Το βιβλίο «Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη» της Αζάρ Ναφίσι έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες και μεταφέρεται για πρώτη φορά στη σκηνή, σε διασκευή της Ηρώς Μπέζου και σκηνοθεσία της Μαρίας Ξανθοπουλίδου. Με αφορμή την παράσταση στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, η Μαρία Καλλιμάνη, η οποία υποδύεται την Αζάρ Ναφίσι μιλά για τη δύναμη της λογοτεχνίας, τις γυναίκες που αναζητούν την ελευθερία τους μέσα από τα βιβλία, αλλά και για όσα συμβαίνουν όταν μια ομάδα ανθρώπων προσπαθεί να βρεθεί στο ίδιο μήκος κύματος.
Μια συζήτηση για την ανάγνωση ως πράξη αντίστασης, τη συμπόνια, τη δουλειά του ηθοποιού και την ανάγκη να αφήνουμε λίγο συχνότερα το κινητό για να πιάσουμε ένα βιβλίο. Στο «Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη», η λογοτεχνία γίνεται αφορμή για μια συνάντηση γυναικών σε ένα περιβάλλον όπου η ελευθερία δεν είναι αυτονόητη. Η Μαρία Καλλιμάνη ως Αζάρ Ναφίσι είναι η καθηγήτρια που οργανώνει ένα κρυφό μάθημα λογοτεχνίας στο σπίτι της. Κάπου ανάμεσα στον Προυστ, τον Ντοστογιέφσκι, τη Λολίτα και την Πλατεία Ουάσιγκτον επιστρέφουμε σε μια απλή μα όχι καθόλου αυτονόητη ιδέα ότι τα βιβλία μπορούν ακόμα να μας αλλάξουν.
Έχεις διαβάσει το «Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη»;
Βεβαίως. Όλα τα βιβλία της.
Όλα τα βιβλία, δηλαδή, που θα δούμε στην παράσταση;
Ε, πώς θα μιλούσαμε γι’ αυτά αν δεν τα διαβάζαμε; Η αλήθεια είναι ότι κανένα από αυτά δεν το είχα διαβάσει πριν. Δεν είχε τύχει, έχω διαβάσει άλλα βιβλία. Είμαι άνθρωπος που διαβάζει, όχι σε υπερβολικό βαθμό, αλλά διαβάζω. Ούτε τη Λολίτα του Ναμπόκοφ είχα διαβάσει, τη διάβασα τώρα. Το Μεγάλο Γκάτσμπυ, το Περηφάνια και Προκατάληψη, την Πλατεία Ουάσιγκτον του Χένρι Τζέιμς και έχω ακόμα να διαβάσω.
Έριξες μελέτη!
Όλες μας! Πώς θα μιλήσουμε για αυτά τα βιβλία;

Πες μου λίγο για την ιστορία της παράστασής σας, Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη.
Βασίζεται στο βιβλίο της Αζάρ Ναφίσι, το οποίο έχει γίνει μπεστ σέλερ και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Η Ναφίσι είναι καθηγήτρια Αγγλικών στο Πανεπιστήμιο. Τη διασκευή έχει κάνει η Ηρώ Μπέζου και η παράσταση αποτελείται από επτά μαθήματα που παρακολουθούμε. Το κάθε μάθημα γίνεται με αφορμή ένα βιβλίο, το οποίο οι φοιτήτριες έχουν μελετήσει σπίτι και εδώ το συζητάμε. Συζητάμε περί λογοτεχνίας, αλλά συζητάμε και με αφορμή τα βιβλία για τη ζωή και πόσο μάλλον για τις ζωές μας, όπου δεν είναι εύκολες, αφού ζούμε σε ένα καθεστώς.
Το βιβλίο γράφτηκε το 2003 και τα γεγονότα αφορούν τη δεκαετία του 1990;
Η Αζάρ Ναφίσι ζούσε στην Αμερική, όπου και σπούδασε, και επιστρέφει το 1979 στην Τεχεράνη, όταν ξεσπάει η Ισλαμική Επανάσταση. Νομίζω ότι επιστρέφει και με μια ελπίδα πώς, μετά την αποκαθήλωση του Σάχη, τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα. Πολλοί Ιρανοί είχαν αυτή την ελπίδα τότε.
