Πέντε νέοι σκηνοθέτες και σκηνοθέτιδες απαντούν στις ίδιες ερωτήσεις με αφορμή την απονομή του Βραβείου Νέας Σκηνοθέτιδος/Νέου Σκηνοθέτη Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, που θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου στη Σκηνή της οδού Φρυνίχου. Οι πρώτοι υποψήφιοι του θεσμού είναι ο Κωνσταντίνος Αβράμης, για την παράσταση «Ο παρείσακτος», η Σοφία Αντωνίου, για τον «Άμλετ (machine)», η Νοεμή Βασιλειάδου, για τις «Κλημεντίνες χωρίς κουκούτσι», η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, για το «Η Λυγερή», και ο Δημήτρης Χαραλαμπόπουλος, για το «Μα γκραν’ μα».

Το νέο αυτό Βραβείο φιλοδοξεί να αναδείξει και να στηρίξει τη νέα γενιά του ελληνικού θεάτρου, συνεχίζοντας μια βασική παρακαταθήκη του Καρόλου Κουν: την αναζήτηση του καινούργιου και τη διαρκή μαθητεία. Οι απαντήσεις των υποψηφίων δεν συνθέτουν ένα ενιαίο «μανιφέστο». Συνθέτουν, όμως, μια ενδιαφέρουσα εικόνα του θεάτρου που θέλουν να υπηρετήσουν και των δυσκολιών που πρέπει να ξεπεράσουν για να συνεχίσουν να το κάνουν:

Τι πιστεύεις ότι είχε η παράστασή σου που την έκανε να ξεχωρίσει και να βρεθεί ανάμεσα στις υποψηφιότητες για το Βραβείο Νέας Σκηνοθέτιδος/Νέου Σκηνοθέτη Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν; Υπάρχει κάποια σκηνοθετική επιλογή σου που θεωρείς ότι αποτυπώνει πιο καθαρά τον τρόπο με τον οποίο θες να κάνεις θέατρο;

Κωνσταντίνος Αβράμης: Αυτό που θα ήθελα να έχουμε πετύχει είναι η προσέγγιση ενός αντι-θεαματικού θέματος, όπως είναι οι μεταμοσχεύσεις καρδιάς, με μια ματιά που να το καθιστά παραστάσιμο. Με κινεί η ιδέα του θεάτρου ως ενός πεδίου όπου ένας δαιδαλώδης φιλοσοφικός ειρμός γίνεται ήχος και σώμα, αποκτά χιούμορ και γίνεται, έτσι, πιο προσβάσιμος. Στον «Παρείσακτο», όταν κάποια στιγμή μία ματαίωση αρχίζει να γίνεται πολύ συγκινητική, η δράση διακόπτεται και ξεκινά ένα δοκίμιο. Η συγκίνηση που μας καθιστά τρωτούς και δεκτικούς, διανοίγει την προσοχή μας και έρχεται το δοκίμιο και γίνεται κατανοητό.

Ο Παρείσακτος | ©Charalampos Ioannopoulos

Σοφία Αντωνίου: Πιστεύω ότι η παράσταση ξεχώρισε γιατί έχει μια καθαρή σκηνοθετική θέση και μια συγκεκριμένη πρόταση πάνω στο έργο, που τολμά να θέσει ερωτήματα τα οποία μας αφορούν και μας καίνε στο σήμερα. Πρόκειται για μια νέα δραματουργία που συνδυάζει τον σαιξπηρικό Άμλετ με τον Άμλετ-μηχανή του Χάινερ Μύλλερ, πάνω στην ιδέα ότι ο Άμλετ σκηνοθετεί την παράσταση της ίδιας του της ζωής, προσπαθώντας να αλλάξει την πορεία της ιστορίας, αλλά τελικά έρχεται αντιμέτωπος με την επανάληψή της. Ταυτόχρονα, η διανομή ανατρέπει στερεότυπα και αμφισβητεί τις συμβάσεις με τις οποίες έχουμε μάθει να βλέπουμε το θέατρο. Για πρώτη φορά, μια ηθοποιός με σύνδρομο Down ερμηνεύει τον ρόλο της Οφηλίας. Με ενδιαφέρει ένα θέατρο που ανοίγει χώρο σε διαφορετικές παρουσίες και οπτικές, που διευρύνει τα όρια της σκηνής και μας καλεί να επανεξετάσουμε όσα θεωρούμε δεδομένα. Είτε το κοινό συμφωνεί με τις επιλογές μου είτε διαφωνεί, για μένα έχει ήδη επιτευχθεί κάτι ουσιαστικό, εφόσον η παράσταση γίνεται αφορμή για σκέψη και διάλογο. Παρά τις διαφορετικές αναγνώσεις και τις τολμηρές επιλογές της, η παράσταση παραμένει πιστή στην ποίηση και στη δύναμη του λόγου. Ίσως το πιο σημαντικό σχόλιο που ακούμε είναι ότι οι θεατές άκουσαν ολόκληρο το κείμενο, ότι ο λόγος έφτασε σε αυτούς και τους κινητοποίησε. Μάλιστα, αρκετοί άνθρωποι μάς είπαν ότι επέστρεψαν στο σπίτι και αναζήτησαν τον Σαίξπηρ, ενώ θέλησαν να ανακαλύψουν και να διαβάσουν τον Μύλλερ. Αυτό, για μένα, είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή. Το θέατρο μπορεί να μας συγκινήσει, να μας ταράξει, να μας ψυχαγωγήσει, αλλά μπορεί και να μας οδηγήσει πίσω στα κείμενα, να γεννήσει την επιθυμία να διαβάσουμε, να αναρωτηθούμε και να δούμε τον κόσμο διαφορετικά. Αυτός είναι και ο τρόπος με τον οποίο θέλω να κάνω θέατρο.

