Παράξενα πλάσματα οι μαέστροι. Και μπορεί ο θυμόσοφος λαός να παραγνωρίζει τον πραγματικό τους ρόλο, το δικό τους όμως σινάφι διάλεξε για να εκθειάσει την εξαιρετική ικανότητα ή τη σπάνια δεινότητα. Παράξενα πλάσματα, παθιασμένα. Χορεύουν πάνω στο πόντιουμ και ξαφνικά αρχίζει να βρέχει μουσική. Κάποιος απ’ αυτούς πλήρωσε με τη ζωή του τον ζήλο του να κρατάει τον ρυθμό χτυπώντας ένα μεγάλο ξύλινο ραβδί στο πάτωμα, και ενίοτε στο πόδι του. Ένας Έλληνας συνάδελφός του, τρεις αιώνες αργότερα, χαλούσε το πλεκτό της μητέρας του για να διευθύνει με τις βελόνες της την 5η Συμφωνία του Τσαϊκόφσκι.

Συνομιλούμε με τον κ. Γεώργιο Βράνο, διευθυντή ορχήστρας, επίκουρο καθηγητή στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, νέο καλλιτεχνικό διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, και ακομπλεξάριστο μουσικόφιλο, για πολιτιστικά οράματα, τη μαγεία της μαεστρίας και για εμπνευσμένη μουσική χωρίς ταμπού.

ελculture: Αναλαμβάνετε την καλλιτεχνική διεύθυνση ενός από τους σημαντικότερους πολιτιστικούς θεσμούς της Θεσσαλονίκης ο οποίος τα τελευταία χρόνια σημειώνει ένα μικρό πολιτιστικό θαύμα. Ποιο είναι το προσωπικό σας όραμα για την ΚΟΘ;
Γιώργος Βράνος: Όλης της Επικράτειας, θα συμπλήρωνα. Είναι ένα στολίδι αυτή η ορχήστρα. Για μένα είναι, μαζί με την ΚΟΑ, οι δύο καλύτερες ορχήστρες. Με είχε εντυπωσιάσει από την πρώτη στιγμή που ήρθα στην Ελλάδα, όχι μόνο για την ποιότητα και τον καλό της ήχο, αλλά και για την αγάπη της στη μουσική και την πειθαρχία της, κάτι που δε συνηθίζεται στη χώρα μας. Σίγουρα υπάρχουν πάρα πολλές εκκρεμότητες. Το δικό μου όραμα είναι καταρχάς αυτή η ορχήστρα να αποκτήσει μια αίθουσα συναυλιών. Δεν είναι δυνατόν το ΚΘΒΕ να έχει πέντε αίθουσες κι εμείς να μην έχουμε ούτε μία. Αναγκαζόμαστε να πληρώνουμε ενοίκιο και να περιφερόμαστε από τη μία αίθουσα στην άλλη.

Ευγνωμονούμε το ΑΠΘ που μας δίνει την αίθουσα (σ.σ. Τελετών), αλλά δεν είναι αίθουσα συναυλιών. Το καλλιτεχνικό στίγμα που θέλω να δώσω είναι ότι η ορχήστρα αυτή είναι για όλους. Να μην έχει ταμπού η ορχήστρα, να ψάχνει το κοινό της, να μην περιμένει να έρθει το κοινό σ’αυτήν. Θέλω ο κόσμος να στηρίξει αυτή την ορχήστρα, να ταυτιστεί μαζί της, να καταλάβει ότι δεν η ΚΟΘ δεν είναι απλώς ένας σημαντικός πολιτιστικός θεσμός στην πόλη, αλλά κάτι για το οποίο πρέπει να είναι περήφανος. Η ΚΟΘ συναγωνίζεται σε ποιότητα τις ευρωπαϊκές ορχήστρες, χωρίς όμως να έχει και στήριξη ανάλογη με τη δική τους, και όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο.


