Τι συμβαίνει όταν ο πιο γνωστός μύθος της δυτικής λογοτεχνίας αφηγείται από εκείνη που έμεινε σιωπηλή; Για αιώνες διαβάζαμε την Οδύσσεια μέσα από τα μάτια του Οδυσσέα. Η Πηνελόπη έμενε στο σπίτι, περιμένοντας. Ένα σύμβολο πίστης, υπομονής και αφοσίωσης, που ποτέ δεν απέκτησε δική του φωνή. Με αφορμή την παράσταση «Πηνελόπες και Πηνελοπιάδες – The Loom», που εγκαινιάζει τη συνεργασία του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν με τη ΣΤΟΑ Culture, η Μαριάννα Κάλμπαρη επιστρέφει στον ομηρικό μύθο για να φωτίσει όσα έμειναν εκτός της μεγάλης αφήγησης. Μιλά για τη γυναίκα, τον αργαλειό ως εργαλείο μνήμης και αντίστασης, τη δύναμη του θεάτρου ως συλλογική εμπειρία και την ανάγκη να ξαναδιαβάζουμε τις ιστορίες που μας διαμόρφωσαν.

Η «Πηνελόπη» είναι μια παράσταση που σας απασχολεί εδώ και χρόνια. Τι σας οδήγησε να ξαναδιαβάσετε την Οδύσσεια από την πλευρά της Πηνελόπης;

Η Πηνελόπη είναι μια παράσταση που γεννήθηκε από μια πρόταση που είχα καταθέσει πέρσι στο Υπουργείο Πολιτισμού. Είναι όμως ένα θέμα που με απασχολεί εδώ και πολλά χρόνια και που διαρκώς ανανεώνεται. Δεν αλλάζει μόνο το ενδιαφέρον μου γι’ αυτό· αλλάζει και η οπτική μου. Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα μεταβάλλονται συνεχώς: οι κοινωνίες, τα ήθη, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Στην Ελλάδα αυτές οι αλλαγές έγιναν πολύ γρήγορα. Επιφανειακά έχουν αλλάξει πολλά, όμως δεν είμαι βέβαιη ότι η κοινωνία έχει αλλάξει με το ίδιο βάθος. Γι’ αυτό πιστεύω ότι τα μεγάλα, διαχρονικά κείμενα λειτουργούν σαν καθρέφτης της κάθε εποχής.

Ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη είναι δύο αρχέτυπα που διαμόρφωσαν για αιώνες τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε. Ο τρόπος που τα διαβάζουμε σήμερα αντανακλά τις ανάγκες και τις αξίες της δικής μας εποχής. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όλα παραμένουν ανοιχτά και διαρκώς επαναδιαπραγματεύονται. Σήμερα μπορούμε να δούμε πράγματα που παλαιότερα ήταν αόρατα. Ο τρόπος με τον οποίο διαβάζουμε τη θέση της γυναίκας στους αρχαίους μύθους είναι αποκαλυπτικός. Εγώ, τουλάχιστον, μεγάλωσα ταυτιζόμενη με τον Οδυσσέα. Θεωρούσα ότι εκείνος ήταν «ο άνθρωπος», ο καθολικός ήρωας. Το ίδιο συνέβαινε και με τους ήρωες της Ιλιάδας. Ταυτιζόμουν με τον Αχιλλέα, τον Αγαμέμνονα, τους άνδρες πρωταγωνιστές. Δεν είχα ποτέ αναρωτηθεί γιατί δεν έβλεπα την ιστορία μέσα από τα μάτια των γυναικών. Οι γυναίκες ήταν εκεί, αλλά η θέση τους μέσα στις ιστορίες έμενε σχεδόν αόρατη. Σήμερα μπορούμε επιτέλους να δούμε όσα δεν βλέπαμε τότε, όχι γιατί τα κείμενα άλλαξαν, αλλά γιατί άλλαξε το βλέμμα μας.

Η Πηνελόπη έχει καθιερωθεί ως σύμβολο πίστης, υπομονής και αφοσίωσης. Εσείς όμως μοιάζει να την κοιτάζετε διαφορετικά.

