Θυμάται τον εαυτό της από μικρή ηλικία να υποδύεται ρόλους, να παίζει θέατρο με τους φίλους της, να στήνει παραστάσεις. Μέχρι την ενηλικίωσή της πέρα από παιδικό παιχνίδι δεν είχε καταπιαστεί με οτιδήποτε είχε σχέση με το θέατρο, ενδόμυχα όμως ήξερε ότι με κάποιον τρόπο θα καθόριζε τη ζωή της.
Φθάνοντας τα δεκαοκτώ της, αποφασισμένη να δώσει κατατακτήριες εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο, η Αλεξία Καλτσίκη διαβάζει πολλά θεατρικά έργα και δεν αφήνει θεατρική παράσταση που να μην έχει δει. Αναπόφευκτα, συναντιέται και με τον Τενεσί Ούλιαμς. Η Κάθριν από το Ξαφνικά πέρσι το Καλοκαίρι, η Γυναίκα από το Μίλα μου σαν την βροχή και η Μπλανς Ντιμπουά από το Λεωφορείον ο Πόθος γίνονται συνοδοιπόροι της. «Από τότε σκεφτόμουν αυτές τις υπέροχες γυναίκες που παρά την ευθραυστότητά τους, παραμένουν διεκδικητικές στη ζωή. Θέλει πολλή δύναμη να ακολουθήσεις τον δικό σου δρόμο σε έναν κόσμο που δεν στο επιτρέπει».
Όπως αυτές και εκείνη θα ακολουθήσει τον δικό της δρόμο. Διαβατήριό της για τις θεατρικές σπουδές το 1995: Ηλέκτρα, Σολάνζ και Κάθυ. Μία σπουδαία πορεία στο θέατρο θα ακολουθήσει με τη μοναδική της ικανότητα να δίνει πνοή σε σύνθετους αλλά και βαθιά ανθρώπινους χαρακτήρες, Η επαγγελματική διαδρομή δεν ήταν εύκολη. Δούλεψε σκληρά, πόνεσε, διεκδίκησε. Κάθε της ρόλος και ένας σταθμός, ένα πιτ στοπ επαναξιολόγησης της ζωής και του εαυτού της. Σκάλιζε, βουτούσε, εισέπνεε, μετακινούταν.
«Δεν είχα ποτέ στεγανά στις επιλογές μου. Δεν ήμουν μέρος πυρήνων και σταθερών ομάδων. Ήμουν ταξιδιάρικο πουλί. Eίχα την τύχη να συναντήσω ανθρώπους που τροφοδοτούσαν την περιέργειά μου σε σχέση με το αντικείμενο. Αυτή η περιέργεια έγινε και παραμένει η ζωτική μου δύναμη σε αυτό που κάνω στο θέατρο».
Οι θεατρικές επιλογές της πολλαπλές, πολυμορφικές και ποικίλες. Σήμερα μου δίνει την αίσθηση ότι μπορεί να κάνει πιο αποφασιστικά τις επιλογές της:
«Μέχρι πριν από δύο χρόνια ένιωσα ότι βρίσκομαι στο σημείο να μπορώ με μεγαλύτερη άνεση να επιλέγω ρόλους. Και με βεβαιότητα μπορώ πλέον να πω ότι η ενασχόλησή μου με το θέατρο με έχει καθορίσει απόλυτα ως άνθρωπο. Συχνά συνειδητοποιώ ότι η επαφή μου με την πραγματικότητα γίνεται διαμέσου του θεάτρου. Οι συναντήσεις μου με τα κείμενα και με τους ανθρώπους έχουν σε μεγάλο βαθμό καθορίσει την αντίληψη του χρόνου αλλά και του εαυτού μου. Και σήμερα μπορώ να πω ότι προτιμώ μια άγαρμπη αυθεντικότητα, παρά μια φαντασμαγορική δεξιοτεχνία».
