Μπορεί η βία να είναι όμορφη; Μπορούμε να σταθούμε μπροστά σε μια εικόνα αγριότητας και να τη θαυμάσουμε; Και τι είναι αυτό που μας γοητεύει στην αναπαράσταση του ανθρώπινου πόνου; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει ο Σέρχιο Μπλάνκο στα Άνθη του κακού ή Ο εορτασμός της βίας, το έργο που επιστρέφει για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε δική του σκηνοθεσία, με τη Δέσποινα Σαραφείδου να ενσαρκώνει επί σκηνής τον ίδιο τον συγγραφέα.
Με αφετηρία έναν πίνακα του Ρέμπραντ που απεικονίζει μια πράξη ακραίας βίας, ο διακεκριμένος Ουρουγουανός θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης μάς οδηγεί σε μια διαδρομή ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία, την ομορφιά και τη φρίκη, την αλήθεια και το ψέμα. Ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμών, όπου η αυτομυθοπλασία γίνεται το μέσο για να εξερευνήσει τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης. Σχεδόν μία δεκαετία μετά τη συγγραφή του έργου, σε έναν κόσμο που κατακλύζεται καθημερινά από εικόνες πολέμου, καταστροφής και ανθρώπινου πόνου, τα ερωτήματα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.
Στη συζήτησή μας, ο Σέρχιο Μπλάνκο μιλά για τη βία ως ανθρώπινη κατασκευή, τη γοητεία που ασκεί η αναπαράστασή της, τη δύναμη του ψέματος στην τέχνη και την ανάγκη να ανακτήσουμε την ενσυναίσθησή μας. Αναφέρεται ακόμη στη βαθιά σχέση του με τη Δέσποινα Σαραφείδου και στον τρόπο με τον οποίο η γυναικεία παρουσία της μεταμορφώνει το ίδιο του το κείμενο. Και παρά τη σκοτεινή πραγματικότητα που περιγράφει, επιμένει να παραμένει αισιόδοξος. Γιατί, όπως λέει, «από τη στιγμή που η βία είναι κάτι που μαθαίνεται, μπορεί και να ξεμαθευτεί».
Το έργο σας συνοδεύεται από τη φράση «Βίαιος δεν γεννιέσαι. Γίνεσαι». Πιστεύετε ότι η βία είναι κάτι που μαθαίνουμε μέσα από την κοινωνία και τις συνθήκες στις οποίες ζούμε ή ότι υπάρχει ήδη μέσα μας, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να εκδηλωθεί;
Πιστεύω ότι είναι κάτι που μαθαίνουμε. Γι’ αυτό επιμένω τόσο πολύ στο ότι πρόκειται για μια κατασκευή. Η βία είναι κάτι που αναπτύσσεται, διαμορφώνεται, καλλιεργείται και μπορεί ακόμη και να τελειοποιηθεί. Όσο κι αν μας πονά να το παραδεχτούμε, είναι κάτι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ανθρώπινο είδος. Είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που μας προσδιορίζουν, μία από τις βασικές μας ιδιότητες. Έτσι ήταν ανέκαθεν. Αν συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τα υπόλοιπα είδη του ζωικού βασιλείου, μπορούμε να πούμε ότι είμαστε το πιο βίαιο από όλα: οδηγούμε το ίδιο μας το είδος προς την εξαφάνιση, και αυτό είναι κάτι μοναδικό στο ζωικό βασίλειο. Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία κατά τις οποίες ο πολιτισμός έχει καταφέρει να ρυθμίσει τη βία, και άλλες κατά τις οποίες έχει προσπαθήσει να διαπραγματευτεί μαζί της και να τη δαμάσει, προκειμένου να συνυπάρξει με αυτήν. Η βία και ο πολιτισμός βρίσκονται σε έναν διαρκή διάλογο. Δεν είναι δύο αντίθετα φαινόμενα, αλλά δύο φαινόμενα αλληλένδετα. Αυτό που προσπαθώ να κάνω σε πολλά από τα έργα μου είναι να διερευνήσω τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί αυτή η βία μέσα μας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί συχνά να μας γοητεύει όταν αναπαρίσταται.

