Κείμενο: Τώνια Καράογλου

 

Έφτασε η άνοιξη σχεδόν για να διαβούμε το κατώφλι του Εθνικού Θεάτρου ξανά με πραγματική επιθυμία και, κυρίως, να φύγουμε αποζημιωμένοι. Το Εθνικό Θέατρο, που εμφανώς περνάει ακόμη τη μεταβατική φάση της αλλαγής διεύθυνσης, που κλυδωνίζεται από καλλιτεχνικές αποχωρήσεις και ματαιώσεις παραστάσεων, που δίνει συχνά-πυκνά αφορμές για «σούσουρο» στα δημοσιογραφικά και καλλιτεχνικά πηγαδάκια, το Εθνικό Θέατρο λοιπόν παλεύει να βρει τη νέα του ταυτότητα. Κάτι που μάλλον δυσκολεύει τον Σωτήρη Χατζάκη, καθώς εδώ είναι Αθήνα, όχι Θεσσαλονίκη και ΚΘΒΕ. Εδώ είναι η πρωτεύουσα των εκατό και πλέον παραγωγών ανά σεζόν, των δεκάδων θιάσων, του υποψιασμένου και καλομαθημένου κοινού· επίσης, είναι η Αθήνα του Εθνικού Θεάτρου που για έξι χρόνια είχε γίνει σημείο αναφοράς συγκεκριμένης καλλιτεχνικής σφραγίδας. Εδώ ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος και η πίτα φτάνει για όλους. Αν το Εθνικό Θέατρο απογοητεύσει το κοινό που έχει δημιουργήσει, αυτό σχετικά εύκολα θα βρει αλλού καταφύγιο. Η «χατζάκεια» περίοδος χαρακτηρίστηκε ως τώρα κυρίως από τις -«δημαγωγικές» σχεδόν- παραγωγές της Κεντρικής Σκηνής (Καμπανέλλης και Μολιέρος), αντίστοιχης αισθητικής και στόχου με τη θητεία του στο ΚΘΒΕ· εντύπωση η οποία πήγε να ανατραπεί από τη «Φλαντρώ» της Λυδίας Κονιόρδου, που παίχτηκε μόλις για ένα μήνα δυστυχώς, και πολύ λιγότερο από τον αδύναμο αλλά όχι αδιάφορο «Περιποιητή φυτών» του Έκτορα Λυγίζου, που τουλάχιστον αποσπάστηκε από την αισθητική «Χατζάκη».

Φτάνουμε, λοιπόν, στις «Απόψεις ενός κλόουν» και τη σκηνοθεσία του Αργύρη Ξάφη, παράσταση που καταχωρήθηκε ως προσδωκόμενη ήδη από την ανακοίνωση του ρεπερτορίου τον περασμένο Ιούλη. Η νουβέλα του Χάινριχ Μπελ (1961) εξετάζει τη μετα-ναζιστική Γερμανία μέσα από τα μάτια του Χανς Σνηρ, ενός νέου, γόνου εύπορης οικογένειας, που απαρνείται την καλοβαλμένη ζωή -που η οικογένειά του διατήρησε χάρη στη συμπόρευσή της με το ναζιστικό καθεστώς- για να γίνει περιπλανώμενος κλόουν. Θα τον ακολουθήσει η Μαρί, η αγαπημένη του, αυτή που τη νιώθει ως σύζυγο κι ας μην έχουν ενωθεί με κάποια «ιερά» θρησκευτικά δεσμά. Ώσπου η Μαρί θα τον εγκαταλείψει -μαζί και τη νομαδική, ασυμβίβαστη ζωή τους- για να παντρευτεί έναν καθωσπρέπει, «σωστό» καθολικό ευρείας κοινωνικής αποδοχής.

Η νουβέλα, που διασκευάστηκε θεατρικά από τον ίδιο τον Ξάφη, αποτελεί μια πικρή ματιά που δεν εστιάζει στον ναζισμό, αλλά σε ό,τι τον διαδέχτηκε: στο όπως-όπως κουκούλωμα της ιστορικής μνήμης, προς χάριν μιας επιφανειακής -και ύποπτης- «κανονικότητας». Ο κλόουν του Μπελ μένει μόνος απέναντι στην κοινωνική και πολιτική υποκρισία, στον καθωσπρεπισμό, στη θρησκοληψία, στη σεμνοτυφία, στο βόλεμα, στο φτήνεμα του ερωτικού συναισθήματος, στην κοινωνική εξαργύρωση άλλοτε ειδεχθών πολιτικών δραστηριοτήτων. Αν και ως γελωτοποιός είναι προορισμένος να κάνει τους άλλους να γελούν, ο ίδιος είναι στην πραγματικότητα μία θλιμμένη, μοναχική φιγούρα, που αντικρύζει τον εχθρικό κόσμο με την αθώα, καθάρια, απορημένη ματιά ενός παιδιού που αδυνατεί να τον καταλάβει και κυρίως να συμβαδίσει μαζί του.

Ο Αργύρης Ξάφης «ομολογεί» στο σημείωμά του πως πρωτοσκέφτηκε να ανεβάσει το έργο το 2005. Δεν ξέρω αν όλα αυτά τα χρόνια το δούλευε μέσα του ή αν το άφησε τελείως μέχρι που το ξανάπιασε, πάντως το τωρινό αποτέλεσμα φανερώνει και δουλειά και άποψη και ταλέντο. Αυτό που κατ’ αρχήν χαρακτηρίζει τον «Κλόουν» του είναι το ύφος και η αισθητική πληρότητα. Προτέρημα πολλαπλά σημαντικό, καθώς στη συγκεκριμένη περίπτωση η αισθητική αποτυπώνει την ουσία του έργου, δε λειτουργεί απλώς επικουρικά. Από κοινού με τη σκηνογράφο-ενδυματολόγο Έλλη Παπαγεωργακοπούλου και τον μουσικό Κορνήλιο Σελαμσή, ο Ξάφης έστησε επί σκηνής ένα μουσικοθεατρικό θέαμα στην παράδοση του καμπαρέ και του βαριετέ. Σκηνοθεσία, υποκριτική, κοστούμια, μακιγιάζ υπάκουσαν στην αισθητική ενός γκροτέσκ κόσμου, ταυτόχρονα κωμικού και εφιαλτικού. Η χρήση των σκηνικών, οι μουσικοί σχολιασμοί και τα γκαγκς συμπλήρωσαν τη δημιουργία μιας παράστασης-μέρους της μακράς παράδοσης του ευρωπαϊκού λαϊκού θεάματος και εξίσου επηρεασμένης από την αισθητική του βωβού κινηματογράφου.

Άξιοι συνοδοιπόροι οι ηθοποιοί, ο μελαγχολικός Χανς Σνηρ του Δημήτρη Παπανικολάου, αλλά και οι υπόλοιποι (Γιώργος Γάλλος, Θανάσης Λέκκας, Δέσποινα Κούρτη, Κορνήλιος Σελαμσής) στους πολλαπλούς τους ρόλους· ταυτόχρονα ρόλοι και θεατρίνοι, υπήρξαν οι συντελεστές μιας -θέατρο εν θεάτρω- παράστασης ανοιχτής στο κοινό: στο κέντρο της σκηνής ο χώρος δράσης και ολόγυρα στημένο ένα σκηνικό παρασκηνίων με καμαρίνια, αραδειασμένα κοστούμια, αλλαγές ρόλων επί σκηνής, μεταφορά της δράσης πίσω και μπροστά από την αυλαία. Ένα συνεχές παιχνίδι θεάτρου και μια συνεχής αμφιταλάντευση μεταξύ κωμωδίας και δράματος, γέλιου και θλίψης

Συμπέρασμα: Η καλύτερη στιγμή του Εθνικού φέτος. Είθε να ακολουθήσουν πολλές ακόμη.

Η παράσταση «Οι απόψεις ενός κλόουν» ανεβαίνει στη νέα σκηνή του Εθνικού Θεάτρου-Νίκος Κούρκουλος έως τις 16 Μαρτίου.