Η Πηνελόπη πράγματι υπήρξε το σύμβολο της υπομονής και της αντοχής. Και δεν είναι τυχαίο. Για να υπάρξει η Οδύσσεια, πρέπει να υπάρχει κάποιος που περιμένει τον ήρωα να επιστρέψει. Για να είσαι ήρωας, πρέπει να υπάρχει κάποιος που θα σε υποδεχτεί. Αν δεν υπάρχει κανείς εκεί, η επιστροφή χάνει το νόημά της. Αυτό δεν αφορά μόνο την αρχαιότητα. Συμβαίνει σε όλα τα μικρά και τα μεγάλα ταξίδια της ζωής μας. Όλοι έχουμε ανάγκη από ένα σημείο αναφοράς, από έναν άνθρωπο που θα είναι εκεί ό,τι κι αν συμβεί. Στον κόσμο της Οδύσσειας, αυτός ο ρόλος ανήκει στην Πηνελόπη. Είναι εκείνη που κρατά όρθιο τον οίκο, προστατεύει το παιδί, το παλάτι, την περιουσία, τη συνέχεια της οικογένειας. Είναι το σταθερό σημείο πάνω στο οποίο μπορεί να ολοκληρωθεί η επιστροφή του ήρωα.

Κι όμως, η Οδύσσεια μάς αφηγείται σχεδόν αποκλειστικά το ταξίδι του Οδυσσέα. Και δεν είναι τυχαίο. Είναι το αρχέτυπο σχεδόν κάθε αφήγησης που ακολούθησε. Ένας άνθρωπος ξεκινά από κάπου, συναντά εμπόδια, δοκιμάζεται και επιστρέφει. Πάνω σε αυτή τη δομή στηρίζονται μέχρι σήμερα η λογοτεχνία, το θέατρο και ο κινηματογράφος. Το ερώτημα όμως είναι άλλο: τι συμβαίνει στο σπίτι όσο εκείνος λείπει; Τι συμβαίνει σε εκείνους που περιμένουν; Εκεί αρχίζει, για μένα, η άλλη ανάγνωση της Οδύσσειας. Στην παράσταση, όμως, δεν ακούμε από την πρώτη στιγμή τη φωνή της Πηνελόπης. Όπως και στην Οδύσσεια, υπάρχει αρχικά η απόσταση του αφηγητή. Υπάρχει ένας σύγχρονος ραψωδός – αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνω εγώ. Η ιστορία αφηγείται τις γυναίκες, τις Πηνελόπες και τις Πηνελοπιάδες όλων των εποχών. Και μόνο προς το τέλος η ίδια η Πηνελόπη παίρνει τον λόγο και αφηγείται τη δική της εκδοχή της ιστορίας. Εκεί, για πρώτη φορά, αποκτά τη φωνή που δεν της δόθηκε ποτέ.

Στην παράσταση δίνετε ιδιαίτερη έμφαση και στις δώδεκα δούλες της Πηνελόπης. Γιατί;

Όταν ξαναδιάβασα την Οδύσσεια, στάθηκα σε δύο σελίδες που είχα διαβάσει πολλές φορές χωρίς να τις έχω πραγματικά «δει». Είναι οι δώδεκα δούλες της Πηνελόπης. Οι νεότερες και ομορφότερες γυναίκες του παλατιού, που κατηγορούνται ότι πλάγιασαν με τους μνηστήρες. Ο Τηλέμαχος αποφασίζει ότι δεν τους αξίζει ένας έντιμος θάνατος. Διατάζει να κρεμαστούν δημόσια, παραδειγματικά, ώστε όλες οι υπόλοιπες να γνωρίζουν τι συμβαίνει όταν μια γυναίκα ξεπερνά τα όρια που της επιβάλλονται. Είναι μια σκηνή απίστευτης αγριότητας. Και αμέσως μετά ακολουθεί ο βασανισμός του βοσκού που είχε βοηθήσει τους μνηστήρες. Και όμως, ελάχιστοι τη θυμούνται. Όλα αυτά είναι πρότυπα συμπεριφοράς που διαμόρφωσαν κοινωνίες ολόκληρες. Η ιδέα ότι η γυναίκα αποτελεί κτήμα, ότι αν δεν συμπεριφερθεί όπως «πρέπει» ο άνδρας δικαιούται να την τιμωρήσει, δυστυχώς δεν έχει εξαφανιστεί. Τη βλέπουμε ακόμη σήμερα, στις γυναικοκτονίες και στη βία απέναντι στις γυναίκες. Γι’ αυτό πιστεύω ότι αυτά τα κείμενα εξακολουθούν να μας αφορούν. Όταν μια κοινωνία αρχίζει να αλλάζει, υπάρχει πάντα μια μερίδα ανθρώπων που αντιδρά. Εξοργίζεται απέναντι στην αλλαγή, γιατί δεν μπορεί να φανταστεί έναν διαφορετικό τρόπο να υπάρχουν οι σχέσεις. Η λογική είναι η ίδια: «είσαι κτήμα μου». Και όταν κάποιος θεωρεί ότι του ανήκεις, τότε η λογική είναι ή εγώ ή τίποτα.

