Ο Στάθης Λιβαθινός επιστρέφει στην αρχαία τραγωδία, με την παράσταση «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» μαζί με τη σταθερή ομάδα συνεργατών του στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, σε συμπαραγωγή με την εταιρεία παραγωγής Λυκόφως, και στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών (1926-2026). Η παράσταση αποκτά ξεχωριστό συμβολικό και ιστορικό βάρος, καθώς αποτελεί την τελευταία θεατρική παραγωγή που θα παρουσιαστεί στον εμβληματικό χώρο του Ωδείου Ηρώδου Αττικού πριν από την έναρξη των εργασιών ανακαίνισής του, την Πέμπτη 25 και την Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026.
Η «Εκάβη» του Ευριπίδη, γραμμένη στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, αποτυπώνει έναν κόσμο σε κρίση, όπου το δίκαιο και οι ηθικές αξίες έχουν καταρρεύσει. Μέσα σε αυτό το τοπίο βίας και απώλειας, η άλλοτε κραταιά Εκάβη, συντετριμμένη από την απώλεια και εκτεθειμένη στην ιστορική βία, έρχεται αντιμέτωπη με τη διάλυση κάθε σταθεράς του κόσμου της. Βασίλισσα, μητέρα, αιχμάλωτη, φέρει πάνω στο σώμα της τα ίχνη του πολέμου και της ανθρώπινης ωμότητας ενώ, μέσα στην αποσάθρωση κάθε έννοιας δικαίου, οδηγείται σταδιακά σε μια οριακή κατάσταση όπου ο πόνος, η εκδίκηση, η ηθική και η δικαιοσύνη απλώς συγχέονται. Απέναντι σε αυτή τη συντριβή, τα αποσπάσματα από την «Πολιτεία του Πλάτωνα» φέρνουν μια διαφορετική οπτική: το δίκαιο ως βάση μιας αρμονικής κοινωνίας και την αλήθεια ως κάτι που ξεπερνά τα φαινόμενα.

Άξονας της σκηνοθεσίας είναι συγκεκριμένα «Ο μύθος του Σπηλαίου» – η εμβληματική πλατωνική αλληγορία για την πλάνη, τη γνώση και τη δυνατότητα αφύπνισης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Εκάβη φωτίζεται εκ νέου, σε έναν κόσμο όπου, πέρα από τους αθώους νεκρούς, κανείς δεν μένει ηθικά αλώβητος. Μέσα από αυτή τη συνάντηση τραγωδίας και φιλοσοφίας, η παράσταση μετατρέπεται σε πεδίο στοχασμού, όπου αναμετρώνται τα όρια της επίγνωσης, του ανθρώπινου μέτρου και της ευθύνης. Η «Εκάβη» του Ευριπίδη αναδεικνύει με συγκλονιστικό τρόπο τον ανθρώπινο πόνο και τη μεταμόρφωση της οδύνης σε εκδίκηση, μέσα στο σκοτεινό τοπίο μετά τον Τρωικό πόλεμο. Μια διαχρονική τραγωδία που φωτίζει τα όρια της δικαιοσύνης και της ηθικής σε συνθήκες απόλυτης καταστροφής.
Ο Χορός στην αρχαία τραγωδία εκφράζει τη συνείδηση της κοινότητας. Το ελc θέτει το ερώτημα προς τον Χορό: Ποια είναι η «φωνή» του στην “Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας” και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα; Η Άννα Μάγκου, η Λίλλυ Μελεμέ, η Θεοδοσία Σαββάκη και η Βιργινία Ταμπαροπούλου απαντούν:
Άννα Μάγκου