Η γνωριμία με την Μπλανς Ντυμπουά και τον Τενεσί Ούλιαμς
«Δεν θέλω ρεαλισμό, μαγεία θέλω», η συγκλονιστική αλήθεια της Μπλανς Ντιμπουά από τον Αμερικάνικο Νότο, ένας από τους πλέον πολυσύνθετους, δραματικούς και συμβολικούς γυναικείους ρόλους στο παγκόσμιο θέατρο, αποδίδεται τη φετινή θεατρική χρονιά με μία από τις πιο συγκλονιστικές ερμηνείες στο Θέατρο Προσκήνιο από την Αλεξία Καλτσίκη, μια ερμηνεία γεμάτη ένταση και τραγικότητα. Ένας ρόλος που απαιτεί από εκείνη να φέρει στο φως όχι μόνο τις αρετές της ως ηθοποιός, αλλά και την ευαισθησία της ως άνθρωπος, την ικανότητά της να αναγνωρίζει και να εκφράζει τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης εμπειρίας.
Το έργο διαδραματίζεται στη Νέα Ορλεάνη και ακολουθεί την ιστορία της Μπλανς, μιας πρώην πλούσιας γυναίκας, που φτάνει στο σπίτι της αδελφής της, Στέλλας, και του συζύγου της, Στάνλεϊ Κοβάλσκι. Η Μπλανς κουβαλά μαζί της τα ερείπια μιας ζωής γεμάτης ματαιώσεις. Η μοναξιά, η φτώχεια, η απώλεια και η ψυχική αστάθεια τα στοιχεία που φωτίζονται.
Η Μπλανς Ντιμπουά μια γυναίκα λίγο πριν τα τριάντα της, μια τραγική, μοναχική φιγούρα που ζει σε έναν κόσμο αυταπάτης. Στον τόπο της είναι για όλους μια λόκα. Η Αλεξία Καλτσίκη μοιράζεται στο ελc σχετικά:
«Είναι τόσα πολλά που μπορείς να πεις για αυτό το πρόσωπο. Μεγαλωμένη σε μια πρώην αριστοκρατική οικογένεια, προσκολλημένη στην έκπτωτη τάξη της και σε έναν τρόπο ζωής που δεν υφίσταται πλέον, φτάνει στο σπίτι της αδελφής της έχοντας χάσει γονείς, περιουσία, δουλειά, υπόληψη ζητώντας καταφύγιο. Και χρησιμοποιεί ότι έχει και δεν έχει για να μπορέσει να επιβιώσει σε έναν τόπο σαν αυτόν του Στάνλεϊ Κοβάλσκι που δεν έχει χώρο γι’ αυτήν. Αυτό που βιώνει είναι αποπνικτικό. Και ενώ όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά, έχω την αίσθηση πως μεγαλύτερη σημασία έχει η αποφασιστικότητά της να αναμετρηθεί με τα κακώς κείμενα του εαυτού της αλλά και του κόσμου. Μοιάζει να κάνει μια διαδρομή ενός απελευθερωτικού και αποφασιστικού ξεριζώματος».
Στη σκηνή η Αλεξία Καλτσίκη μεταμορφώνεται σε Μπλανς Ντιμπουά εκφρασμένη μέσα από τις δικές της ανάσες μέσα σε μια απόλυτη καταβύθιση στον ρόλο της. Πόσο αλήθεια δύσκολο είναι να μεταμορφωθείς σε κάτι άλλο, να γίνεις μια γυναίκα που δεν είσαι, να βάλεις τα ρούχα της, να μυρίσεις την ντροπή της, να βιώσεις την τραγικότητά της, να ακουμπήσεις την ψυχή της; Πώς τελικά υποδύεσαι έναν τέτοιο ρόλο, με τις εργαλεία; τη ρωτάω.
«Η Μπλανς είναι ένας ρόλος που μπορεί να παιχτεί με χιλιάδες τρόπους. Προσωπικά, πιστεύω ότι η πρόθεση της γραφής του Τενεσί Ουίλιαμς είναι να συνδεθείς με τη ρευστότητα των αφηγήσεων του ρόλου. Έτσι το ένιωσα εξαρχής. Σαν να έχεις να αφηγηθείς κάτι βαθιά προσωπικό δίχως να το ονοματίζεις. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα μια πολύ προσωπική σύνδεση μαζί της. Και πολύ σοφά ο Δημήτρης (Καραντζάς), ένας σκηνοθέτης που διαβάζει τα έργα όχι συμπεριφορικά αλλά πυρηνικά, ξετυλίγει τον ρόλο στηριζόμενος εύστοχα στη διαδρομή της. Αυτή η διαδρομή της ήταν που με κατεύθυνε και εμένα. Μέσα σε αυτή τη διαδρομή της κολύμπησα και εγώ. Μια διαδρομή που αν και δύσκολη, έχει ανάσες, κάνει βουτιές σε πολλά τοπία. Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι και το ζητούμενο για να μπορέσει να υπάρξει τελικά, να ζήσει. Δεν είναι τυχαίο το όνομά της, Μπλανς, σημαίνει Λευκή. Η Μπλανς μοιάζει με έναν λευκό καμβά ελευθερίας».