Η παράσταση συνδυάζει αφήγηση, μουσική, χορό και ένδυμα. Πώς συνδέθηκαν όλα αυτά;

Η Φοίβη Βλάσση είναι πραγματικά η καρδιά της παράστασης. Υφαίνει σε όλη τη διάρκειά της και, ταυτόχρονα, μετατρέπει τον αργαλειό σε μουσικό όργανο. Παράγει ήχους, μουσική και τραγούδι μέσα από την ίδια την πράξη της ύφανσης. Δίπλα της, η Χριστίνα Σουγιουλτζή γίνεται το σώμα της γυναίκας, ενώ τα κοστούμια της Μαριέττας Καρπαθίου εκτός από ενδύματα είναι φορείς μνήμης και ταυτότητας. Είναι όλοι οι ρόλοι που καλείται να φορέσει μια γυναίκα στη ζωή της. Και αυτοί οι ρόλοι εξακολουθούν να υπάρχουν. Η γυναίκα εξακολουθεί να καλείται να είναι καλή, υπομονετική, γλυκιά, να συγχωρεί, να καταλαβαίνει, να περιμένει. Να είναι εργατική, επιτυχημένη, όμορφη, να μην μεγαλώνει, να τα προλαβαίνει όλα. Κάθε εποχή προσθέτει και μια νέα απαίτηση.

Μου φαίνεται επίσης μάστιγα ο αγώνας μιας κοινωνίας να δείχνει συνεχώς νέα. Σπαταλιέται τόσος χρόνος, τόση ενέργεια και τόσο χρήμα για να νικήσουμε κάτι που δεν νικιέται: τον χρόνο. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά είναι ρόλοι. Είναι συμπεριφορές. Είναι τα «κοστούμια» που φοράμε. Και το ερώτημα που θέτει η παράσταση δεν είναι να δώσει μια απάντηση για το ποια είναι η γυναίκα σήμερα. Το θέατρο δεν δίνει απαντήσεις. Αφήνει ανοιχτά ερωτήματα. Ελπίζω ο θεατής να φύγει έχοντας αναρωτηθεί κάτι για τον εαυτό του και για τον κόσμο γύρω του.

Ο αργαλειός μοιάζει να αποκτά μια εντελώς νέα ζωή στην παράσταση. Τι σας γοήτευσε τόσο σε αυτό το αντικείμενο αλλά και στην ίδια τη Φοίβη Βλάσση;

Η Φοίβη έφερε τον δικό της αργαλειό, με τον οποίο κάνει τις περφόρμανς της. Είναι μουσικός, τραγουδάει, παίζει διάφορα όργανα και εδώ και χρόνια έχει μετατρέψει τον αργαλειό στο βασικό μουσικό της όργανο. Με αυτόν περιοδεύει στην Αμερική και παρουσιάζει τη δουλειά της. Οι ήχοι της ύφανσης γίνονται ρυθμός, μουσική και τραγούδι. Όταν το είδα πρώτη φορά, συγκλονίστηκα. Εκεί κατάλαβα ότι ο αργαλειός μπορούσε να γίνει ο πυρήνας αυτής της παράστασης.