Στα Άνθη του κακού ξεκινάτε από έναν πίνακα του Ρέμπραντ που απεικονίζει μια πράξη ακραίας βίας. Τι είναι αυτό που μας επιτρέπει να στεκόμαστε μπροστά σε μια τόσο βίαιη εικόνα και να τη θαυμάζουμε ως έργο τέχνης; Μπορεί η τέχνη να μεταμορφώσει τη βία σε ομορφιά;
Ναι, πιστεύω ότι η τέχνη έχει αυτή την υπέροχη ικανότητα να μεταμορφώνει τη βία σε κάτι όμορφο. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που αποφάσισα ολόκληρη αυτή η διάλεξη να εκτυλίσσεται μπροστά σε αυτόν τον εξαιρετικό πίνακα του Ρέμπραντ, καθώς αποτελεί ένα ξεκάθαρο παράδειγμα του πώς κάτι φρικτό, και τρομακτικό στον πραγματικό κόσμο μπορεί, παρ’ όλα αυτά, να είναι όμορφο στον κόσμο της τέχνης, ακόμη και άξιο να εκτίθεται σε ένα μουσείο. Ο πίνακας αυτός αποδεικνύει ότι στην τέχνη μπορούμε να αντικρίζουμε και να γοητευόμαστε από πράγματα που στον πραγματικό κόσμο θα ήταν αβάσταχτο ακόμη και να τα δούμε ή να τα διανοηθούμε. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι, κατά κάποιον τρόπο, στην τέχνη μπορούμε ακόμη και να θαυμάζουμε τη βία και να αντλούμε απόλαυση από αυτήν. Και αυτό συμβαίνει επειδή στην τέχνη δεν υπάρχει ηθική. Στη λογοτεχνία, στη ζωγραφική, στο θέατρο, η βία μπορεί να ανθίσει σε όλη της την ομορφιά. Έτσι, αυτό που είναι αφόρητο στο πεδίο της πραγματικότητας μπορεί, παρ’ όλα αυτά, να είναι όμορφο και απολαυστικό στο πεδίο της μυθοπλασίας. Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις γι’ αυτό. Μία από τις ομορφότερες μας την προσφέρει ο Λουκρήτιος στο διδακτικό του ποίημα Περί φύσεως των πραγμάτων, όταν αναφέρει ότι το να βλέπουμε τα μεγάλα βάσανα ενός άλλου ανθρώπου μάς επιτρέπει να συνειδητοποιούμε από ποιους κινδύνους έχουμε εμείς οι ίδιοι γλιτώσει.

Η αυτομυθοπλασία βρίσκεται στον πυρήνα της γραφής σας. Γιατί σας ενδιαφέρει τόσο να θολώνετε τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και την επινόηση; Υπάρχουν αλήθειες για τον εαυτό μας που μπορούμε να αποκαλύψουμε μόνο μέσα από τα ψέματα της μυθοπλασίας;
Το πιστεύω. Πιστεύω ότι τα ψέματα που μας προσφέρει η μυθοπλασία μάς επιτρέπουν να αποκαλύψουμε πολλά πράγματα για τον εαυτό μας. Ένα ψέμα λέει πάντα πολύ περισσότερα από την αλήθεια. Πάντοτε θεωρούσα ότι η μυθοπλασία είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την πραγματικότητα. Η μυθοπλασία διευρύνει το πεδίο των δυνατοτήτων, επειδή δεν έχει όρια, είναι απεριόριστη. Η μυθοπλασία είναι αυτό που μας επιτρέπει, από ανθρωπολογική άποψη, να επιβιώνουμε απέναντι στη συγκεκριμένη, ενδεχομενική πραγματικότητα του κόσμου. Ευτυχώς, εμείς οι άνθρωποι ανακαλύψαμε ότι στην τέχνη δύο και δύο μπορούν να κάνουν έξι. Αυτό είναι που μας επιτρέπει να αντέχουμε το αβάσταχτο βάρος της πραγματικότητας, όπου δύο και δύο θα κάνουν πάντα τέσσερα. Μέσα από τα ψέματα και τις μυθοπλασίες που προσφέρει η τέχνη, οι κοινωνίες αναπνέουν. Βέβαια, υπερασπίζομαι το ψέμα στον κόσμο της τέχνης, όχι όμως στον πραγματικό κόσμο. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή, για παράδειγμα, βιώνουμε σε πλανητική κλίμακα τις καταστροφικές συνέπειες που μπορούν να προκαλέσουν οι ψευδείς ειδήσεις (fake news). Αυτή η ιλιγγιώδης άνοδος της ακροδεξιάς σε ολόκληρο τον κόσμο εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από τη χρήση του ψεύδους ως πολιτικής στρατηγικής, όχι μόνο από τα πολιτικά κόμματα αλλά και από τα μέσα ενημέρωσης, με στόχο τη χειραγώγηση των ανθρώπων.