«Οι Τρωάδες στην «Εκάβη-Στη σκιά της Πολιτείας» δεν είναι απλώς θεατές των γεγονότων. Εκφράζουν τη συλλογική εμπειρία του πόνου, του ξεριζωμού και της ήττας που έφερε ο πόλεμος. Ο Χορός θρηνεί μαζί με την Εκάβη και γίνεται το στήριγμά της στις τραγικές απώλειες των παιδιών της. Είναι η φωνή της συλλογικής μνήμης. Υπενθυμίζει τη χαμένη δόξα της Τροίας και τις συνέπειες του πολέμου για τους απλούς ανθρώπους, ιδιαίτερα για τις γυναίκες και τα παιδιά. Αναδεικνύει ζητήματα δικαιοσύνης, εξουσίας, εκδίκησης και ανθρώπινης βαρβαρότητας. Το έργο γενικότερα παρουσιάζει πώς ο πόλεμος μπορεί να οδηγήσει στην αποκτήνωση του ανθρώπου.
Οι Τρωάδες θυμίζουν τους σημερινούς ανθρώπους που βιώνουν πολέμους και προσφυγιά, απώλεια οικογένειας και πατρίδας, βία εναντίον αμάχων, αίσθημα αδυναμίας απέναντι στις αποφάσεις των ισχυρών. Όταν ο Χορός μιλά για τον πόνο των ηττημένων και των αθώων θυμάτων, εκφράζει μια πραγματικότητα που συναντάμε ακόμη και σήμερα σε πολλές εμπόλεμες περιοχές του κόσμου. Η φωνή του Χορού είναι η φωνή των ανυπεράσπιστων θυμάτων του πολέμου. Ακριβώς γι’ αυτό εξακολουθεί να συγκινεί και να προβληματίζει το σύγχρονο κοινό περισσότερο από 2.400 χρόνια μετά τη συγγραφή του έργου».
Λίλλυ Μελεμέ

«Στην παράστασή μας η “φωνή” του Χορού των Τρωάδων είναι η φωνή μιας κοινωνίας που καταρρέει. Θύματα αλλά και ζωντανοί μάρτυρες οι ίδιες ενός ανόητου, καταστροφικού πολέμου, που διέλυσε ανεπανόρθωτα, εν μία νυκτί, την πραγματικότητά τους, βρίσκονται τώρα αιχμάλωτες και εγκλωβισμένες σε ένα δυστοπικό μεταίχμιο ζωής, όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια εκμηδενίζεται και οι αξίες έχουν προ πολλού εκφυλιστεί. Μετατρέπουν τον προσωπικό τους πόνο σε συλλογική μαρτυρία, απέναντι στην αυθαιρεσία και τον εγωισμό της εξουσίας και καταγγέλουν με τον δικό τους τρόπο την απόλυτη απουσία της δικαιοσύνης και την ανικανότητα της πολιτείας να προστατεύσει αποτελεσματικά αυτούς που βρίσκονται σε αδυναμία.
Σε έναν τέτοιο κόσμο, όπου οι νόμοι “διαστέλλονται” επικίνδυνα προς όφελος των ισχυρών, το συμφέρον κυριαρχεί και η ηθική συνείδηση και το αίσθημα ευθύνης απουσιάζουν, η φωνή των γυναικών της Τροίας γίνεται κραυγή αγωνίας και ταυτόχρονα αμείλικτο λάκτισμα αφύπνισης και προειδοποίησης προς όλους μας, υπενθυμίζοντάς μας, ακατάπαυστα, την ανάγκη για ενεργητική αντίσταση και αντίδραση, ως πολίτες, απέναντι σε φαινόμενα αυταρχισμού, ασυδοσίας, βίας, αδικίας και διαφθοράς που εμφανίζονται, δυστυχώς, όλο και πιο συχνά στις μέρες μας».
Ερατώ Πίσση

«Κατά τη γνώμη μου κάθε παράσταση αποτελεί μια μικρή έρευνα πάνω στο θέμα του Χορού. Η έρευνα αυτή πέρα από την δραματουργική ανάλυση που απαιτείται, επιτρέπει και λειτουργείες διαισθητικές μιας και η αινιγματική φύση του Χορού είναι διαχρονική. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς τί είδους σκηνικό πλάσμα είναι αυτό, από πού παίρνει αφορμή να μιλήσει, με τι συνομιλεί, και πώς κινείται; Στη δική μας παράσταση ο Χορός έχει λοιπόν κάποιες ιδιαιτερότητες, όπως ο αριθμός των ατόμων που τον αποτελούν – πέντε- , που οδηγεί μοιραία σε μια εξατομίκευση, στη σκιαγράφηση δηλαδή μιας προσωπικότητας για το κάθε μέλος του Χορού που καταλήγουν τελικά στο να προσομοιάζουν με κομμάτια της συνείδησης του πρωταγωνιστή- ή καλύτερα, μοιάζουν με ψυχικές απολήξεις της Εκάβης- διαφορετικές, δηλαδή, εκφάνσεις της.
Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι η Κίνηση του Χορού προέκυψε από αυτοσχεδιασμό και ακόμα και στην παράσταση διατηρεί εν μέρει, τη δυνατότητά του αυτή, υποχρεώνει τον Χορό στην επί της ουσίας παρουσία στο εδώ και τώρα της σκηνικής πράξης, και άρα η εξατομίκευση αυτή εντείνεται ακόμα περισσότερο και δίνει χώρο στο απρόβλεπτο. Φυσικά, ο Χορός μετά από την σχετικά κοινή πορεία που έχει με τον πρωταγωνιστή- στη περίπτωσή μας, στην πορεία προς τη διάλυση των πλατωνικών ψευδαισθήσεων και την ανάγκη να δούμε κατά πρόσωπο τη φύση του Ανθρώπου-, στο τέλος θα τον αποχωριστεί θα τον αφήσει μόνο του θηρίο και ώριμος πια θα ακολουθήσει τον δρόμο της κοινότητας. Εκεί λοιπόν θεωρώ ότι έγκειται το επίκαιρο της “φωνής” του Χορού που προτείνει η παράστασή μας».
Θεοδοσία Σαββάκη