Τη γνώρισα λίγο πριν ξεκινήσουμε τη συνεργασία μας και εντυπωσιάστηκα αμέσως. Είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα καλλιτέχνις. Αυτό που με γοητεύει είναι ότι δεν ξεκίνησε από την ύφανση. Ξεκίνησε ως μουσικός. Κάποια στιγμή θέλησε να μάθει αργαλειό, πήγε σε μια ομάδα ύφανσης και, σχεδόν αυθόρμητα, αναρωτήθηκε: «Κι αν έπαιζα μουσική πάνω στον αργαλειό;». Άρχισε να ψάχνει τα παραδοσιακά τραγούδια που συνδέονται με την ύφανση και διαπίστωσε ότι είναι ελάχιστα. Κι αυτό με έκανε να αναρωτηθώ γιατί. Ίσως γιατί αυτές οι γυναίκες δεν ύφαιναν μέσα σε μια ρομαντική εικόνα. Ύφαιναν ασταμάτητα, από ανάγκη. Ήταν σκληρή δουλειά. Αν σκεφτεί κανείς πόσο δύσκολο είναι ακόμη και να στηθεί ένας μικρός αργαλειός, μπορεί να φανταστεί τι σήμαινε αυτή η διαδικασία για τις γυναίκες εκείνης της εποχής. Έπρεπε να υφάνουν όλα όσα χρειαζόταν μια οικογένεια: τα ρούχα, τα σκεπάσματα, όλη την καθημερινότητά της. Ήταν ατελείωτες ώρες δουλειάς. Κι έτσι ο αργαλειός δεν είναι απλώς ένα εργαλείο στην παράσταση. Κουβαλά μέσα του τον χρόνο, τη μνήμη και τον μόχθο αμέτρητων γυναικών.

Ύστερα άρχισα να διαβάζω την ιστορία του ίδιου του αργαλειού. Συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για ένα από τα αρχαιότερα εργαλεία του ανθρώπου, που υπάρχει ήδη από την 7η χιλιετία π.Χ. Αν το σκεφτείς, δεν υπάρχει πολιτισμός χωρίς ύφασμα. Οι άνθρωποι χρειάζονταν το ύφασμα για να ντυθούν, να σκεπαστούν, να φτιάξουν πανιά για τα καράβια τους, να μεταφέρουν τα υπάρχοντά τους. Και δεν υπάρχει ύφασμα χωρίς αργαλειό. Και έχει κάτι ακόμη που με συγκινεί βαθιά. Στο τέλος της παράστασης δεν έχει παραχθεί μόνο μια αφήγηση· έχει υφανθεί πραγματικά ένα κομμάτι υφάσματος.

Αν η Πηνελόπη ζούσε σήμερα, το 2026, τι πιστεύετε ότι θα ήθελε να πει δημόσια;

Νομίζω πως θα έλεγε: «Σταματήστε να μου φορτώνετε διαρκώς νέους ρόλους, χωρίς να με στηρίζετε για να τους αντέξω». Η Πηνελόπη υπήρξε το πρότυπο της γυναίκας πάνω στην οποία στηρίζεται η οικογένεια και, κατ’ επέκταση, η κοινωνία. Της γυναίκας που περιμένει, που αντέχει, που συγχωρεί, που κρατά τα πάντα όρθια. Όμως σήμερα οι απαιτήσεις απέναντι στις γυναίκες έχουν πολλαπλασιαστεί. Τους ζητάμε να είναι καλές μητέρες, επιτυχημένες επαγγελματίες, δημιουργικές, διαθέσιμες, όμορφες, νέες, να τα προλαβαίνουν όλα. Και ταυτόχρονα θεωρούμε αυτονόητο ότι θα τα καταφέρουν σχεδόν μόνες τους.

Πιστεύω ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει ακόμη λύσει το ζήτημα της ουσιαστικής στήριξης της γυναίκας. Ειδικά γύρω από τη μητρότητα εξακολουθεί να υπάρχει τεράστια κοινωνική πίεση, είτε μια γυναίκα θέλει να κάνει παιδιά είτε όχι. Αν πραγματικά μια κοινωνία θεωρεί σημαντική την οικογένεια, τότε οφείλει να στηρίζει έμπρακτα τους ανθρώπους που τη δημιουργούν και, κυρίως, να μάθει να μοιράζεται ισότιμα τις ευθύνες. Η σύγχρονη Πηνελόπη έχει τη δική της Οδύσσεια. Και πολύ συχνά καλείται να τη διανύσει σιωπηλά, σαν να είναι όλα αυτονόητα.

