχει αλλάξει πάρα πολύ η ζωή μου τον τελευταίο χρόνο. Έχουν έρθει άνθρωποι και έχουν φύγει άνθρωποι από τη ζωή μου. Και δεν θα συνέβαινε αυτό αν δεν είχα αλλάξει κι εγώ κάπως μέσα μου. Και το αντίστροφο.
Έψαξα να βρω την ιστορία πίσω από τα δύο επώνυμά σου, αλλά δεν βρήκα πουθενά την απάντηση. Θέλεις να μου πεις;
Το Φαμέλη είναι της μαμάς μου. Δεν το είχα αρχικά. Επειδή έχασα τη μητέρα μου όταν ήμουν δεκαεπτά χρονών, αποφάσισα μόνη μου ότι, όταν βγω στο επάγγελμα, θα κρατήσω και το δικό της επώνυμο. Μου έλειπε πάρα πολύ η παρουσία της. Τόσο που την έχω ακόμη εικόνα. Και δεν ξέρω πια αν ήταν απουσία ή παρουσία. Γιατί έχει πολύ ενδιαφέρον πώς, όταν περνούν τα χρόνια, μπερδεύεται η ανάμνηση με τη φαντασία. Πολλές φορές έχω δημιουργήσει αναμνήσεις που δεν έγιναν ποτέ. Υπάρχουν μόνο στη φαντασία μου. Μπορεί, για παράδειγμα, να σκέφτομαι την πρώτη μου παράσταση και να έχω εικόνα τη μητέρα μου από κάτω να με βλέπει. Κι ας μην ήταν εκεί. Ήταν τόσο έντονη η παρουσία της μέσα από την απουσία της. Ήταν λοιπόν ένας τρόπος να την έχω κάπως μαζί μου.
Ήσουν πολύ μικρή όταν την έχασες. Νιώθεις ότι πρόλαβες να πάρεις όσα ήθελες από εκείνη;
Την έζησα και νιώθω πολύ τυχερή, γιατί με διαμόρφωσε. Θυμάμαι πολλά πράγματα. Με διαμόρφωσε πολύ, όπως και ο πατέρας μου. Έφυγε σε μια ηλικία που είχα ήδη πάρει κάποια πράγματα από εκείνη. Μακάρι να ήταν εδώ και να έπαιρνα κι άλλα. Αλλά, ξέρεις, όταν τελειώνεις το σχολείο, έχεις ήδη αρχίσει να διαμορφώνεσαι ως άνθρωπος. Και σκέφτομαι τώρα, με αφορμή αυτή τη δεύτερη ενηλικίωση που λέγαμε πριν, πόσο έχω αλλάξει από τότε. Στα πιστεύω μου, στην ηθική μου, στον τρόπο που βλέπω τον κόσμο. Έχω ζήσει πολλές και διαφορετικές εμπειρίες. Η ζωή σε αλλάζει. Αλλά, στ’ αλήθεια, δεν νομίζω ότι έχω αλλάξει πολύ ως προς τις αξίες μου. Στον τρόπο που διαχειρίζομαι τα πράγματα, ναι, έχω αλλάξει. Αλλά αξιακά αισθάνομαι πολύ κοντά σε αυτό που ήμουν.
Νομίζω ότι το να μένεις πιστή στις αξίες σου είναι ένα πολύ όμορφο δώρο για τη μητέρα σου.
Αλήθεια; Ναι, μπορεί να είναι.
Πώς την έλεγαν;
Μαρία.
Και μου είπες ότι είχε γενέθλια σήμερα;
Ναι! Την Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων. Πάντα την κοροϊδεύαμε γι’ αυτό! (γέλια)