«Πρόκειται για ελεύθερους ανθρώπους, οι οποίοι εδώ κι ελάχιστα εικοσιτετράωρα έχουν έξαφνα υποδουλωθεί. Γυναίκες που αφότου είδαν τους αγαπημένους τους δολοφονημένους και την πόλη τους καμένη, πάρθηκαν ως λάφυρα, από άντρες που έτυχε να εξουσιάζουν ως “νικητές” μια δεδομένη στιγμή. Συνιστούν λοιπόν, μια βιασμένη, σοκαρισμένη, νεοσύστατη κοινότητα, κι αποφασίζουν να συσπειρωθούν και να αυτενεργήσουν ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη. Μια δικαιοσύνη που δεν θα τους δώσει πίσω την ελευθερία τους, επιμένει όμως, σε έναν αξιακό κώδικα, ο οποίος τιμά ιδέες της υγιούς πτυχής του ανθρώπινου πολιτισμού -όπως αυτές της φιλίας και του σεβασμού προς το νεκρό σώμα. Και το κάνουν με το ύστατο μέσο που τους απομένει σε αυτό το κτηνώδες καθεστώς, στη γλώσσα των ισχυρών, δηλαδή με δολερή βία, σκηνοθετώντας συνειδητά εφιάλτη μέσα στον εφιάλτη.
Το αίτημα για συσπείρωση-από-τα-κάτω, για αλληλεγγύη και για πίστη σε αξίες ιερές (φτιαγμένες για να ενώνουν αντί να διχάζουν), παραμένει επιτακτικά επίκαιρο, όσο η Γη κυβερνάται από παράφρονες που νομοθετούν και δικάζουν, ενώ οι ίδιοι σφαγιάζουν σαδιστικά ολόκληρους λαούς. Η λειτουργία του Χορού, καθώς και του «αγώνα λόγων», στην τραγωδία, αποτελούν νομίζω πολύτιμη μαγιά και για τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική ζωή, όπου τόσο η έννοια της κοινότητας όσο κι εκείνη του διαλόγου αποδυναμώνονται στοχευμένα».
Βιργινία Ταμπαροπούλου

«Στην παράσταση “Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας”, ο Χορός δεν λειτουργεί μόνο ως ομάδα αιχμάλωτων Τρωάδων γυναικών, αλλά ως η φωνή των απλών ανθρώπων που βιώνουν τις συνέπειες της εξουσίας, του πολέμου και των πολιτικών αποφάσεων. Εκφράζει τον πόνο, τον φόβο, την αγωνία για το μέλλον, αλλά και τον ηθικό προβληματισμό απέναντι στην αδικία και τη βία.
Η “φωνή” του Χορού θυμίζει ότι πίσω από τις μεγάλες ιστορικές και πολιτικές συγκρούσεις υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν. Σχολιάζει τα γεγονότα, συμπάσχει με την Εκάβη και αναδεικνύει τη διάλυση των αξιών και της κοινωνικής συνοχής που προκαλεί ο πόλεμος. Το μήνυμά του είναι ιδιαίτερα επίκαιρο σήμερα, καθώς σε έναν κόσμο όπου συνεχίζονται πόλεμοι, προσφυγικές κρίσεις και κοινωνικές ανισότητες, οι απλοί πολίτες εξακολουθούν να πληρώνουν το τίμημα αποφάσεων που λαμβάνονται από ισχυρούς. Ο Χορός γίνεται έτσι η φωνή κάθε κοινωνίας που ζητά δικαιοσύνη, ανθρωπιά και σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μέσα από αυτόν, η τραγωδία του Ευριπίδη ξεπερνά τα όρια της αρχαιότητας και συνομιλεί άμεσα με τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου.