Στην τέχνη, ωστόσο, αυτά τα ψέματα, τα οποία αναγνωρίζονται και υπερασπίζονται ανοιχτά ως τέτοια, είναι απαραίτητα και μάλιστα αποτελούν συστατικό στοιχείο της ίδιας μας της τέχνης. Όσο για την αυτομυθοπλασία, η οποία συνίσταται στο να τοποθετεί κανείς τον εαυτό του μέσα σε ένα πεδίο μυθοπλασίας και, επομένως, να λέει ψέματα για τον ίδιο του τον εαυτό, συνειδητοποίησα σταδιακά ότι αυτά τα ψέματα αποκάλυπταν πολλά πράγματα. Σε τελική ανάλυση, στην τέχνη μπορούμε να φτάσουμε στην αλήθεια μόνο μέσα από το ψέμα. Γι’ αυτό επιμένω πάντα ότι αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να λέω την αλήθεια με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μέσα από το ψέμα. Όλο αυτό το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, ή των ορίων ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία, είναι κάτι που με ενδιαφέρει πάρα πολύ και με απασχολεί διαρκώς, γιατί πιστεύω ότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η επιστημολογική ουσία της τέχνης. Γι’ αυτό και όλα αυτά τα ερωτήματα γύρω από το πρωτότυπο και το ομοίωμα εμφανίζονται τόσο συχνά στα έργα μου. Όταν, ως έφηβος, διάβασα την αλληγορία του σπηλαίου στην Πολιτεία του Πλάτωνα, γοητεύτηκα για πάντα από όλες αυτές τις ιδέες που αφορούν τον κόσμο και την αναπαράστασή του.
Στην ελληνική παραγωγή, η Δέσποινα Σαραφείδου υποδύεται εσάς σε ένα έργο που αρχικά ερμηνεύσατε ο ίδιος. Τι αλλάζει όταν η δική σας φωνή και ταυτότητα ενσαρκώνονται από μια γυναίκα; Σας επιτρέπει αυτή η απόσταση να ανακαλύψετε κάτι καινούργιο στο ίδιο σας το κείμενο;
Βρίσκω ενδιαφέρον το γεγονός ότι με υποδύεται μια γυναίκα σε αυτή τη διάλεξη για τη βία. Γι’ αυτό και εδώ και μερικά χρόνια σκηνοθετώ πάντα το έργο με γυναίκες ή, όταν μου ζητούν τα δικαιώματα, θέτω πάντα ως προϋπόθεση να ερμηνεύεται από γυναίκες. Μου αρέσει η αυτομυθοπλασία να με μεταφέρει σε ένα πεδίο μυθοπλασίας και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό το πεδίο να είναι το σώμα μιας γυναίκας. Μου αρέσει να βλέπω και να βιώνω τον εαυτό μου μέσα από αυτό το άλλο φύλο. Το κείμενο αποκτά μια άλλη διάσταση, οι λέξεις λένε πολύ περισσότερα πράγματα. Η πολυφωνία πολλαπλασιάζεται και διευρύνεται ακόμη περισσότερο. Το κείμενο αποκτά νέο νόημα με έναν πολύ όμορφο τρόπο.