Στην αρχή ήταν καλύτερα.
Ήταν καλύτερα, αλλά στη συνέχεια επικράτησαν τα συντηρητικά στοιχεία. Η Ναφίσι φεύγει από την Τεχεράνη το 1997 οριστικά πια μετά από 18 χρόνια, και γράφει το βιβλίο γύρω στο 2003.
Η Ναφίσι τη δεκαετία του ’90 φτιάχνει αυτή την κρυφή λέσχη ανάγνωσης και αφυπνίζει μαθήτριες.
Ναι. Αυτή η λέσχη ανάγνωσης, το σπίτι της δηλαδή, γίνεται όπως λέει και η ίδια, «το κρησφύγετό τους και το αυτάρκες σύμπαν τους». Τα μαθήματα γίνονταν για περίπου δύο χρόνια, με πολύ μεγάλο ενθουσιασμό. Η ίδια επέλεγε πολύ επιλεκτικά και προσεκτικά τις φοιτήτριες που θα συμμετάσχουν. Τα κορίτσια έχουν πάθος για τη λογοτεχνία, το οποίο εξελίσσεται σιγά σιγά στο να βρίσκουν το πάθος για τη ζωή. Βέβαια σε αυτό το καθεστώς που ζουν υπάρχει ένα «όμως». Ενώ τις βλέπει να ανθίζουν μέσα στο μάθημα, να ελευθερώνονται, να εκφράζουν πιο ελεύθερα τη γνώμη τους, να επιχειρηματολογούν, να έχουν γνώμη πολύ εμπεριστατωμένη για τα βιβλία αλλά και για τη ζωή. Παρ’ όλα αυτά έρχονται στην επιφάνεια πράγματα που οι φοιτήτριες βιώνουν αυτόν τον καιρό. Και βιώνουν πράγματα όχι εύκολα, να μην τα αποκαλύψω, γιατί είναι πολύ σημαντικά για την εξέλιξη της ιστορίας. Οπότε, ενώ αυτή η σχέση τους όσο περνάει ο καιρός γίνεται όλο και πιο στενή, την ίδια στιγμή ο κόσμος που είναι έξω από το σπίτι της είναι ένας κόσμος βίαιος, ένας κόσμος αυταρχικός που αναμφισβήτητα επηρεάζει και τις ζωές των κοριτσιών. Τις ζωές όλων μας. Και λέει κάποια στιγμή η Αζάρ όσο προχωράνε τα μαθήματα ότι «όσο πιο μεγάλη γινόταν η προσκόλλησή μου στην τάξη και τα κορίτσια, τόσο αποσυνδεόμουν από το Ιράν».
Από το πρόβλημα, ουσιαστικά.
Ότι δεν θέλω να ζω πια εδώ. Δεν με εκφράζει αυτή η χώρα. Δεν μπορώ να μεγαλώσω τα παιδιά μου εδώ όπως θέλω. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Αμερική, καθόλου εύκολα, και της κοστίζει πάρα πολύ που εγκαταλείπει αυτές τις μαθήτριες. Και δεν είναι τυχαίο όταν πια ζει στην Αμερική, αρκετά χρόνια μετά, αποφασίζει να ξαναθυμηθεί το Ιράν. Να ξαναθυμηθεί και αυτό που βρίσκει ότι τη συνδέει περισσότερο με το Ιράν είναι η σχέση της με αυτά τα κορίτσια. Ούτε ο γάμος της, ούτε η φυλάκιση του πατέρα της, ούτε οι εμπειρίες της στο πανεπιστήμιο. Αυτή η σύνδεσή της με τις μαθήτριές της ήτανε πυρηνική, με αφορμή βέβαια από το γεγονός ότι υπεραγαπάνε τη λογοτεχνία, αλλά και το πώς βγήκαν πράγματα στην επιφάνεια πολύ προσωπικά της καθεμιάς.

Το θέμα με το οποίο καταπιάνεται το έργο θα το χαρακτήριζα και επίκαιρο. Ελευθερία λόγου και ελευθερία ανάγνωσης ακόμα δεν έχουμε κατακτήσει όλοι στον πλανήτη.