Ο Γιώργος Βράνος διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης

ελc: Σας ανατέθηκε μια δύσκολη αποστολή σε μια δύσκολη συγκυρία. Ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα που καλείστε να αντιμετωπίσετε;
Γ.Β:
Μιλήσαμε ήδη για την έλλειψη αίθουσας, αλλά και οικονομικής στήριξης που δημιουργεί και πρακτικά προβλήματα. Εκκρεμούν συμβάσεις, διορισμοί, χρειαζόμαστε τουλάχιστον 25 άτομα ακόμη. Οι μουσικοί παίζουν πολλές φορές πέρα από τα όριά τους, γιατί δεν υπάρχει αντικαταστάτης. Αυτό έχει αντίκτυπο και στη μουσική ποιότητα, στην όρεξή τους να παίξουν. Πολλές φορές καλούμαστε να εξηγήσουμε πράγματα αυτονόητα, πχ. γιατί χρειάζεται ένας μουσικός καλλιτεχνική άδεια. Χρειάζεται ακόμη να ξεκαθαριστούν οι υπηρεσιακές αρμοδιότητες των στελεχών.   

ελc: Από το εργοτάξιο του Μετρό στα κατάμεστα γρασίδια της Αριστοτέλους. Ποιες είναι οι πρώτες σας εντυπώσεις και τι στίγμα δίνουν για τη μελλοντική πορεία της ΚΟΘ;
Γ.Β:
Ότι ο κόσμος είναι εδώ και μας περιμένει. Εμείς πρέπει να τον ψάξουμε. Και ότι δεν πρέπει να έχουμε ταμπού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα ρίξουμε την ποιότητα σ’αυτό που προσφέρουμε. Υπάρχει κόσμος εδώ που αγαπάει την μουσική, δεν πρέπει να τον βάζουμε στο περιθώριο. Σε μία πόλη με τόσα διαφορετικά ενδιαφέροντα, έχουμε κι εμείς προκλήσεις και πρέπει να ανταπεξέλθουμε σ’αυτές. Να μη δίνουμε όμως την εντύπωση ότι μπορούμε να συνεχίζουμε χωρίς εφόδια και βενζίνη. Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο θα σταματήσει, στη ρεζέρβα είμαστε.

ελc: Αναφερθήκατε στην ανάγκη να προσεγγίσει και να αναζητήσει η ΚΟΘ το πλατύ κοινό, ενώ πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι το 82% του κοινού της πόλης γνωρίζει την ΚΟΘ. Γιατί αυτή η απλή γνωριμία δεν έχει καταφέρει να εξελιχθεί σε ουσιαστική σχέση;
Γ.Β:
Έχει και ο κόσμος ταμπού. Η συμφωνική/κλασική μουσική μπαίνει στο περιθώριο. Δε σκέφτεται ότι είναι κάτι που τον αφορά, κάτι που μπορεί να τον ευχαριστήσει. Ότι μπορώ να πάω σε μία συναυλία της ΚΟΘ και να το συνδυάσω με μια βόλτα. Γι’αυτό προγραμμάτισα και τις συναυλίες μισή ώρα νωρίτερα (σ.σ. 20.30 αντί 21.00). Πρέπει ο κόσμος να το βάλει στο πρόγραμμά του. Προγραμματίζουμε συναυλίες σε εναλλακτικούς χώρους, σε σχολεία, εργοτάξια, εργοστάσια, σε περιοχές, π.χ. δυτικά, που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση. Να δώσουμε μια άλλη ανάσα, ένα στίγμα γι’αυτόν τον κόσμο που είναι απομακρυσμένος.

ελc: Μιλήστε μας για τη φιλοσοφία του καλλιτεχνικού προγραμματισμού.
Γ.Β:
Έχουμε σχεδιάσει έναν πολυποίκιλο προγραμματισμό με επετειακά αφιερώματα, θεματικά κονσέρτα, μεγάλους έλληνες και ξένους σολίστες, ώστε να πιάνουμε πολλές πτυχές και πολλά γούστα. Συνεργαζόμαστε με διάφορους φορείς της πόλης και ξεκινάμε μια πιλοτική συνεργασία με το Μέγαρο με συμπαραγωγές. Θέλω στη θητεία μου να βελτιωθεί αυτή η σχέση, υπάρχει ασυνεννοησία για οικονομικά θέματα, αλλά και καλή διάθεση για να λυθούν. Είναι τα δύο κοσμήματα της πόλης, το Μέγαρο και η ΚΟΘ πρέπει να είναι μαζί.