Και βρίσκω επίσης συναρπαστικό να βλέπω τον εαυτό μου να αναπαρίσταται από μια γυναίκα, γιατί αυτό με κάνει να ανακαλύπτω πολλά πράγματα για τον ίδιο μου τον εαυτό. Δημιουργείται ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παιχνίδι αντικατοπτρισμών. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι μου συμβαίνει το ίδιο που συνέβη στον Νάρκισσο, ο οποίος, σύμφωνα με τον Παυσανία, πίστευε ότι έβλεπε στο νερό όχι το δικό του είδωλο, αλλά το πρόσωπο της νεκρής δίδυμης αδελφής του. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που οι ηθοποιοί τις οποίες επιλέγω για να ερμηνεύσουν αυτή τη διάλεξη είναι πάντα άνθρωποι με τους οποίους αισθάνομαι έναν αδελφικό δεσμό και στους οποίους θέλω να βλέπω τον εαυτό μου. Αυτό ισχύει και για τη Δέσποινα, έναν άνθρωπο που θαυμάζω βαθιά για το ταλέντο της ως ηθοποιού, ως μεταφράστριας και ως στοχάστριας του θεάτρου. Επιπλέον, η σχέση μου με τη Δέσποινα δεν είναι μόνο επαγγελματική. Μας συνδέει και μια στενή φιλία σχεδόν είκοσι χρόνων. Ήθελα πάρα πολύ να συνεργαστώ μαζί της και ήταν υπέροχο, γιατί ανακάλυψα μια ηθοποιό με εξαιρετική ευφυΐα και ευαισθησία. Αισθάνεται με το σώμα της, σκέφτεται με τα συναισθήματά της και πάλλεται με το μυαλό της. Είναι ένα πλάσμα με την ομορφιά και την ευθραυστότητα μιας παπαρούνας, και ακριβώς εκεί βρίσκεται όλη η εκπληκτική της δύναμη. Όταν πρόκειται να προσπαθήσω να κατανοήσω τον ελληνικό κόσμο, με το πέρασμα των χρόνων η Δέσποινα έχει γίνει για μένα εξίσου απαραίτητη όσο οι κούροι στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, μια συγχορδία του Μάνου Χατζιδάκι ή ένας στίχος της Κικής Δημουλά.

Η βία δεν είναι μόνο κάτι που ασκούμε, αλλά και κάτι που παρακολουθούμε. Σας ενδιαφέρει να φέρετε τους θεατές αντιμέτωπους με τη δική τους περιέργεια ή ακόμη και με το ενδεχόμενο να αντλούν μια ορισμένη απόλαυση από την αναπαράσταση της βίας;
Αυτό που με ενδιαφέρει πάντα στο θέατρο είναι να φέρνω κοντά τους θεατές, ώστε να προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για ορισμένα πράγματα και να θέσουμε σε κυκλοφορία κάποιες ιδέες, συναισθήματα και σκέψεις. Και στη συνέχεια, είναι οι ίδιοι οι θεατές εκείνοι που ολοκληρώνουν την κατασκευή του έργου. Κατά κάποιον τρόπο, το θέατρο αρχίζει τη στιγμή που τελειώνει, γιατί όταν βγαίνουμε από το θέατρο είναι που αρχίζουμε, ως θεατές, να συμπληρώνουμε το έργο. Ο θεατής είναι εκείνος που τελικά διαμορφώνει αυτό που έχει δει. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, αναμφίβολα με ενδιέφερε να θέσω ορισμένες σκέψεις γύρω από την απόλαυση που μπορεί να ξυπνήσει μέσα μας η βία στην τέχνη. Με ενδιέφερε να φέρω το κοινό αντιμέτωπο με το εξής ερώτημα: Γιατί κάτι φρικτό, αποτρόπαιο και τρομακτικό μπορεί, παρ’ όλα αυτά, να μας ελκύει και να μας μετατρέπει σε μάρτυρες, όταν αναπαρίσταται μέσα σε ένα πεδίο μυθοπλασίας; Και αυτό το ερώτημα δεν είναι εύκολο να απαντηθεί, γιατί μας οδηγεί να σκεφτούμε τη βία που μπορεί να κατοικεί και μέσα μας. Είναι ένα ερώτημα που, κατά κάποιον τρόπο, μας φέρνει αντιμέτωπους με τη δική μας βία. Το έργο γράφτηκε το 2017. Σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι εικόνες πολέμου, καταστροφής και ανθρώπινου πόνου κατακλύζουν την καθημερινότητά μας.
Πιστεύετε ότι αυτή η διαρκής έκθεση στη βία μάς κάνει πιο ευαίσθητους απέναντί της ή, αντίθετα, μας οδηγεί σε μια επικίνδυνη απευαισθητοποίηση;
Ο κόσμος είναι σήμερα πολύ χειρότερος απ’ ό,τι όταν έγραψα αυτό το κείμενο, κυρίως επειδή τα τελευταία χρόνια έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον πλανήτη αυτό που αποκαλώ «γεωπολιτική της σκληρότητας». Σήμερα, ολόκληρος ο κόσμος κυβερνάται από πραγματικά ανεύθυνους ανθρώπους. Ένα είδος αυταρχικού και ολοκληρωτικού φασισμού εδραιώνεται σε όλο τον κόσμο, θέτοντας σε κίνδυνο θεμελιώδεις αξίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό που βιώνουμε είναι απολύτως καταστροφικό και συμβάλλει στη διαρκή αύξηση της βίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Και πιστεύω ότι αυτή η υπερπροβεβλημένη από τα μέσα ενημέρωσης διάδοση της βίας σε πλανητική κλίμακα αποσκοπεί ακριβώς στο να μας κάνει ολοένα και πιο αναίσθητους, ώστε τελικά να τη συνηθίσουμε και, ύστερα από κάποιο διάστημα, να μην μας επηρεάζει πια και να καταλήξουμε να την αποδεχόμαστε ως κάτι φυσιολογικό. Σήμερα, όλοι παρακολουθούμε, ζωντανά και μέσα από τις συσκευές που κρατάμε στα χέρια μας, τη σφαγή που διαπράττεται στη Γάζα. Και κανείς δεν κάνει τίποτα. Πώς είναι δυνατόν; Τι παράδειγμα δίνουμε; Δεν μπορούμε να επικαλεστούμε ως δικαιολογία ότι δεν γνωρίζαμε, ότι δεν είχαμε ενημερωθεί ή ότι δεν είδαμε. Όλοι φέρουμε ένα μερίδιο ευθύνης. Είμαστε όλοι υπεύθυνοι για αυτόν τον νέο φασισμό, ο οποίος διαρκώς και με απόλυτη ατιμωρησία διασπείρει ρητορική μίσους εναντίον των ξένων, των φτωχών, των ομοφυλόφιλων, των γυναικών, των ανθρώπων αφρικανικής καταγωγής, των Εβραίων, των τρανς ατόμων, των αυτόχθονων πληθυσμών, των Αράβων κ.ο.κ., και τον οποίο, παρ’ όλα αυτά, εμείς οι ίδιοι εγκαθιστούμε στα κράτη μας, στα κοινοβούλιά μας, στους θεσμούς μας. Όλοι φέρουμε κάποια ευθύνη για αυτή τη φασιστική άνοδο στην ηγεσία των κρατών, η οποία τελικά προκαλεί τεράστιο ανθρώπινο πόνο.
Απέναντι σε όλα αυτά, εκείνο που επιδιώκουν το θέατρο και η τέχνη γενικότερα είναι να μας απομακρύνουν, έστω για μια στιγμή, από τον περισπασμό των μέσων ενημέρωσης και τον βομβαρδισμό εικόνων που μας απευαισθητοποιούν, ώστε να μπορέσουμε να στοχαστούμε πάνω σε ορισμένα ζητήματα. Σε αντίθεση με όλη αυτή την απρεπή υπερπροβολή της βίας από τη νεοφιλελεύθερη κοινωνία μας, η οποία δεν έχει τίποτα το φιλελεύθερο, πέρα από την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων με σκοπό τη συσσώρευση πλούτου στα χέρια λίγων, το θέατρο επιδιώκει να μας κάνει να αισθανθούμε ενσυναίσθηση για τον άνθρωπο, για τον άλλον, για τους άλλους, προκειμένου να καταπολεμήσει την απευαισθητοποίηση. Οι Πέρσες του Αισχύλου, δίνοντας φωνή στους ηττημένους, σε εκείνους που έχουν πέσει, αποτελούν ένα αριστουργηματικό παράδειγμα αυτής της ενσυναίσθησης. Πιστεύω ότι, σε αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς που ζούμε, το θέατρο μπορεί να μας βοηθήσει να ανακτήσουμε την ενσυναίσθησή μας απέναντι στον συνάνθρωπο, ως μια μορφή αντίστασης στην απευαισθητοποίηση που παράγουν αυτές οι κοινωνίες.

Πιστεύετε ότι το θέατρο έχει την ευθύνη να παίρνει ηθική θέση απέναντι σε όσα αναπαριστά ή μήπως η πραγματική του δύναμη βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά του να μας αφήνει με ερωτήματα, αμφιβολίες και αντιφάσεις;
Δεν πιστεύω ότι το θέατρο πρέπει να υιοθετεί οποιαδήποτε ηθική στάση. Το θέατρο οφείλει να επιτρέπει σε κάθε θεατή να βγάζει τα δικά του συμπεράσματα. Ποιος είμαι εγώ για να διατυπώνω οποιαδήποτε ηθική κρίση; Εγώ απλώς δείχνω, προτείνω, παρουσιάζω θέματα, θέτω αμφιβολίες και μοιράζομαι φόβους. Νιώθω πολύ χαμένος, πολύ αποπροσανατολισμένος, όπως έλεγα μόλις πριν. Δεν έχω απαντήσεις και συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο ότι χρειάζομαι τους άλλους για να τις βρω. Πιστεύω ότι ο στοχασμός πρέπει να είναι συλλογικός και πολυφωνικός. Επομένως, δεν πιστεύω ότι το θέατρο πρέπει να παίρνει οποιαδήποτε θέση, πόσο μάλλον ηθική. Κάτι τέτοιο μπορεί τελικά να μετατρέψει τη σκηνή σε βήμα αντιπαράθεσης. Προτιμώ να θέτω ερωτήματα, να εγείρω αμφιβολίες αλλά και αντιφάσεις, ώστε να μας βοηθήσω να αποκτήσουμε περισσότερη ενσυναίσθηση. Δεν αισθάνομαι, όμως, ότι έχω κάποια ηθική ευθύνη μέσα από τα έργα μου. Τις ηθικές μου ευθύνες τις αναλαμβάνω και τις ασκώ σε κάθε πράξη της καθημερινής μου ζωής. Όταν γράφω και σκηνοθετώ, η μόνη μου ευθύνη είναι να προσπαθώ να το κάνω όσο καλύτερα μπορώ.
Έχοντας αφιερώσει τόσο μεγάλο μέρος του συγγραφικού σας έργου στη διερεύνηση των σκοτεινότερων πτυχών της ανθρώπινης ύπαρξης, αισθάνεστε σήμερα περισσότερο αισιόδοξος ή απαισιόδοξος για την ανθρωπότητα;
Είμαι πολύ αισιόδοξος. Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι θα καταφέρουμε να ξεπεράσουμε όσα ζούμε. Παρόλο που η βία είναι κάτι που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη εμπειρία, είναι επίσης αλήθεια ότι η έντασή της μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. Υπάρχουν περίοδοι μεγαλύτερης και περίοδοι μικρότερης βίας. Είναι σαφές ότι αυτή τη στιγμή διανύουμε μια εξαιρετικά βίαιη περίοδο, αλλά θέλω να παραμένω αισιόδοξος και να πιστεύω ότι θα καταφέρουμε να την ξεπεράσουμε. Από τη στιγμή που η βία είναι κάτι που μαθαίνεται, μπορεί και να ξεμαθευτεί. Σε αυτή τη διαδικασία απομάθησης βρίσκεται η ελπίδα μου. Ίσως αυτός να είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους να καταπολεμήσουμε τη βία: να ξεμάθουμε τη βία όσο περισσότερο μπορούμε. Δεν θέλω να χάσω την πίστη μου. Δεν θέλω να παραιτηθώ. Θέλω να συνεχίσω να πιστεύω ότι «η ομορφιά είναι πιο δυνατή από τη φρίκη», όπως λέγεται σε κάποιο σημείο του έργου.