Αυτός ο περιορισμός δεν συμβαίνει μόνο στο Ιράν, βλέπουμε ακόμα και σε χώρες δημοκρατικές όπως Αμερική και σε άλλα κράτη -τα οποία δεν είναι σαφώς όπως το Ιράν- να απειλείται η δημοκρατία. Να απειλείται η ελευθερία λόγου ακόμα και η ελευθερία της ύπαρξης απειλείται.
Ακόμα και σήμερα, αν έβλεπα στο τρένο – γιατί υπάρχουν ακόμα αυτές οι σπάνιες εικόνες στα μέσα μαζικής μεταφοράς – άνθρωποι να κρατάνε βιβλία, πάντα βλέπεις τον τίτλο. Αν δω μια γυναίκα ας πούμε σαν κι εσένα να το διαβάζει, θα πω γιατί το διαβάζεις αυτό;
Καταλαβαίνεις κάτι για αυτόν που το διαβάζει. Κι εγώ το κάνω, τώρα που το λες, να κοιτάζω τι διαβάζει ο άλλος. Αν και δεν το βλέπεις πολύ συχνά, πιο συχνά βλέπεις να κοιτάζουν τα κινητά τους.
Για μένα, αυτή η παράσταση έχει ενδιαφέρον, γιατί φεύγουμε λίγο από το παρόν, από την ουτοπία, και προσπαθούμε να θέσουμε και το ερώτημα τι επιτρέπεται να διαβάζουμε. Δεν είναι, όμως, αυτό το κυρίως θέμα της παράστασής σας. Ίσα ίσα που με μαγεύει ότι και χωροταξικά ακόμα έχετε επιλέξει το Θέατρο Τέχνης, που είναι ένα υπόγειο, σαν να κατεβαίνουμε σε μια κρυφή συνάντηση με αυτή την ομάδα.
Ακριβώς! Το κύριο θέμα είναι πώς αυτές οι γυναίκες καταφέρνουν να κάνουν μια πράξη αντίστασης. Παρόλο που είναι επικίνδυνο, συναντιούνται και μοιράζονται το κοινό τους πάθος, που είναι η λογοτεχνία. Και μέσα από τη λογοτεχνία προσπαθούν να μάθουν ποιες είναι.
Εσύ έχεις μάθει πράγματα από τη λογοτεχνία;
Έχω μάθει. Ένα βιβλίο αποκαλυπτικό για μένα ήταν το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ. Θυμάμαι ένα βράδυ που διάβαζα κάποιες σελίδες και, χωρίς να καταλάβω πώς, άρχισα να ανατρέχω στο δικό μου παρελθόν, την ώρα που διάβαζα το βιβλίο. Σαν να πέρασαν εικόνες μπροστά στα μάτια μου, αλλά αυτό μου το πυροδότησε η ανάγνωση του βιβλίου. Ναι, σίγουρα έχω μάθει, έχω επηρεαστεί, έχω συγκινηθεί και μου έχει αλλάξει ο τρόπος σκέψης. Ο τρόπος που ο Ντοστογιέφσκι αναλύει την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, σαν να κάνει χειρουργείο, είναι μια εμπειρία ζωής.

Αυτή η συνέντευξη θα μπορούσε να είχε και έναν υπότιτλο «Τα βιβλία ακόμα κάνουν καλό».
Σωστά. Εδώ, όμως, με αφορμή αυτή την παράσταση που κάνουμε, έχω θαυμάσει κάτι που εγώ δεν το διαθέτω στον ίδιο βαθμό ως άνθρωπος. Έχω θαυμάσει πώς αυτή η γυναίκα -και είναι ένα στοιχείο της που μου αρέσει που την υποδύομαι- είναι ένα πολιτικό ον και πώς ο τρόπος που μπαίνει μέσα στα βιβλία είναι πολιτικός. Δηλαδή πώς παίρνει δύναμη από τα βιβλία σαν να είναι το κρησφύγετό της. Έχει βέβαια περάσει και κρίσιμα γεγονότα, πέρα από το ότι επιστρέφει στο Ιράν και επιστρέφει σε ένα καθεστώς που γίνεται όλο και πιο συντηρητικό και απολυταρχικό. Ζει έναν πόλεμο Ιράν-Ιράκ, οκτώ χρόνια. Λέει κάποια στιγμή ότι «στα χρόνια του πολέμου εμένα το κρησφύγετό μου ήταν εκείνη την εποχή τα βιβλία μου».
