Κείμενο: Τώνια Καράογλου

 

Όταν μεταξύ των χιλιάδων διαθέσιμων θεατρικών έργων αναλαμβάνεις προσωπικά τη σκηνική διασκευή ενός μυθιστορήματος δηλώνεις εξαρχής την διακαή σου επιθυμία να ασχοληθείς ειδικά με αυτό. Όταν, μάλιστα, αυτή η επιθυμία αφορά ένα μυθιστόρημα χιλίων διακοσίων σελίδων το όλο εγχείρημα μετατρέπεται σε έναν μικρό άθλο· σίγουρα, πάντως, σε ένα προσωπικό στοίχημα, που μένει να κριθεί επί σκηνής αν κερδήθηκε ή όχι, αν η δική σου επιθυμία αφορά τελικά και τους θεατές. Η απόφαση του Κωνσταντίνου Ασπιώτη να ασχοληθεί από το άλφα ως το ωμέγα με τη σκηνική διασκευή (από κοινού με τη Μαρία Κίτσου και τον Λάζαρο Βαρτάνη) και αναβίβαση του μυθιστορήματος του Wilkie Collins «Armadale» δικαιώνει το παράτολμο της απόφασής του.

Το Armadale, ένα βικτωριανό μυθιστόρημα που στα εκατόν πενήντα χρόνια της διαδρομής του έχει χαρακτηρισθεί από μελόδραμα (T.S. Eliot) μέχρι πρόδρομος των φροϋδικών αναζητήσεων, είναι η ιστορία μιας διαθήκης όπου μπλέκονται μυστικά, συνωμοσίες, αλλαγές ταυτότητας, έρωτες και δολοφονίες, και που καταλήγει να αναμετράται -σύμφωνα με την νεότερη κριτική που αναβάθμισε το έργο από το επίπεδο όπου το είχαν ρίξει οι σύγχρονοί του- με θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ταυτότητας. Το «Armadale» “είναι ένα προ-μοντερνιστικό πείραμα, που αποτυπώνει αξεπέραστα τη συσσίφεια εν πολλοίς μάχη της ανθρώπινης ψυχής μεταξύ καλού και κακού. Θέτοντας το ερώτημα εάν τα αμαρτήματα των γονέων θα έπρεπε να στοιχειώνουν τους επιγόνους τους, αποτελεί ένα δοκίμιο που διερευνά τα ζητήματα της ανθρώπινης μοίρας και της ελεύθερης βούλησης (πηγή: www.thepressproject.gr).

Η ικανή δραματουργική δουλειά που έκαναν ο Ασπιώτης και η Κίτσου μπορεί να αποτιμηθεί ακόμη και από τον μη γνώστη του μυθιστορήματος. Αν και δεν αποφεύγεται αρχικά η δυσκολία να παρακολουθήσει ο αδαής θεατής την εκκίνηση της πλοκής, καθώς τα δεδομένα είναι πολλά για να τα συγκρατήσει με την πρώτη και συμπυκνώνονται σε διαδοχικές αφηγήσεις, τα πράγματα σιγά σιγά ξεκαθαρίζουν. Χωρίς να ξέρω τι άφησε απ’ έξω η διασκευή, όσα τουλάχιστον διαδραματίζονται επί σκηνής αποδεικνύονται λειτουργικά και αναγκαία. Έτσι, η τετράωρη σχεδόν διάρκεια της παράστασης φαίνεται μονόδρομος, ανεβάζοντας όμως τον πήχη της δυσκολίας προκειμένου να επιτευχθεί μια ρέουσα, ακούραστη παράσταση.

Εκεί που κέρδισε το στοίχημα ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης είναι στη γνώση των σκηνικών κωδίκων. Έχω και με άλλη αφορμή αναφέρει ότι, για να αναμετρηθεί επιτυχημένα το θέατρο με τη λογοτεχνία, χρειάζεται να χρησιμοποιήσει τα εντελώς δικά του μέσα – και ο σκηνοθέτης στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε κυρίαρχος αυτών των μέσων. Έχοντας ως οδηγό το αφηγηματικό θέατρο, μοίρασε το πολυπρόσωπο μυθιστόρημα σε οχτώ ηθοποιούς (τρεις σε σταθερούς ρόλους, πέντε σε εναλλασσόμενους) και τους έδωσε ταυτόχρονα ρόλο αφηγητών, που οριοθετούσαν και υποβοηθούσαν τη δράση, και δραματικών προσώπων που δρούσαν. Παράλληλα, και αυτό ήταν το πιο ενδιαφέρον στην εκδοχή του Ασπιώτη, οι ηθοποιοί παρέμειναν σε πολλά σημεία «εξωτερικοί παρατηρητές», σχολιάζοντας, με το υποκριτικό ύφος που υιοθέτησαν, το ρόλο τους. Το απολύτως αυτό θεατρικό παιχνίδι που στήθηκε επί σκηνής ενισχύθηκε και από την εκφώνηση των σκέψεων των ηρώων, που επέτρεψε στον λόγο να λειτουργήσει σε πολλαπλά πεδία: ως αφήγηση, ως άμεση ενέργεια και ως παράλληλη αλλά ανείπωτη σκέψη.

Κρατώντας τη σκηνή άδεια σαν άγραφο (μαύρο) χαρτί, ο Ασπιώτης εκμεταλλεύτηκε τις τεχνικές δυνατότητές της, κυρίως όμως βασίστηκε στους ηθοποιούς (ανάμεσά τους και ο ίδιος, στον ρόλο του Μιντγουίντερ), οι οποίοι βγήκαν νικητές από μια επίπονη, όχι μόνο λόγω διάρκειας αλλά κυρίως λόγω απαιτήσεων, υποκριτική διαδικασία. Ιδιαίτερα θα πρέπει να διακριθούν όσοι υποδύθηκαν πολλαπλούς ρόλους, καθώς προσέδωσαν ένα καθαρό στίγμα σε κάθε έναν από αυτούς, αλλά και η Μαρία Κίτσου που υποδύθηκε υποδειγματικά τη -διπρόσωπη ή απλώς αδύναμη και γι’ αυτό ανθρώπινη;- Λύντια Γκουίλντ.

Στα συν της παράστασης, συγκαταλλέγεται και το αισθητικό της περιβάλλον (σκηνικά, φωτισμοί, μουσική), ιδιαίτερα τα -όχι μόνο καλαίσθητα αλλά και περιπαιχτικά για (κάποιους από) τους ρόλους- κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη και του Παναγιώτη Λαμπριανίδη. Στο σύνολο, μία παράσταση που ακόμη κι αν ξεκίνησε ως προσωπικό όραμα την πίστεψαν στο έπακρο όλοι οι συντελεστές της.

Αρμαντέιλ | Από τις 2 Φεβρουαρίου – 9 Μαρτίου 2015, Θέατρο Rex