ελc: Έχετε συχνή επαφή με νέους μουσικούς λόγω της ακαδημαϊκής σας ιδιότητας, προγραμματίζετε τον πρώτο διαγωνισμό για νέους μαέστρους, έχετε αναφερθεί στην ανάγκη να αναγνωριστεί το έργο των νέων συνθετών, ενώ μια από τις πρώτες δράσεις της ΚΟΘ για τη φετινή χρονιά ήταν μια συναυλία με νέους μουσικούς. Ποια είναι η πραγματικότητα ενός νέου μουσικού και πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα από την εποχή που ξεκινούσατε εσείς;
Γ.Β:
Όταν σπούδαζα διεύθυνση ορχήστρας στη Γερμανία, είχα έρθει διακοπές στην Ελλάδα και μια κυρία με ρώτησε: «Τι σπουδάζεις παιδί μου;». Της είπα «μουσική» και η απάντηση ήταν «δεν πειράζει». (Γέλια). Αυτό δε νομίζω ότι έχει αλλάξει πάρα πολύ. Σίγουρα η ίδρυση πανεπιστημιακών τμημάτων προσφέρει μεγαλύτερη αναγνώριση για τις μουσικές σπουδές, αλλά δε βοηθά επαγγελματικά. Υπάρχουν μόνο οι δύο κρατικές ορχήστρες, και πάλι ο νέος μουσικός θα αναγκαστεί να βγει στο εξωτερικό για να υλοποιήσει αυτό που μαθαίνει. Λείπει η δομή, η συγκρότηση. Πρέπει να ξαναλειτουργήσει η ορχήστρα νέων της ΚΟΘ. Να προσέξουμε να μη χάσουν τα παιδιά την επαφή με τη ζωντανή μουσική. Ο πολιτισμός είναι το πρώτο πράγμα που ένας πολιτικός θα βγάλει στην άκρη γιατί το θεωρεί πολυτέλεια, είναι όμως αυτό που θα δώσει στο παιδί τα εφόδια για να γίνει σωστός άνθρωπος, και να το βοηθήσει, αν έχει κάποιο ταλέντο, να ολοκληρωθεί σαν προσωπικότητα. Η μουσική φτιάχνει τον άνθρωπο.

ελc: Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη μουσική και τη διεύθυνση ορχήστρας;
Γ.Β:
Ήταν μια αυτονόητη αγάπη, υπήρχε πάντα, δεν το έψαξα. Έβγαζα τη σιδερένια βελόνα από το πλεκτό της μάνας μου, έβαζα στο στερεοφωνικό την 5η του Τσαϊκόφσκι και άρχιζα να διευθύνω. Η σύνθεση ήταν το αποκούμπι μου, μου άρεσε από μικρό παιδί να συνθέτω και να αυτοσχεδιάζω, αλλά πάντα με εντυπωσίαζε η σχέση χτυπήματος και ήχου, το πώς με τη σωματική του κίνηση ο μαέστρος παίρνει με ένα χτύπημα τον ήχο από τον μουσικό με διαφορά κάποιων κλασμάτων του δευτερολέπτου, είναι ένα φαινόμενο αυτό.

ελc: Ποια συναυλία που διευθύνατε θυμάστε περισσότερο και γιατί;
Γ.Β:
Η συναυλία στην Αριστοτέλους ήταν κάτι που δεν έχω ζήσει πολλές φορές στη ζωή μου. Στη Γερμανία έχω διευθύνει πολλές φορές σε εξωτερικό χώρο, αλλά αυτό που είδα εδώ δεν το περίμενα, το κοινό να αρχίζει να τραγουδάει την Traviata, λες, «πού την έμαθαν αυτοί την Traviata»; Αυτός ο ενθουσιασμός με συγκίνησε, αυτή η επικοινωνία, το δέσιμο με το κοινό ήταν πολύ μεγάλη εμπειρία.

ελc: Και ποια συναυλία σας θα θέλατε να θυμάστε μετά τη λήξη της θητείας σας;
Γ.Β:
Κάτι ανάλογο με αυτό που έγινε στην Αριστοτέλους, αλλά με καλύτερη ηχητική απόδοση.

ελc: Τι μουσική θα ακούσετε στο αυτοκίνητό σας επιστρέφοντας στο σπίτι;
Γ.Β:
Μου αρέσει η συμφωνική μουσική, αλλά μπορώ να ακούσω οποιαδήποτε άλλη, τζαζ, ποπ, βυζαντινή, ελληνική, αρκεί να είναι εμπνευσμένη. Αυτό ζητάω και από τους μουσικούς με τους οποίους συνεργάζομαι. Είναι άσχημο πράγμα η λάθος νότα, αλλά είναι ακόμη χειρότερη η σωστή νότα που δεν έχει έμπνευση.

Φωτογραφίες: Studio 43/ Νεκτάριος Μπασδέκης