Σε ενδιαφέρει πολύ να ξαναφέρνεις τους αρχαίους μύθους στο παρόν. Γιατί;

Πολύ. Γιατί πιστεύω ότι πάνω στους μύθους έχει διαμορφωθεί ολόκληρος ο πολιτισμός μας. Από πολύ μικρή ηλικία μαθαίνουμε αυτές τις ιστορίες και, συνειδητά ή ασυνείδητα, μέσα από αυτές διαμορφώνεται ο τρόπος που σκεφτόμαστε. Μπορεί σήμερα οι μύθοι να μην είναι τόσο παρόντες στην καθημερινότητά μας όσο ήταν στην αρχαιότητα, όταν όλοι γνώριζαν τις ίδιες ιστορίες και τις μοιράζονταν βλέποντας μια τραγωδία. Όμως εξακολουθούν να υπάρχουν βαθιά μέσα μας, είτε στις αυθεντικές είτε στις σύγχρονες εκδοχές τους. Πάνω σε αυτούς έχουν βασιστεί αμέτρητες ιστορίες, η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος, η σύγχρονη μυθοπλασία. Γι’ αυτό πιστεύω πως, αν θέλουμε να μετακινηθεί κάτι μέσα μας αλλά και ως κοινωνία, πρέπει να επιστρέψουμε στις ιστορίες που μας διαμόρφωσαν. Όπως νιώθουμε την ανάγκη να μελετήσουμε την ιστορία για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε, έτσι και οι μύθοι μάς βοηθούν να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε σήμερα. Αν θέλεις πραγματικά να καταλάβεις κάτι για τον κόσμο, πρέπει να ξεκινήσεις από τα πρώτα. Από τα βασικά.

Υπάρχει ένα κοινό νήμα που διατρέχει όλες τις παραστάσεις σας;

Ναι. Αναζητώ διαρκώς τους μύθους, τη θέση της γυναίκας μέσα σε αυτούς και τον τρόπο με τον οποίο αλλάζουν καθώς αλλάζει ο κόσμος. Είναι μια αναζήτηση που δεν τελειώνει ποτέ. Όσο περισσότερο διαβάζω, τόσο περισσότερα ερωτήματα ανοίγουν. Και την ίδια στιγμή αλλάζει και η ίδια η κοινωνία. Αλλάζουν τα ήθη, αλλάζουν οι σχέσεις των ανθρώπων, αλλάζουν οι τρόποι με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Γι’ αυτό και οι μύθοι δεν παύουν ποτέ να με ενδιαφέρουν. Δεν είναι ιστορίες του παρελθόντος. Είναι ένας τρόπος να καταλάβουμε το παρόν. Η Πηνελόπη είναι όλες και όλοι όσοι δεν είχαν ποτέ φωνή.

Ζούμε σε μια εποχή που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα. Πιστεύετε ότι γι’ αυτό επιστρέφουμε ξανά στους μύθους;

Νομίζω πως ναι. Όταν ο κόσμος αλλάζει τόσο γρήγορα, δημιουργείται ανασφάλεια. Η τεχνολογία, οι κοινωνικές αλλαγές, οι νέες συνθήκες ζωής μάς φέρνουν μπροστά σε πράγματα που δεν έχουμε ξαναζήσει. Και όταν συμβαίνει αυτό, ένα κομμάτι της κοινωνίας αναζητά καταφύγιο σε ό,τι θεωρεί σταθερό και γνώριμο. Γι’ αυτό πιστεύω ότι οι μύθοι εξακολουθούν να μας αφορούν. Όχι επειδή δίνουν έτοιμες απαντήσεις, αλλά επειδή μας βοηθούν να καταλάβουμε τον εαυτό μας μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει. Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη μεγάλες ανατροπές. Οι πολιτισμοί αλλάζουν, καταστρέφονται και ξαναγεννιούνται. Το ίδιο αφηγούνται και οι μύθοι. Δεν μας προσφέρουν βεβαιότητες· μας δίνουν όμως έναν τρόπο να σκεφτούμε όσα ζούμε σήμερα.

Πιστεύετε ότι ο Έλληνας είναι σήμερα μακριά από την τέχνη;

Θεωρητικά όχι. Το θέατρο γεννήθηκε εδώ και υπάρχει βαθιά μέσα στην κουλτούρα μας. Ακόμη κι αν κάποιος δεν πηγαίνει συχνά, γνωρίζει ότι είναι εκεί. Υπάρχει ένα κοινό που συνεχίζει να στηρίζει το θέατρο και αυτό αποδεικνύεται κάθε χρόνο.