Η Μπλανς είναι ένας χαρακτήρας γεμάτος αντιφάσεις: απόλυτα εύθραυστη αλλά και πεισματικά δυνατή. Χρησιμοποιεί τη φαντασία για να ξεφύγει από τη σκληρή πραγματικότητα. Η Μπλανς επινοεί για να παρηγορηθεί ή και να επιβιώσει μέσα στις σκιές ενός κυνικού κόσμου, συνεχίζοντας η Αλεξία Καλτσίκη:
«Η Μπλανς υπερασπίζεται αυτό που επί της ουσίας υπερασπίζεται και η ίδια η Τέχνη. Τη διαρκή διερώτηση του τι είναι αλήθεια και τι όχι. Διαβάζοντας το κείμενο συχνά σκεφτόμουν ότι τελικά δεν έχει καμία σημασία τι έχει συμβεί πραγματικά και τι όχι στη ζωή της, ποια τελικά είναι η πραγματικότητα. Όπως και στη ζωή μας αν το σκεφτείς. Αυτό που είναι πραγματικότητα είναι ότι συναντιέμαι εγώ με εσένα και εσύ με εμένα, και η αλήθεια είναι αυτό που διαμείβεται μεταξύ μας πόσο με βλέπεις και σε βλέπω και πόσο τελικά αντέχω να βλέπω αυτό που είσαι και εσύ αυτό που είμαι».
Η θεατρική σύμβαση, η προσωπική απελευθέρωση αλλά και οι σημερινές προκλήσεις του θεάτρου και της κοινωνίας
Μιλάμε για πολλή ώρα, μιλάμε σαν δύο καλές φίλες που βρέθηκαν και ανταλλάσσουν προσωπικές αναζητήσεις, προβληματισμούς και σκέψεις για τη ζωή. Η προσωπικότητά της ακτινοβολεί ευγένεια, και καλοσύνη και η ευθραυστότητα που αποπνέει, όχι σημάδια αδυναμίας αλλά μιας γενναιόδωρης ψυχής, που εμβαθύνει στις σχέσεις της και τις συζητήσεις της. Αναρωτιέμαι σε έναν χώρο τόσο απαιτητικό όπως το θέατρο, πώς διαχειρίζεται την πίεση και την ψυχική της ισορροπία; Kαταφέρνει άραγε να αναδυθεί αλώβητη από τις μεγάλες καταδύσεις της στους ρόλους που αναλαμβάνει; Νιώθει απελευθερωμένη τελικά;
«Εξαρτάται από το υλικό που έχεις στα χέρια σου και από τους ανθρώπους με τους οποίους υπάρχεις. Το θέατρο μοιάζει απόλυτα με τη ζωή, είναι ζωντανό, είναι ρευστό. Διαρκώς μεταβάλλεται. Και όπως στη ζωή χρειαζόμαστε κανόνες για να υπάρξουμε και να νιώθουμε ασφάλεια, έτσι και στο θέατρο χρειαζόμαστε κανόνες για να αναμετρηθούμε με το άγνωστο. Υπάρχουν έργα με σφιχτή δομή όπως είναι για παράδειγμα τα ποιητικά κείμενα, όπου ο πυρήνας βρίσκεται στον ρυθμό των ίδιων των λέξεων, όπου η ακρίβεια είναι καθοριστική. Υπάρχουν και άλλα κείμενα όμως όπου η δράση τους τοποθετείται σε ένα πιο ρευστό τοπίο που καλείσαι να κάνεις τις ελεύθερες πτώσεις σου. Μετά νιώθεις απελευθερωμένος, έχεις μοιραστεί. Γιατί το θέατρο κοινωνείται».
Η ποιότητα αυτής της κατάδυσης εξαρτάται άραγε και από το κοινό που παρακολουθεί κάθε στιγμή μια παράσταση, ρωτάω:
«Εννοείται. Εσύ οφείλεις να είσαι όσο γίνεται καλύτερα προετοιμασμένος και να αφήσεις τα πράγματα να συμβούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δυστυχώς δεν μπορείς να έχεις πάντα τον έλεγχο σε όλα».
Φέτος την Αλεξία Καλτσίκη τη συναντάμε όχι μόνο επί της θεατρικής σκηνής αλλά και στους τηλεοπτικούς μας δέκτες, στην Παραλία της ΕΡΤ. Μετά από χρόνια αφοσίωσης στα θεατρικά έργα, αναλαμβάνει και έναν τηλεοπτικό ρόλο. Μια απόφαση αναγκαία που επιβάλλεται από τις συνθήκες και σαφώς διαμορφώνει έναν απαιτητικό χειμώνα για εκείνη:
«Είναι σχεδόν αδύνατον να επιβιώσεις αποκλειστικά από το θέατρο, εκτός και αν έχεις έσοδα από άλλες πηγές. To κόστος διαβίωσης έχει αυξηθεί, ενώ οι αντίστοιχοι μισθοί δεν ανταποκρίνονται σε αυτό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι η απασχόληση ενός ηθοποιού δεν είναι σταθερή αλλά περιορίζεται σε κάποιους μήνες. Τίθεται ένα πολύ σοβαρό ζήτημα. Και κατά τη γνώμη μου είναι ένα θέμα θεσμικό».
Πώς άραγε βιώνει αυτή την τηλεοπτική παρουσία φέτος; «Αν και τα καθημερινά γυρίσματα είναι απαιτητικά, με αδυσώπητους χρόνους, νιώθω ότι βρίσκομαι σε έναν χώρο και ανάμεσα σε ανθρώπους που με τροφοδοτούν. Παρά τις δυσκολίες τους δεν εγκαταλείπουν αυτό που αγαπάνε. Όσο μπορούν και με τις συνθήκες που έχουν προσπαθούν να κάνουν την καλύτερη δυνατή δουλειά. Αυτό με συγκινεί πολύ. Θέλω να συνδιαλέγομαι με ανθρώπους που σέβονται και νιώθουν έτσι στις δουλειές τους».
Σήμερα μεγαλώνει το μικρό της γιο με πολλή αγάπη, αφιερώνοντας τον ελάχιστον ελεύθερο χρόνο που διαθέτει, κάνοντας δειλά δειλά πλάνα για τη στιγμή που ο χρόνος θα της δωριστεί και πάλι:
«Θέλω να απολαύσω απλές καθημερινές χαρές που μου έχουν λείψει. Θέλω να κοιμηθώ, να δω αγαπημένες ταινίες, να διαβάσω βιβλία που τόσο αγαπώ».
Πώς νιώθει άραγε μεγαλώνοντας ένα παιδί σήμερα; Ποιες είναι οι μεγαλύτερες αγωνίες της, οι προβληματισμοί και τι είναι αυτό που την τρομάζει περισσότερο, τη ρωτάω: «Αυτό που με τρομάζει περισσότερο αυτή τη στιγμή είναι ένας βαθύς ριζωμένος συντηρητισμός που πολύ συχνά έχει και την επίφαση του προοδευτισμού. Και ενώ πολλά ειπώνονται πιο ανοιχτά, την ίδια στιγμή βλέπω ανθρώπους με αμετακίνητες αντιλήψεις να περιχαρακώνονται όλο και περισσότερο. Βλέπω μεγάλη μοναξιά γύρω μου. Και μια διαφορετική αντίληψη του ιδιωτικού και του δημόσιου, του υπαρκτού και του μη υπαρκτού απ΄ότι είχε η δική μου γενιά».
Διανύοντας την τέταρτη δεκαετία της ζωής της αναρωτιέμαι πώς νιώθει με την προοπτική της ωρίμανσης αυτής:
«Το αποδέχομαι με όλα τα καλά και τα κακά του. Μου φέρνει μια ευπρόσδεκτη συνειδητοποίηση ότι πολλά πράγματα δεν μπορώ να τα ελέγξω. Όταν είσαι νέος έχεις την εντύπωση ότι έχεις τον έλεγχο σε όλα και σιγά σιγά έρχεται η ζωή να σου υπενθυμίσει το αντίθετο».
Info παράστασης:
Λεωφορείο ο Πόθος | Θέατρο Προσκήνιο
Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία το Mona Athens