ΑΜΛΕΤ (machine) | ©Ανδρέας Κανελλόπουλος

Νοεμή Βασιλειάδου: Δεν υπάρχει κάτι αντικειμενικό. Κάθε άνθρωπος συνδέεται με διαφορετικό τρόπο με αυτό που βλέπει. Θα έλεγα ότι προσπαθώ για ένα θέατρο συνόλου, ένα θέατρο που εκκινεί από το πραγματικό και κάνει άλμα προς το παράδοξο, που ασχολείται με το κείμενο, τη γραφή, τον λόγο και επιχειρεί να συνθέσει ετερόκλητα κειμενικά υλικά, που επενδύει στο ρυθμό και απαιτεί σωματική εμπλοκή από τους επί σκηνής, που ερευνά το πολιτικό ως κάτι που ενυπάρχει στις ζωές μας αλλά και τις ξεπερνά, ένα θέατρο που προκαλεί τη σκέψη και που προκύπτει από μια όσο το δυνατόν πιο δημιουργική διαδικασία. Και ένα θέατρο που απευθύνεται στους πραγματικούς ανθρώπους και που έχει πόρτες για όλους, που μπορεί να συναντήσει τον καθένα χωρίς να απαιτεί κοινές αναφορές ή συγκεκριμένες γνώσεις για να το παρακολουθήσεις. Προσπαθώ για αυτά και προσπαθώ να τα θυμάμαι όταν χάνομαι μπροστά στο άπειρο των επιλογών. 

Κλημεντίνες χωρίς κουκούτσι | © Karol Jarek

Ειρήνη Λαμπρινοπούλου: Η Λυγερή είναι μια πολύ αγαπημένη μου δουλειά. Είναι από τις πρώτες μου επαγγελματικές σκηνοθεσίες και η πρώτη φορά, μετά τη σχολή, που αναμετρήθηκα πραγματικά με την αφηγηματική φόρμα, δουλεύοντας με ένα ensemble που λειτούργησε σαν ένα ζωντανό σώμα αφήγησης. Δεν ξέρω τι ακριβώς την έκανε να ξεχωρίσει. Θυμάμαι όμως τι ανακαλύψαμε στις πρόβες, όλες και όλοι μαζί. Ο Καρκαβίτσας γράφει στα τέλη του 19ου αιώνα για μια νέα γυναίκα στα Λεχαινά της Ηλείας που ερωτεύεται, αλλά παντρεύεται κάποιον που διάλεξαν άλλοι για λογαριασμό της. Με την Ειρήνη Μουντράκη, που έκανε τη διασκευή και τη δραματουργία, αποφασίσαμε να αποφύγουμε την ηθογραφία. Κρατήσαμε την καθαρεύουσα στην αφήγηση, ως γέφυρα με το παρελθόν, και μεταφέραμε τα διαλογικά μέρη στη σημερινή γλώσσα, με υλικό από τους αυτοσχεδιασμούς των προβών. Έτσι συναντήθηκαν το παλιό και το σύγχρονο, η κοινωνία και το άτομο, και τα ερωτήματα για την αυτοδιάθεση και για το δικαίωμα στην προσωπική επιθυμία απέκτησαν άγκυρες στο παρελθόν και στην ιστορία μας. Η επιλογή που τη συνοψίζει είναι ο θίασος ως συλλογικός αφηγητής. Όλοι οι ερμηνευτές ήταν αφηγητές μιας κοινής ιστορίας, της Ανθής του τότε αλλά και της Ανθής του σήμερα. Ασφαλώς και η Ανθή, η κεντρική μας ηρωίδα, ανήκει σε αυτό το κοινωνικό σώμα, ζει, αισθάνεται, επιθυμεί σε παρόντα χρόνο, αν και δυσφορεί. Δημιουργήσαμε και μια δεύτερη γέφυρα, το διαγενεακό τραύμα. Η μητέρα της, η γιαγιά της και οι γυναίκες των προηγούμενων γενιών πιθανότατα είχαν ζήσει αντίστοιχες ιστορίες, ανεκπλήρωτους έρωτες και γάμους που επιβλήθηκαν. Το τέλος του πρωτότυπου κειμένου διασκευάστηκε εκ νέου. Ταξιδέψαμε από τα Λεχαινά του 1830 στην ελληνική επαρχία του σήμερα, μέσα από μια γιορτή για έναν γάμο, με έντονη μουσική και νέο κείμενο. Θέλαμε να ανοίξουμε έναν σαφή διάλογο με το σημερινό κοινό, ποια είναι τα όρια του συμβιβασμού που κληρονομήσαμε, ποιος τα όρισε, ποιος συνεχίζει να τα ορίζει και πώς θα γκρεμιστούν. Χαίρομαι που ένα κείμενο που γράφτηκε πριν από 130 χρόνια, σε μια γλώσσα που πια δεν χρησιμοποιείται, δεν το αντιμετωπίσαμε ως μουσειακό υλικό, αλλά ως ζωντανό συνομιλητή.

Η Λυγερή | ©Τheofilos Τsimas

Δημήτρης Χαραλαμπόπουλος: Τη μέρα της κηδείας της γιαγιάς μου θέλησα να την αποχαιρετήσω με ένα γράμμα. Το οποίο έγραψα και ύστερα διάβασα στην εκκλησία. Πέρα από το τραύμα της απώλειας, θέλησα επίσης να κατανοήσω τη συγκλονιστική εμπειρία της τελευταίας μας συνάντησης στο Άσυλο ανιάτων, όπου και έζησε στο τέλος τη ζωής της σε κατάσταση απόλυτης ανημπόριας, φθοράς και μοναξιάς. Αυτές ήταν οι αφορμές για την παράσταση. Πιστεύω στα αισθήματα που γίνονται λέξεις. Στο μοίρασμα. Στην απόλυτη έκθεση. Πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο από ένα προσωπικό ξέσπασμα. Για μένα εκεί υπάρχει κάτι ανώτερο. Δεν μιλώ καν για ένα αίσθημα λύτρωσης. Μιλώ για κάτι το βαθιά αντιδραστικό ακόμη και επαναστατικό απέναντι στο πώς ζούμε οι άνθρωποι σήμερα. Βλέπω γύρω μου πίκρα, θυμό, και φόβο. Είναι απολύτως λογικό και δικαιολογημένο. Δεν θέλω όμως να υπάρχει τίποτα τέτοιο στη δουλειά μου. Κι ούτε να ζω έτσι. Ψάχνω κάτι επουλωτικό. Δεν μιλώ για μελοδραματισμούς και ωραιοποιήσεις αλλά για ουσία και αλήθεια. Στο «Μα γκραν’ μα» φτιάχτηκε ένας φόρος τιμής για τις γιαγιάδες όλων μας. Η τουλάχιστον αυτό προσπαθήσαμε. Να ανακαλύψουμε ποιες πραγματικά ήταν οι γυναίκες αυτές και το ίδιο να αναρωτηθεί κι ο κάθε άνθρωπος που θα έβλεπε την παράσταση για τις δικές του γιαγιάδες. Πέρα απο τη σχηματική εικόνα που έχουμε πολλές φορές για τα πρόσωπα αυτά και που μας εμποδίζει να καταλάβουμε πόσο μπορεί να μας έμοιαζαν τελικά οι άνθρωποι αυτοί. Ψάξαμε το παρελθόν, τη ρίζα μας. Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε για τη βία του χρόνου και το πέρασμά του. Θελήσαμε να μιλήσουμε με ευαισθησία, τρυφερότητα και αγάπη. Δεν γνωρίζω ακριβώς τον δρόμο μου στο θέατρο αλλά αισθάνομαι τα μονοπάτια μου σε αυτές τις περιοχές και θέλω να προχωρώ προς τα εκεί. Είναι αισθήματα που σπάνια με διακατέχουν όταν βλέπω θέατρο και αυτό μου λείπει τρομερά.  Έχω σκηνοθετήσει μέχρι στιγμής μόνο δύο φορές. Κάτι κοινό και στις δύο σκηνοθετικές μου απόπειρες ήταν η στόχευση στη μέγιστη συναισθηματική εμπλοκή των συνεργατών και συντελεστών και έπειτα των θεατών με το υλικό της παράστασης. Με αφορούν οι προσωπικές ιστορίες. Θέλω να δημιουργείται σχεδόν κάτι το βιωματικό για τον θεατή. Να στοχεύω ακόμη και στις αισθήσεις του. Θέλω να τον τσιγκλήσω. Να τον ταρακουνήσω. Να μην φεύγει από το θέατρο όπως μπήκε και να μπορεί η παράσταση που θα φτιάξουμε να γίνει μια εμπειρία που θα κουβαλά μαζί του για καιρό. Ονειρεύομαι το θέατρο σαν ένα δωμάτιο μέσα στο οποίο θα μπορείς να νιώσεις ζεστασιά και ηρεμία αλλά και απόλυτη ασφάλεια στο να ενδώσεις ακόμη και σε ακραία αισθήματα. Ένα κλάμα. Έναν λυγμό. Να επιτρέψεις στον εαυτό σου να ξεσπάσει. Να μην ντραπείς. Να γελάσεις. Σίγουρα να μην βγεις ο ίδιος μετά την παράσταση. Για λίγο να μην θες να μιλήσεις.

Μα γκραν’ μα | ©Τheofilos Τsimas

Ποιο πιστεύεις είναι το μεγαλύτερο στοίχημα για ένα νέο σκηνοθέτη σήμερα;

Κωνσταντίνος Αβράμης: Οι μεγάλες σκηνές προωθούν το κλασικό ρεπερτόριο, οι ιδιωτικοί παραγωγοί λειτουργούν μόνο με όρους κέρδους, το κοινό προσέρχεται στην αίθουσα με μόνο κριτήριο την αναγνωρισιμότητα των ηθοποιών. Απαιτείται πολλή υπομονή και ασκητεία. Αισθάνομαι ότι έχουμε κερδίσει τους θεατές μας έναν προς έναν: θεατρόφιλους, αλλά και φύλακες αρχαιολογικών χώρων που νόμιζαν πως δεν θα τους άρεσε αλλά ήρθαν και δεύτερη μέρα να ξαναδούν την παράσταση, έφηβοι που δεν είχαν ξαναδεί θέατρο και μεταμοσχευμένοι που ήρθαν με δυσπιστία αλλά μετά την παράσταση μας έλεγαν «αυτό έζησα». Αυτό το «από στόμα σε στόμα», έναν προς έναν και μία προς μία του, απαιτεί χρόνο και κουράγιο.

Κωνσταντίνος Αβράμης ©Charalampos Ioannopoulos

Σοφία Αντωνίου: Νομίζω ότι το μεγαλύτερο στοίχημα για έναν νέο/α σκηνοθέτη/τρια σήμερα είναι να καταφέρει να ακούσει τη δική του/της φωνή μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία, τις τάσεις και τα ρεύματα που διαμορφώνουν το καλλιτεχνικό τοπίο. Να έχει το θάρρος να πηγαίνει κόντρα, όταν χρειάζεται, να ακολουθεί το ένστικτό του/της και να υπερασπίζεται αυτό που έχει μέσα του/της, παραμένοντας ταυτόχρονα ανοιχτός/ή στους άλλους. Να παρατηρεί τον κόσμο, να προσπαθεί να κατανοήσει την ανθρώπινη ύπαρξη και τα ανθρώπινα πάθη, χωρίς να γίνεται μονοδιάστατος/η ή διδακτικός/ή. Το στοίχημα είναι να έχει διάρκεια και όραμα για τη δουλειά του/της, να μην λειτουργεί με γνώμονα τη γρήγορη αναγνώριση και την επιτυχία, αλλά να χτίζει σταδιακά μια διαδρομή με συνέπεια και ουσία. Να είναι ειλικρινής. Ο τρόπος που ζει να συμβαδίζει με τον τρόπο που κάνει τέχνη. Να γυρίζει στο σπίτι του/της και να είναι ο ίδιος άνθρωπος που ήταν στην πρόβα. Και, πάνω απ’ όλα, να έχει πίστη, ελπίδα, θάρρος και τόλμη. Να μην δημιουργεί για να ευχαριστεί τους άλλους, αλλά να τον/την ενδιαφέρει πρωτίστως το ίδιο το έργο. Όχι το εγώ του/της, το έργο. Γιατί όταν στρέφεις πραγματικά την προσοχή σου σε αυτό που υπηρετείς, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις να ανθίσεις κι εσύ μαζί με τις συνεργάτιδες και τους συνεργάτες σου και να νιώσεις βαθιά πληρότητα μέσα από τη δουλειά σου. Βέβαια, υπάρχει και το πιο πρακτικό στοίχημα: να καταφέρεις να ζεις από αυτό που κάνεις, να επιβιώνεις μέσα σε δύσκολες συνθήκες χωρίς να χάνεις την ελευθερία και την πίστη σου. Αλλά αυτό, τελικά, είναι ένα στοίχημα που αφορά όλους τους ανθρώπους.

Σοφία Αντωνίου

Νοεμή Βασιλειάδου: Να αντισταθεί στους κανόνες της αγοράς, στον τρόπο που η αγορά επιδρά και αποφασίζει για το έργο του. Και δευτερευόντως, να διαβάζει ακόμα και όταν «μπορεί να παράξει» χωρίς να διαβάζει. Ειδικά τότε. 

Νοεμή Βασιλειάδου

Ειρήνη Λαμπρινοπούλου: Νομίζω πως το μεγαλύτερο στοίχημα είναι να καταφέρεις να βρεις ένα σπίτι, έναν τόπο όπου θα μπορείς να παρατείνεις την παραμονή σου, να ριζώσεις, να δημιουργήσεις και να εξελιχθείς. Η στεγαστική κρίση δεν αφορά μόνο τη δυσκολία της καθημερινής μας διαβίωσης, αλλά και τη δυνατότητά μας να υπάρχουμε καλλιτεχνικά. Έχει να κάνει με το να βρούμε έναν θεατρικό χώρο που να μας ταιριάζει, να μας σέβεται, να μπορούμε να καταβάλλουμε ένα αξιοπρεπές ενοίκιο και να λαμβάνουμε παροχές αντάξιες των χρημάτων που δίνουμε. Για έναν άνθρωπο που ξεκινάει τώρα στο θέατρο, η εύρεση ενός τέτοιου χώρου δεν είναι απλώς ένα πρακτικό ζήτημα. Είναι η προϋπόθεση για να μπορέσει να δουλέψει με διάρκεια, να δοκιμάσει, να αποτύχει, να ξαναδοκιμάσει και να αποκτήσει σταδιακά μια καλλιτεχνική ταυτότητα. Κάθε νέα παράσταση σημαίνει πως πρέπει να εξασφαλίσεις ξανά τον χώρο, τον χρόνο και τους πόρους που χρειάζεσαι για να δημιουργήσεις. Σαν να πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύεις από την αρχή ότι δικαιούσαι να υπάρχεις. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο υλικό. Στον χώρο μας παραμένουν άλυτες παθογένειες, όπως η κατάχρηση εξουσίας, η πατριαρχία και οι εξοντωτικές συνθήκες εργασίας. Όταν όλοι εξαρτιόμαστε από λίγες ευκαιρίες, γίνεται πιο δύσκολο να αρνηθείς μια κακή συνθήκη. Έχουμε μια νέα γενιά με πολλή ανάγκη να δημιουργήσει και, παρ’ όλα αυτά, ελάχιστους πόρους για να το κάνει. Όσο δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη και συνεκτική πολιτιστική πολιτική για τους καλλιτέχνες του θεάματος και τις διαφορετικές μορφές παραστατικής τέχνης, δυσκολεύομαι να φανταστώ πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά αυτή η συνθήκη. Γι’ αυτό θεωρώ επιτακτική την ανάγκη να δημιουργηθούν θεσμοί και πρωτοβουλίες που θα ενισχύουν τη συνεργασία και την ένωση των καλλιτεχνών, θα διευκολύνουν την πρόσβαση σε χώρους και θα διαμορφώνουν πιο βιώσιμες συνθήκες εργασίας.

Ειρήνη Λαμπρινοπούλου

Δημήτρης Χαραλαμπόπουλος: Να αντέξει να κάνει αυτή τη δουλειά. Από κάθε άποψη. Εγώ αποφάσισα πριν πέντε χρόνια ότι δεν θέλω να ζω έτσι. Ότι ίσως δεν το αντέχω. Κι είχα την τύχη να κάνω ένα μαγαζί με τη βοήθεια της οικογένειάς μου σ’ ένα νησί κι έτσι κατάφερα και ζω αξιοπρεπώς. Είναι αυτή μια σωστή επιλογή όμως; Μεγάλη κουβέντα. Θαυμάζω βαθύτατα τους συναδέλφους μου που δεν σταματάνε να το παλεύουν αλλά ίσως αυτή η αγορά να μην είναι με τον τρόπο που είναι φτιαγμένη ιδανική για εμένα. Τουλάχιστον προς το παρόν. Χαίρομαι από τη μία βέβαια που δεν αναγκάζομαι να εξυπηρετώ τα γούστα και τις τσέπες των παραγωγών. Να μιλήσουμε για το γεγονός πως ζούμε κάτω από την απόλυτη επικράτησή τους και κυριαρχία τους στο ελληνικό θέατρο; Παρακολουθώ θέατρο εδώ και δεκαπέντε χρόνια απ’ όταν ανέβηκα στην Αθήνα και ειλικρινά αισθάνομαι πιο αμήχανα και άσχημα με αυτά που βλέπω από ποτέ. Ζούμε στην εποχή των υποτιθέμενων sold out αλλά το θέατρο όπως φτιάχνεται εκεί έξω, στο μεγαλύτερο βαθμό του, δεν μετακινεί ούτε στο ελάχιστο τους ανθρώπους κι ούτε προσφέρει στην ίδια την τέχνη του το παραμικρό. Άρα λοιπόν για τι είδους καλλιτεχνικό αποτέλεσμα κι εκτόπισμα να μιλήσουμε και κάτω από ποιους όρους; Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις αλλά δυστυχώς είναι ελάχιστες αυτές οι εξαιρέσεις. Μου φαίνεται πως δυστυχώς οι περισσότεροι σκηνοθέτες εξυπηρετούν τα συμφέροντα του εκάστοτε παραγωγού και του τάδε πρωταγωνιστή και κάπως έτσι παρακολουθείς μεγάλες μαρκίζες με τηλεοπτικούς αστέρες, εύκολα κι εύπεπτα θεάματα. Ας μην θίξουμε επίσης το γεγονός ότι ως εργαζόμενός τους μπορεί να βρεθείς να διεκδικείς τα ελάχιστα ή ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να σε υποτιμήσουν, να σου μιλήσουν εξαιρετικά χυδαία και προσβλητικά. Στην πολύ μικρή μου εμπειρία, μου έχει ήδη συμβεί. Μιλώ ακόμη και για ομοφοβικό σχόλιο. Είναι να ντρέπεσαι. Να μιλήσουμε από την άλλη για τις επιχορηγήσεις από το Υπουργείο Πολιτισμού; Για τα τραγικά και γελοία αυτά ποσά με τα οποία θα πρέπει να βγει μια παραγωγή; Να πληρωθούν τόσοι άνθρωποι; Είναι τραγικό και δυστυχώς δυσοίωνο. Μόνο πράξεις αντίστασης, στιγμές και άνθρωποι μπορούν εν δυνάμει να σου δώσουν ελπίδα και πίστη ώστε να συνεχίσεις.

Δημήτρης Χαραλαμπόπουλος

Αν μπορούσες να απονείμεις αυτό το βραβείο όχι σε έναν συγκεκριμένο σκηνοθέτη, μα σε μια σκηνοθετική πρακτική που έχεις συναντήσει, παρακολουθήσει ή μελετήσει και σ’ έχει διδάξει κάτι ουσιαστικό, ποια θα επέλεγες; Τι είναι αυτό που έμαθες από αυτήν και προσπαθείς να κρατήσεις στη δική σου δουλειά;

Κωνσταντίνος Αβράμης: Υπάρχουν δύο πρακτικές, ο συγκερασμός των οποίων αποτελεί για εμένα προσωπικό ζητούμενο. Αφενός, γοητεύομαι από το τελετουργικό θέατρο, το οποίο φέρει μια υπερβατική σχέση με αυτό που θέλει να αφηγηθεί. Αφετέρου, θαυμάζω πολύ τη δουλειά ενός πολυπληθούς ensemble που δουλεύει με σεβασμό και ευγένεια, σαν μια μικρή κοινότητα, σαν παράδειγμα πολιτικής αυτο-οργάνωσης. Κάπου ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο παραδείγματα, της πολιτικής δραματουργίας και του τελετουργικού θεάτρου προσπαθούμε να ισορροπήσουμε στις παραστάσεις μας.

Σοφία Αντωνίου: Η σκηνοθετική πρακτική που θαυμάζω και προσπαθώ να υπηρετώ είναι εκείνη που βασίζεται στην ουσιαστική συνεργασία, τον διάλογο και την αληθινή σύνδεση με τους ανθρώπους με τους οποίους δουλεύω. Μια πρακτική που δίνει χώρο σε κάθε συνεργάτη και συνεργάτιδα να εκφραστεί δημιουργικά, να πάρει προσωπική θέση απέναντι στο έργο και να συμβάλλει ουσιαστικά στη διαμόρφωσή του. Αυτό αφορά όλους τους συντελεστές, γιατί πιστεύω ότι η καλλιτεχνική δημιουργία μπορεί να γίνει μια συλλογική διαδικασία ανακάλυψης, στην οποία ο καθένας και η καθεμία φέρνει τη δική του/της ματιά, τη γνώση και την ευαισθησία του/της. Αυτό που προσπαθώ να κρατήσω στη δική μου δουλειά είναι η βαθιά πίστη μου στη δύναμη αυτής της συνάντησης. Να δημιουργούμε τις συνθήκες ώστε να μπορούμε να ακούμε ο ένας τον άλλον, να αμφισβητούμε, να διαφωνούμε, να ανακαλύπτουμε μαζί και να αφήνουμε το έργο να μας οδηγεί σε δρόμους που δεν είχαμε φανταστεί εξαρχής. Για μένα, πάνω απ’ όλα βρίσκεται το ίδιο το έργο: η ιστορία που θέλουμε να αφηγηθούμε, να μοιραστούμε με το κοινό και μέσα από την οποία θέλουμε να επικοινωνήσουμε κάτι ουσιαστικό. Το ζητούμενο είναι αυτή η διαδικασία να μας μεταμορφώνει και εμάς τους ίδιους, να μας φέρνει αντιμέτωπους με ερωτήματα και να μας επιτρέπει να ανακαλύπτουμε κάτι καινούργιο. Κι αν αυτή η εμπειρία καταφέρει να φτάσει και στους θεατές, να τους συγκινήσει, να τους ταράξει ή να τους κάνει να δουν κάτι διαφορετικά, τότε η συνάντηση έχει αποκτήσει το πραγματικό της νόημα.

Νοεμή Βασιλειάδου: Δεν είναι μία, συνήθως συνδυάζω πρακτικές από δασκάλους που συνάντησα και με επηρέασαν. Πάντως, ως προς τις «Κλημεντίνες χωρίς κουκούτσι» ακολουθήσαμε το λεγόμενο «σύστημα τουρμπιγιόν» (tourbillon=δίνη/στρόβιλος), δηλαδή την ιστορική τακτική που εφάρμοσαν οι Εθνικές ποδοσφαίρου Γερμανίας και Ουγγαρίας τη δεκαετία του 50′, και έγινε γνωστό στην Ελλάδα το 1963 όταν η Μονακό έβαλε στην ΑΕΚ πέντε γκολ στο πρώτο ημίχρονο. Το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η ασταμάτητη αλλαγή θέσεων μεταξύ των επιθετικών παικτών. Αυτή η διαρκής κίνηση, σε συνδυασμό με γρήγορες πάσες ακριβείας, ζαλίζει την αντίπαλη άμυνα. Θεωρείται ο άμεσος πρόδρομος του Total Football, αφού έθεσε τις βάσεις για το σύγχρονο, μη στατικό ποδόσφαιρο. 

Ειρήνη Λαμπρινοπούλου: Αν έπρεπε να απονείμω αυτό το βραβείο σε μια σκηνοθετική πρακτική, δεν είμαι σίγουρη πως θα επέλεγα μία συγκεκριμένη. Κατανοώ τη σημασία της ερώτησης, όπως και τη σημασία της διαδρομής ενός ανθρώπου μέσα από όσα μελετά, ανακαλύπτει και επιλέγει να κρατήσει. Για μένα, όμως, αυτό που κρατάει ζωντανή την πίστη και την έμπνευσή μου ζωντανές είναι οι ιστορίες που θέλω να αφηγηθώ και οι άνθρωποι με τους οποίους συναντιέμαι στην προσπάθεια να τις φέρουμε στη σκηνή. Αγαπώ στοιχεία του αφηγηματικού θεάτρου, την ελευθερία που προσφέρει στον ηθοποιό να μετακινείται ανάμεσα στην αφήγηση και στη δράση, να σχολιάζει, να αποστασιοποιείται, να παίζει με την ιστορία και να την κοιτάζει κάθε φορά από μια διαφορετική θέση. Με ενδιαφέρει, όμως, εξίσου ο ρεαλισμός, ιδιαίτερα μέσα από τα κείμενα με τα οποία έχω έρθει σε επαφή στις τελευταίες μου δουλειές. Σκέφτομαι τον Τσέχωφ και τον τρόπο με τον οποίο μέσα από φαινομενικά απλές, καθημερινές στιγμές αποκαλύπτονται ολόκληροι κόσμοι: όσα δεν λέγονται, οι επιθυμίες που μένουν μετέωρες, οι άνθρωποι που δυσκολεύονται να συναντηθούν ακόμη κι όταν βρίσκονται πολύ κοντά. Με συγκινεί αυτή η λεπτή μετατόπιση, όταν πίσω από το οικείο αρχίζει να διαφαίνεται κάτι βαθύτερο, σχεδόν αθέατο. Την ίδια στιγμή, ο ποιητικός ρεαλισμός με καθοδηγεί σε πολλές επιλογές, εφόσον υπήρξε η βάση των σπουδών μου. Παράλληλα, παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον τις δουλειές συναδέλφων που εξερευνούν πιο επιτελεστικές και μεταδραματικές φόρμες, που χρησιμοποιούν υλικά που δεν έχω ακόμη εντάξει ουσιαστικά στη δική μου δουλειά, αλλά που χαίρομαι να συναντώ και να παρακολουθώ, χωρίς να χρειάζεται κάθε φόρμα που με ενδιαφέρει να είναι στη δική μου γλώσσα ή να πρέπει να γίνει δική μου. Το θέατρο προϋπήρχε πολύ πριν από εμάς και θα συνεχίσει να υπάρχει για πολλά πολλά πολλά πολλά χρόνια μετά. Έτσι, λοιπόν, νιώθω τυχερή που μπορώ να αποτελώ κι εγώ ένα πολύ μικρό κομμάτι αυτής της συνέχειας, να αναζητώ τη δική μου φωνή, γνωρίζοντας πως συνομιλεί, ακόμη κι όταν δεν το αντιλαμβάνομαι, με φωνές που προηγήθηκαν και με εκείνες που δεν έχουν ακουστεί ακόμη.

Δημήτρης Χαραλαμπόπουλος: Πάντα με ενδιέφερε το θέατρο του συνόλου. Βρίσκω κάτι βαθύτατα ανθρώπινο και παρηγορητικό σε αυτό. Η αφήγηση μιας ιστορίας, η δουλειά πάνω στον λόγο, το πολυφωνικό σώμα φτιαγμένο από πολλά σώματα, πολλές φωνές. Παλιά χωρίς πολλή σκέψη θα ‘λεγα πως εκεί βρίσκω κάτι δικό μου. Από την άλλη περνώ μια εποχή εξερεύνησης στη ζωή και αντιλαμβάνομαι ότι πολύ περισσότερα πράγματα μας καθορίζουν απ’ όσα πιστεύουμε.  Η φαντασίωση μιας εικόνας, το ίδιο το σώμα του ανθρώπου με τις δυνατότητές του και τα τόσα σχήματά του. Έχω θαυμάσει και με έχουν καθορίσει τόσο καθηγητές μου από τη σχολή, όσο και σκηνοθέτες και παραστάσεις από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Άνθρωποι επίσης  που έχω συνεργαστεί. Ωστόσο πέρα από το ίδιο το θέατρο…  το σινεμά, η φωτογραφία, η λογοτεχνία η ίδια η ζωή, η πραγματική ζωή με τις μικρές στιγμές της και τους ανθρώπους της είναι καταλυτικά στοιχεία για το τι δημιουργούμε, όταν το δημιουργούμε, για το γιατί και το πώς. Άρα υποθέτω ότι το βραβείο αυτό έχει αρκετούς παραλήπτες κι όχι έναν. Και ευτυχώς!