Νομίζω όμως ότι δεν έχουμε ακόμη αφήσει την τέχνη να παίξει τον ρόλο που θα μπορούσε να έχει στη ζωή μας. Έχω ζήσει στη Γαλλία και βλέπω μια μεγάλη διαφορά. Εκεί η τέχνη δεν είναι μόνο αυτό που παρακολουθείς. Είναι και αυτό που κάνεις. Κάποιος θα ασχοληθεί με την κεραμική, κάποιος θα τραγουδήσει σε μια χορωδία, θα χορέψει, θα συμμετέχει σε μια θεατρική ομάδα. Δεν το κάνει επειδή είναι επαγγελματίας, αλλά επειδή ξέρει ότι αυτό κάνει τη ζωή του καλύτερη. Έχουμε ανάγκη από τέτοια στηρίγματα. Δεν αρκούν μόνο η δουλειά, το σπίτι, οι λογαριασμοί, οι διακοπές. Δεν βγαίνει έτσι η ζωή. Η τέχνη μάς δίνει κάτι πολύ βαθύτερο. Μας δίνει όνειρο, ελπίδα και μια πραγματική εμπειρία. Και αυτή η εμπειρία γεννιέται όταν τη μοιράζεσαι με άλλους ανθρώπους. Δεν είναι το ίδιο να καταναλώνεις μόνος σου εικόνες ή σειρές στο σπίτι. Είναι άλλο να πας σε μια έκθεση, σε μια παράσταση, σε μια συναυλία και να ζήσεις κάτι μαζί με άλλους. Εκεί βρίσκεται, για μένα, η μεγάλη δύναμη της τέχνης.

Κλείνοντας, επιστρέφουμε στη ΣΤΟΑ Culture. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η νέα συνεργασία με το Θέατρο Τέχνης;

Τη χαίρομαι πραγματικά πολύ. Είχα την τύχη να παρακολουθήσω τη Στοά Αρσακείου από τα χρόνια της παρακμής της, μετά το κλείσιμο της Στοάς του Βιβλίου. Γι’ αυτό και ήταν μεγάλη ανακούφιση να δω ότι υπάρχει ένα τόσο ουσιαστικό σχέδιο για να ξαναζωντανέψει αυτός ο χώρος.

Γνωρίζοντας τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από αυτή την προσπάθεια, βλέπω πόση αγάπη και πόση σκέψη έχει επενδυθεί. Και αυτό συνδέεται πολύ με τη φιλοσοφία του Θεάτρου Τέχνης. Για εμάς προτεραιότητα είναι πάντα η συνάντηση, οι συμπράξεις, αλλά και η διαρκής αναζήτηση της ελληνικότητας μέσα από σύγχρονες μορφές έκφρασης. Πιστεύω πολύ σε αυτό το εγχείρημα. Νιώθω ότι δημιουργείται μια πραγματική κυψέλη πολιτισμού και χαίρομαι που η ΣΤΟΑ ανοίγει τις πόρτες της με τόσες διαφορετικές ιδέες και δυνατότητες συνεργασίας.

Το Θέατρο Τέχνης δεν ενδιαφέρεται μόνο για τις παραστάσεις. Μας απασχολούν εξίσου η εκπαίδευση, οι παράλληλες δράσεις, οι νέες μορφές θεάτρου, η συνομιλία με άλλες τέχνες και, πάνω απ’ όλα, η εμπειρία. Σήμερα ακούμε συνεχώς αυτή τη λέξη, «εμπειρία». Πίσω όμως από αυτή τη μόδα κρύβεται μια πραγματική ανθρώπινη ανάγκη. Όσο περισσότερο η ζωή μας μεταφέρεται στις οθόνες, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη να βρεθούμε μαζί με άλλους ανθρώπους και να ζήσουμε κάτι αληθινό, στον ίδιο χώρο και την ίδια στιγμή. Γι’ αυτό πιστεύω ότι χώροι όπως η ΣΤΟΑ Culture θα γίνονται όλο και πιο σημαντικοί. Γιατί εκτός από τη φιλοξενία παραστάσεων ή πολιτιστικών δράσεων, δημιουργούν αφορμές για πραγματικές συναντήσεις. Και αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα αιτήματα της εποχής μας.

Info παράστασης:

Πηνελόπες και Πηνελοπιάδες – The Loom | Δευτέρα 6/7, 13/7, Κυριακή 19/7 & Δευτέρα 27/7 στις 20:30 | ΣΤΟΑ Culture (αίθριο της Στοάς Αρσακείου, είσοδος Πεσμαζόγλου 5)