Η παράστασή σας είναι μια σύναξη γυναικών που αφυπνίζεται μέσα από το βιβλίο και επαναστατεί μέσα από μια απλή κίνηση, μια ανάγνωση. Δεν είναι ότι βγήκαν στους δρόμους και διαδήλωσαν.
Ναι, τόσο τους επιτρεπόταν, όμως πήγαιναν όλο πιο βαθιά και πιο βαθιά στο να μπορούν να έχουν κριτική σκέψη, να καταλαβαίνουν τι είναι αυτό που ζουν δίπλα τους, τι είναι αυτό που υφίστανται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να είναι – γιατί το επισημαίνει κάπου η δασκάλα, γι’ αυτό το λέω – φανατικές ή να γέρνει μονόπαντα η σκέψη τους ή η γνώμη τους. Να μην καταδικάζουμε όποιον είναι διαφορετικός από εμάς. Γιατί κι αυτό είναι επικίνδυνο. Και κάτι που με αφορμή το βιβλίο Πλατεία Ουάσιγκτον του Χένρι Τζέιμς και με αφορμή κάτι που γίνεται μέσα στο σαλόνι -το κρυφό σχολειό μεταξύ κάποιων μαθητριών- έρχεται η Αζάρ και λέει ότι τα μεγάλα μυθιστορήματα μας διδάσκουν ακριβώς αυτό: να κατανοούμε άλλους ψυχισμούς και άρα ανοίγουν χώρο μέσα μας για συμπόνια. Είναι πολιτική πράξη το διάβασμα γι’ αυτή τη γυναίκα και ο τρόπος που κατανοεί και αυτά που κατανοεί, τα παίρνει ως όπλα στην πραγματική ζωή. Δεν είναι κάτι που θέλει να το αφήσει μέσα στο σαλόνι, αλλά πώς αυτό λέει- πάλι θα δανειστώ μια φράση της – πώς ο ανοιχτός κόσμος των μυθιστορημάτων θα φωτίσει τον κλειστό ορίζοντα της δικής μας ζωής. Θέλει να το κάνει πράξη. Όχι απλώς δηλαδή διαβάζω για να διαβάζω και παίρνω μια απόλαυση από το διάβασμα. Αλλά πώς αυτό που παίρνω εγώ το κάνω πράξη μέσα στη ζωή μου, η οποία τυγχάνει αυτή τη στιγμή να είναι δύσκολη μέσα σε αυτές τις συνθήκες που ζούμε.
Σκηνικά έχετε ένα installation απ’ ό,τι έχω καταλάβει.
Ο σκηνογράφος μας, ο εικαστικός Δημήτρης Μεράντζας, κατασκευάζει έπιπλα και αντικείμενα, και τα έπιπλα και τα αντικείμενα είναι κατασκευές του. Έρχεται και δένει με αυτό που συνέβαινε πραγματικά στο σπίτι αυτής της γυναίκας, λέει «κάθε έπιπλό μου προέρχεται από διαφορετικά μέρη και εποχές». Είναι ένα σπίτι που συλλέγει πράγματα από τα ταξίδια της. Οπότε το σκηνικό μας χρησιμοποιείται απόλυτα ρεαλιστικά και έχει και κομμάτια μέσα στο έργο που αυτή αφηγείται. Τα θυμάται όλα αυτά τα ταξίδια της, μπαίνει μέσα στην ανάμνηση. Έχουν περάσει χρόνια και μπαίνουν και κομμάτια που αφηγείται από το τότε, αλλά βασικά είναι αυτά τα 7 μαθήματα που είμαστε εκεί όλες μαζί.

