«Άιφελ» του Μαρτίν Μπουρμπουλόν: Γράψαμε τ’ όνομά της

Άιφελ

Χτίζοντας τον Πύργο του Άιφελ

Το «Άιφελ» ξεκινάει ενημερώνοντάς μας ότι είναι «ελεύθερα εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα», λίγο πολύ όπως την περασμένη εβδομάδα το “Spencer” ξεκινούσε ενημερώνοντάς μας ότι είναι ένας «μύθος βασισμένος σε μια αληθινή τραγωδία». Αν όμως στην περίπτωση  του “Spencer”,  παρά τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα συγκεκριμένων περιστατικών, το γενικό πλαίσιο του ψυχολογικού εγκλωβισμού της Νταϊάνας σε μια συνθήκη που δεν άντεχε ήταν λίγο πολύ γνωστό και αληθές, στην περίπτωση του «Άιφελ» μάλλον δεν έχουμε να κάνουμε καν με αυτό, μάλλον έχουμε να κάνουμε με πράγματα βγαλμένα απ’ την κοιλιά των δημιουργών του, καθώς δίπλα στην ιστορία της κατασκευής του Πύργου του Άιφελ έχει μπει -κατέχοντας μάλιστα και τουλάχιστον ισότιμο ρόλο με τα του Πύργου- και μια ερωτική ιστορία.

Βρισκόμαστε στο 1886, ο Γκιστάβ Αιφέλ -που θα τον λέμε εφεξής Άιφελ, γιατί έτσι τον έχουμε συνηθίσει και θα ήταν εξεζητημένο να τον λέγαμε τώρα αλλιώς- έχει μόλις επιστρέψει από τις ΗΠΑ, όπου τον τίμησαν για τη συνεισφορά του στην κατασκευή του Αγάλματος της Ελευθερίας. Είναι πάρα πολύ πετυχημένος, έχει μια μεγάλη κατασκευαστική εταιρία που χτίζει και εκτός Γαλλίας, τον αποκαλούν «Μάγο του Σιδήρου» για τις σιδερένιες κατασκευές του, κυρίως γέφυρες. Η γαλλική κυβέρνηση προκηρύσσει διαγωνισμό για την Παγκόσμια Έκθεση του 1889. Εκείνος όμως ενδιαφέρεται να φτιάξει μετρό, είναι άνθρωπος πρακτικός και μοντέρνος που θέλει να φτιάχνει χρήσιμα έργα, δεν θέλει να ασχοληθεί ξανά με μνημεία και συμβολισμούς. Απορρίπτει δε με συνοπτικές διαδικασίες και με σνομπισμό ένα σχέδιο πύργου που του φέρνουν στο γραφείο του. Μέχρι που…

Μέχρι που σε μια δεξίωση συναντά μια γυναίκα, που είτε τον γοήτευσε κεραυνοβόλα είτε έρχεται από το παρελθόν του (δεν ξέρουμε ως εκείνη τη στιγμή), πάντως του έχει ρίξει τα σαγόνια. Όταν στο μεγάλο τραπέζι που θα κάτσουν να δειπνήσουν ανοίξει η σχετική κουβέντα κι εκείνος θα πει πάλι για μετρό, η γυναίκα θα αντιτείνει ότι της φαίνεται ωραία η ιδέα του μνημείου. Τότε ο Γκιστάβ ο Άιφελ αλλάζει αστραπιαία γνώμη δηλώνοντας ότι θα χτίσει μεταλλικό πύργο τριακόσια μέτρα ύψος. Ένα σωρό αστεία μπορούν εδώ να γίνουν για φαλλικά σύμβολα, μήκη, ανθεκτικότητες στο χρόνο και πράγματα που δεν θα πέσουν ποτέ. Και ακόμα και αν είναι όντως αστεία γαλαρίας, είναι η ίδια η ταινία που ανοίγει τη συγκεκριμένη πόρτα, παρ’ όλη την κατά τ’ άλλα φουλ ρομαντική διάθεσή της, τόσο για την ερωτική ιστορία όσο και για την ιστορία ανέγερσης του πύργου.

Αλλά εκτός από φαλλικό σύμβολο ο Πύργος του Άιφελ μετατρέπεται και σε σύμβολο ενός -θα επαναλάβω, μυθοπλαστικής εικασίας- έρωτα. Κατεξοχήν χαρακτηριστικό των ερωτευμένων, αν και μάλλον των νεαρότερης ηλικίας ερωτευμένων, είναι να γράφουν παντού, σε τετράδια, βιβλία, σχολικά θρανία, τοίχους δρόμων, καθρέφτες, άμμους παραλιών, το όνομα του προσώπου που ερωτεύτηκαν ή το αρχικό του ονόματός του. Την λένε Αντριέν και το Άλφα με το οποίο ξεκινάει το όνομά της μετατρέπεται υποτίθεται στο Άλφα που σχηματίζει ο Πύργος του Άιφελ (αν και ομολογώ προσωπικά δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι μοιάζει με άλφα).

Ο Άιφελ φτιάχνει διαρκώς σχέδια του Πύργου, φτιάχνοντας διαρκώς περίτεχνα Άλφα. Και ναι, την ήξερε τελικά την Αντριέν από παλιά, δεν έπαθαν τέτοια ήττα τα σαγόνια του βλέποντάς την για πρώτη φορά στη δεξίωση. Αρχίζουμε λοιπόν να παρακολουθούμε παράλληλα με το τώρα του 1886-1889, όταν και ολοκληρώθηκε η κατασκευή του Πύργου (συγγνώμη για το spoiler, αλλά ναι, ο Πύργος χτίστηκε τελικά), και την αρχική συνάντησή τους το 1860, όταν ο νεαρός ακόμη Άιφελ έχτιζε μια γέφυρα στο Μπορντό και γνώρισε εκεί την ακόμη νεαρότερη τότε Αντριέν. Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις σκηνές στο τώρα και στο τότε, που όταν το πλάνο δείχνει τους δυο τους είναι σαν να ξεχνάει την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου γύρω τους. Τι διάολο, ορίζουν τόσο οι ερωτοχτυπημένοι τους κανόνες της σκηνοθετικής αφήγησης, το πλάνο χωρά μόνο αυτούς και παύει να υπάρχει ό,τι είναι δίπλα τους στον κόσμο της ταινίας αλλά εκτός πλάνου; Τελικά όχι, κάποια στιγμή το πλάνο θα ανοίξει και θα τους δούνε.

Από εκεί και πέρα, και για να φύγουμε λίγο απ’ το ερωτικό, μάλλον τα επαγγέλματα του αρχιτέκτονα, του πολιτικού μηχανικού αλλά και του εργάτη που δουλεύει σε οικοδομές, πρέπει να είναι από εκείνα με τον μικρότερο βαθμό αποξένωσης από το αντικείμενο της εργασίας σου. Βλέπεις κάτι να χτίζεται. Να χτίζεται κυριολεκτικά. Δουλεύεις και η δουλειά σου αποτυπώνεται στον υλικό κόσμο, υπάρχει εκεί, μεγαλώνει μέρα με την μέρα. Απλά όταν μέσα στα τόσα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Άιφελ κατά τη διάρκεια της κατασκευής, έχει να αντιμετωπίσει και μια απεργία των εργατών, βγάζει μεν έναν εμπνευσμένο λόγο σκαρφαλώνοντας στον πύργο και τους εμπνέει, λέγοντάς τους ότι αυτός ο πύργος είναι δικός σας και δικός μας, αλλά ταυτόχρονα την υπόσχεται και την αύξηση των μισθών τους, δεν τους τρέφει μόνο με φιλότιμο και συγκίνηση και εργοδοσία και εργάτες είμαστε μια ομάδα με κοινό σκοπό.

Γράφοντας πρόσφατα για τον «Χειρότερο Άνθρωπο στον Κόσμο», είχα δώσει ιδιαίτερη έμφαση στο πόσο πολύ αναδεικνύεται ο πλούτος μιας ταινίας τη δεύτερη φορά που τη βλέπεις, πόσο καλύτερη δείχνει. Θα ανακαλέσω εν μέρει. Δεν συμβαίνει πάντα. Έχοντας δει προ λίγων μηνών στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου το «Άιφελ» και έχοντας μια πολύ θετική πρώτη εντύπωση, βρήκα τώρα την δεύτερη θέασή του σχεδόν κουραστική και σίγουρα δεν έκανε την ταινία να φαίνεται στα μάτια μου πιο πλούσια. Μάλλον η ειδοποιός διαφορά έχει να κάνει με το εξής: όταν την πρώτη φορά που βλέπεις μια ταινία είσαι εκ των πραγμάτων πολύ πιο προσηλωμένος στην πλοκή της, υπάρχουν από τη μια τα έργα που η πλοκή τους κι η ιστορία που διηγούνται εξαντλεί τα όρια του κόσμου τους (με αποτέλεσμα η δεύτερη φορά να μοιάζει με επανάληψη πραγμάτων που έχεις ήδη δει) και από την άλλη έργα που ο κόσμος τους είναι ένα πολύ πιο σύνθετο σύνολο από την αφήγηση μιας ιστορίας (με αποτέλεσμα η δεύτερη φορά να σου ξανασυστήνει σχεδόν το έργο απ’ την αρχή, όπως π.χ μου συνέβη πρόσφατα, εκτός απ’ τον «Χειρότερο Άνθρωπο στον Κόσμο», και με ένα άλλο φιλμ του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου, τις «Χαμένες Ψευδαισθήσεις»).