Σε αυτόν τον ρόλο που υποδύεσαι την Αζάρ Ναφίσι, τι σε έχει γοητεύσει;
Αυτό που με γοήτευσε είναι πως αυτή η γυναίκα δεν μένει στη θεωρία και προσπαθεί και στις φοιτήτριές της αλλά και στη ζωή της να κάνει πράξη αυτά που διαβάζει. Γι’ αυτήν είναι μια βιωμένη εμπειρία η ανάγνωση και αυτό με γοητεύει πολύ. Θαυμάζω το θάρρος της να οργανώσει αυτά τα μαθήματα, το πάθος της. Θαυμάζω και τα τρωτά της σημεία που τα φέρνει μέσα, δεν είναι μια δασκάλα καθέδρας. Οι μαθήτριες είναι καθρέφτης γι’ αυτήν. Αυτές οι σχέσεις είναι σχέσεις ζωής. Έρχεται πολύ κοντά με τις κοπέλες, εννοώ ψυχικά, κι αυτή αρχίζει να προβληματίζεται για τη ζωή της. Δηλαδή σαν τα μαθήματα να την κάνουν να θέλει να ξαναγυρίσει στην Αμερική.
Εσύ τι έχεις κάνει στη ζωή σου Μαρία Καλλιμάνη που μπορείς να πεις ότι ναι, το πήγα παρακάτω, ότι επαναστάτησα με τον τρόπο μου. Αυτή τη γυναίκα τη θαυμάζεις γιατί δεν τόλμησες να κάνεις πράγματα ή γιατί βρίσκεις κοινά;
Δεν μπορώ να συγκρίνω τις συνθήκες της δικής μου ζωής με τις συνθήκες της δικής της. Όμως έχω κοινά. Κι εγώ έχω ένα μεγάλο πάθος για τη δουλειά που κάνω, κι εγώ θέλω αυτό που δουλεύω και παρουσιάζω σε μια παράσταση να το πάρει ο θεατής, να το μεταδώσω. Αυτή προσπαθεί να το μεταδώσει στις φοιτήτριες. Οι ηθοποιοί τι προσπαθούμε να κάνουμε κάθε φορά; Να βάλουμε τον εαυτό μας στις συνθήκες που σου δίνει το έργο. Ένας τρόπος να την καταλάβω γιατί διακρίνεται από ένα μεγάλο πάθος και αγάπη για τη δουλειά της. Να μου επιτρέψεις να πω ότι κι εγώ έχω αυτό το πάθος και την αγάπη για τη δουλειά μου. Δηλαδή βρήκα ένα κοινό σημείο. Όπως και τις παλινδρομήσεις που μπορεί να έχω, μπορεί να αμφισβητήσεις τον εαυτό σου και αυτή μέσα στη διαδικασία.
Αυτό είναι το ωραίο. Αυτό μας πάει παρακάτω, είναι η εσωτερική ψυχοθεραπεία μας. Επειδή αναφέραμε τη μελέτη που κάνατε για τα βιβλία που αναφέρονται στην παράσταση. Ο θεατής θα πάρει πληροφορίες και για τα βιβλία αυτά;
Ναι, με έναν τρόπο πάρα πολύ σύντομο. Γιατί κάποιοι άνθρωποι μπορεί να τα έχουν διαβάσει, αλλά κάποιοι άλλοι να μη τα έχουν διαβάσει. Με δυο γραμμές σε κάθε μάθημα μπορεί να καταλάβει τουλάχιστον περί τίνος πρόκειται. Αν θέλει φυσικά μετά μπορεί να τα διαβάσει.
Το δικό σας το βιβλίο, εν τω μεταξύ, απ’ ό,τι έχω δει είναι εξαντλημένο στα ελληνικά.
Είναι εξαντλημένο το Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη. Εντάξει, εμείς το βρήκαμε φωτοτυπία. Έχει κάνει μια πάρα πολύ ωραία διασκευή η Ηρώ, έχει κομμάτια που δεν είναι όλα μέσα στον ρεαλισμό εδώ και τώρα κάνουμε τα μαθήματα. Είναι κομμάτια που αυτή θα μιλήσει στο κοινό, θα ξαναμπεί, είναι γοητευτικό πολύ. Το βιβλίο είναι μια αυτοβιογραφική ιστορία που η Αζάρ μιλάει για το πώς το αποφάσισε και τελικά τι μαθήματα έκανε με τα κορίτσια μέσα στην τάξη και μιλάει πολύ και για τα κορίτσια.
Το οποίο έχει γίνει ταινία.
Έχει γίνει ταινία, αλλά δεν έχει σχέση με τη δική μας διασκευή.
Αλλά είναι η πρώτη φορά που γίνεται θεατρική παράσταση.
Ναι. Να πούμε ότι η Μαρία Ξανθοπουλίδου, που είναι η σκηνοθέτρια, ήθελε πάρα πολλά χρόνια, ήταν ένα όνειρό της να ανεβάσει αυτή την παράσταση. Θέλω επίσης, να αναφέρω την πολύ ουσιαστική βοήθεια της Μαριέλας Νέστορα, που είναι η χορογράφος. Από τις υπόλοιπες ηθοποιούς έχω ξαναβρεθεί στη σκηνή μόνο με τη Λήδα Κουτσοδασκάλου που παίξαμε πριν δύο χρόνια στο Γυάλινο Κόσμο. Με τη Μαρία Πετεβή, τη Θάλεια Σταματέλου, τη Ζωή Μυλωνά, τη Διονυσία Μπαλαμώτη, τη Δήμητρα Βήττα και την Ηλέκτρα Μπαρούτα. Η μουσική είναι του Λόλεκ, τα κοστούμια έχει κάνει η Χριστίνα Καλμπαρη.

Επειδή τις ανέφερες μία μία και είναι νεότερη γενιά από σένα ηθοποιοί. Ας εκμεταλλευτώ λοιπόν αυτή τη σύμβαση ότι τις κάλεσες στο κρυφό σχολειό σου. Αν μπορούσες λοιπόν ένα μάθημα να τους περάσεις από τη δική σου την εμπειρία τη θεατρική που θα ήθελες όντως να μεταλαμπαδεύσεις για να κάνεις και τη ζωή των συναδέλφων σου πιο ωραία. Κάτι που εσύ νιώθεις ότι θα ήθελες πραγματικά αν μπορούσες να τους το μεταδώσεις με μια πνοή.
Τα μεγάλα μυθιστορήματα μας διδάσκουν ακριβώς αυτό, να κατανοούμε άλλους ψυχισμούς, ανοίγουν χώρο μέσα μας για συμπόνια.
Αυτό στο έχει μάθει και το θέατρο πέρα από τα βιβλία;
Ναι, χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ομάδα. Χωρίς κατανόηση του άλλου, γιατί το πιο δύσκολο δεν είναι οι ρόλοι. Ναι, άλλοτε τα καταφέρνεις, άλλοτε όχι, αλλά θα γίνει η παράσταση και θα παίξεις τον ρόλο σου. Το πιο δύσκολο είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Μερικές φορές, επειδή ερχόμαστε πάρα πολύ κοντά, οι ψυχές μας ανοίγονται στην πρόβα. Χωρίς σεβασμό, χωρίς κατανόηση, χωρίς να δίνεις χώρο στον άλλον δεν γίνεται. Δεν είναι ένα εύκολο επάγγελμα βέβαια, γιατί είναι ένα επάγγελμα που καλώς ή κακώς πάει δίπλα δίπλα με τη ματαιοδοξία, με τη φιλοδοξία. Είναι μια διαρκή διαδικασία αυτογνωσίας, δηλαδή πώς κάνεις στην άκρη τη φιλοδοξία σου. Μπορεί να υπάρχει, δεν το κρίνω. Το ίδιο ισχύει και για τη ματαιοδοξία, η οποία είναι σύμφυτη, γιατί είναι επάγγελμα που εκτίθεσαι. Το θέμα είναι πώς δουλεύεις συνεχώς με τον εαυτό σου και πώς βάζεις αυτά τα πράγματα στην άκρη, για να μπορέσεις να υπάρξεις μέσα στην ομάδα. Αυτό το βρίσκω πολύ αποτελεσματικό και σωτήριο κάθε φορά που καλείσαι να συνεργαστείς με διαφορετικούς ανθρώπους, πόσο μάλλον και διαφορετικές γενιές, δεν είναι δεδομένα τα πράγματα. Είναι πολύ διαφορετικές οι νεότερες γενιές από τη δική μου γενιά, ας πούμε. Άλλα πράγματα τα καταλαβαίνω, άλλα όχι, κι αυτές οι γενιές άλλα καταλαβαίνουν από μένα άλλα όχι. Αυτό που μας σώζει είναι να είμαστε πάντα στο ίδιο μήκος κύματος όσον αφορά το έργο. Το έργο είναι κάθε φορά που σε συντονίζει με τους άλλους. Είναι μια συνωμοσία. Συνωμοτούμε όλοι μαζί για να πούμε μια ιστορία. Πρέπει να μπούμε στο ίδιο μήκος κύματος. Και αυτό δεν είναι εύκολο.
Άρα όσο πιο αρμονικά και με περισσότερο σεβασμό συνωμοτήσουμε μεταξύ μας, τόσο πιο καλύτερη θα είναι η ομάδα.
Χρειάζεται υπομονή. Είναι μια δουλειά που θέλει μεγάλη υπομονή και πίστη. Πίστη στο έργο. Πίστη σε αυτή τη συμμαχία που έχουμε κάνει μεταξύ μας επί σκηνής. Είμαστε άνθρωποι και πολλές φορές διαταράσσονται.
Εγώ, πάντως, το «μάθημα» που κρατάω από αυτή τη συνέντευξη να ξέρεις είναι ότι πρέπει να επανέλθω στα βιβλία.
Σαν πολύτιμο σύμβουλο.
Θέλει μια αλλαγή πια το χέρι μας, όλο κινητό, κινητό ας πιάνουμε πιο συχνά βιβλία.
Δεν θέλω να είμαι αφοριστική, αλλά κάπως στην εποχή μας οι ανθρωπιστικές σπουδές είναι σχεδόν υπό απειλή. Είναι άλλα πράγματα στα οποία δίνονται προτεραιότητα. Χάνεις δηλαδή λίγο το δρόμο.
Από τις ομορφιές που έχει το επάγγελμα του ηθοποιού ή γενικά στο θέατρο, είναι ότι οφείλεις να διαβάσεις κείμενα, είτε είναι νέου συγγραφέα είτε παλιού και οφείλεις μετά να πας να ανατρέξεις σε αναφορές. Είναι από τα επαγγέλματα που είναι τα πιο διαβασμένα. Ένας καλός ηθοποιός έχει διαβάσει αρκετά.
Βέβαια να σου πω, υπάρχει και το άλλο, το οξύμωρο. Σε κάποιες στιγμές που μπαίνω πάρα πολύ σε κάποιο ρόλο και όταν είμαι στις πρόβες, διαβάζω μόνο το έργο το οποίο επρόκειτο να κάνω. Μερικές φορές φοβάμαι ότι αυτή η μονομανία, το να είσαι για κάποιους μήνες αποκλειστικά με ένα θεατρικό έργο, δεν σε αφήνει να διαβάσεις κάτι άλλο. Κάποιες φορές δεν μπορώ, δεν έχω το μυαλό να διαβάσω οτιδήποτε άλλο.
Ίσως τελικά αυτό που μένει από τη συζήτηση με τη Μαρία Καλλιμάνη και από την ιστορία της Αζάρ Ναφίσι να μην είναι μόνο τα βιβλία που αξίζει να διαβάσουμε, αλλά και οι συζητήσεις που μπορούν να ανοίξουν ανάμεσά μας. Το να διαβάζεις μαζί με άλλους, να διαφωνείς, να ακούς μια διαφορετική άποψη, να αναγνωρίζεις κάτι δικό σου σε μια ιστορία που γράφτηκε σε έναν άλλο τόπο και χρόνο. Στη σκηνή, όπως και στη ζωή, τίποτε από αυτά δεν είναι αυτονόητο. Χρειάζεται εμπιστοσύνη, υπομονή και η διάθεση να αφήσεις λίγο χώρο στον άλλον. Κι αν τα βιβλία μας βοηθούν να καταλάβουμε καλύτερα τον κόσμο, ίσως η πραγματική τους δύναμη να βρίσκεται στο ότι μας μαθαίνουν να μην τον κοιτάμε μόνοι μας.