Ακόμα κι έτσι, το «Άιφελ» είναι αξιοπρεπέστατο σινεμά πλατιάς κατανάλωσης, καλό σινεμά πλατιάς κατανάλωσης, σινεμά φτιαγμένο για να αρέσει και που όντως αρέσει, σινεμά που μεταδίδει τόσο το όραμα, την αφοσίωση, την προσωπική επένδυση και την τεχνογνωσία και επιστημονική κατάρτιση του Άιφελ για την κατασκευή του Πύργου του, όσο και τα συναισθήματα του Άιφελ για την Αντριέν και της Αντριέν για τον Άιφελ. Αναπαριστά την μεγάλη περιπέτεια της κατασκευσής ενός από τα εμβληματικότερα μνημεία του σύγχρονου κόσμου, καταγράφει τα πολλαπλά εμπόδια που έπρεπε να ξεπεραστούν (ανάμεσά τους και μια κατακραυγή τόσο λαϊκή όσο και του καλλιτεχνικού κόσμου της εποχής) και παράλληλα μας προσφέρει και μια ερωτική ιστορία.

Καλό βαθμό θα πάρει και στα δύο ο σκηνοθέτης Μαρτίν Μπουρμπουλόν, σε μια πολύ ακριβή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα παραγωγή, όπου σε όλους τους επιμέρους τεχνικούς τομείς, απ’ την φωτογραφία και το μοντάζ ως τα σκηνικά, έχει γίνει δουλειά πρώτης διαλογής. Ο Ρομέν Ντουρί και η Έμα Μάκι γράφουν πάρα πολύ στον φακό, κι ο καθένας μόνος του και οι δύο μαζί. Ο Μπουρμπουλόν κυνηγά πολύ τα βλέμματά τους, διηγείται σε μεγάλο βαθμό την ιστορία με τα βλέμματά τους, τα βλέμματά τους είναι απ’ τα δυνατότερα σημεία του «Άιφελ», οκ οι αμιγώς ερωτικές σκηνές είναι μάλλον πιο αδιάφορες, από την άλλη έχουμε φτάσει και σε μια εποχή που δεν βλέπουμε σχεδόν καθόλου ερωτικές σκηνές στο σινεμά, οπότε χαλάλι.

Το τελικό ερώτημα που προκύπτει είναι: χρειαζόταν άραγε να επινοηθεί μια ερωτική ιστορία, για να πουληθεί σε κινηματογραφικό περίβλημα μια ιστορία για το χτίσιμο του Πύργου του Άιφελ; Γιατί χρειαζόμαστε τόσο συχνά ένα ερωτικό ενδιαφέρον για να μας φέρει πιο κοντά σε μια κινηματογραφική αίθουσα, σε μια οθόνη, στις σελίδες ενός βιβλίου; Ακόμα κι όταν πρόκειται για ένα μοναδικό μνημείο την ιστορία του οποίου δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ, πρέπει να την ενώσουμε με ιστορίες ερώτων; Οι έρωτες είναι το πιο πολύτιμο απόσταγμα της ανθρώπινης εμπειρίας; Ως πότε θα κοιτάμε δυο ανθρώπους να ανταλλάζουν βλέμματα, φιλιά και αγκαλιές και θα τους βλέπουμε σαν να μην έχουμε ξαναδεί ποτέ ξανά κάτι τέτοιο; Μάλλον μέχρι να πεθάνουμε. Μάλλον ακόμη και στα βαθιά γεράματα θα βλέπουμε ιστορίες για έρωτες και θα χτυπά δυνατά η καρδιά μας.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας